Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΣΕ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΤΜΗΜΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ 1) κ. Κοζαρίδη είστε γνωστός στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Καβάλας της Ξάνθης και των γύρω νομών από την συγγραφή των 3 βιβλίων σας. Ειδικά στο τελευταίο σας βιβλίο με το ειδικό θέμα για τους Γκαγκαβούζηδες και γενικά για την παράδοση, τις ρίζες!!
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Με την ιστορία και ειδικά με την τοπική ιστορία ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια!! Το ενδιαφέρον αρχικά περιορίζονταν μόνο στην ανάγνωση βιβλίων με ιστορικό περιεχόμενο, προσπαθώντας να βρω απαντήσεις σε θέματα καταγωγής, πολιτισμού και λαογραφικών στοιχείων μιας περιοχής. Πάντα θεωρούσα πως η ιστορία δεν γράφεται μόνο από ηγέτες και στρατηλάτες αλλά και τους απλούς ανθρώπους μέσα από την καθημερινότητα τους, τον τρόπο ζωής τους τα έθιμα και τις παραδόσεις τους. Πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση με την επίσημη ιστοριογραφία αποτελούν όμως σημαντικό μέρος της ιστορίας που ακόμη δεν έχει καταγραφεί ολοκληρωμένα. Στο πρώτο μου βιβλίο αφορμή στάθηκε η εγκατάσταση μου στην επαρχία της Χρυσούπολης όπου ζω με την οικογένεια μου και δραστηριοποιούμαι επαγγελματικά ως οδοντίατρος. Στις συχνές μου ερωτήσεις σε ανθρώπους της περιοχής ποια είναι η ιστορία του τόπου σας η στερεότυπη απάντηση ήταν πως δεν έχει ιστορικό παρελθόν ο τόπος μας παρά μόνο πρόσφατο από τις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτή η απάντηση έχει σχέση κατά την γνώμη μου με το γεγονός πως δεν υπάρχουν ιστορικά γεγονότα όπως μάχες και ήρωες άμεσα συνδεμένοι με την περιοχή μας. Έτσι άρχισα να συλλέγω δημοσιευμένο υλικό από εφημερίδες, βιβλία ξεκινώντας από τους αρχαίους συγγραφείς και καταλήγοντας στους σύγχρονους. Παράλληλα αναζητούσα αρχειακό υλικό αδημοσίευτο μέσα σε συρτάρια συμπολιτών μου ξεχασμένα που περίμεναν την αξιολόγηση τους και την δημοσίευση τους. Το πρώτο βιβλίο μετά από κοπιαστική δουλειά χρόνων εκδόθηκε το 2004 με τον τίτλο « Επαρχία Νέστου από τα ομηρικά χρόνια μέχρι το 1940-συμβολή στην τοπική ιστορία» από τις εκδόσεις ΠΑΚΕΘΡΑ και με την επιμέλεια και βοήθεια της καθηγήτριας πανεπιστημίου κ. Βαμβακίδου Ιφιγένειας. Μετά από δύο χρόνια, το 2006, προχώρησα στην έκδοση του δεύτερου μου βιβλίου από τις εκδόσεις ΠΑΚΕΘΡΑ, «Από την Ανατολική Θράκη στην επαρχία Νέστου-Ιστορική κοινωνική λαογραφική περιήγηση στους τόπους καταγωγής των Ανατολικοθρακιωτών προσφύγων της Επαρχίας Νέστου». Αυτά τα βιβλία έχουν μία ιδιαίτερη αξία για μένα! Ποια; Μέσα από τα δύο μου βιβλία γίνεται σε ένα μεγάλο βαθμό μία σύνδεση της προσωπικής μου διαδρομής και ζωής!! Τι εννοώ; Ο τόπος καταγωγής μου είναι στη Θράκη σε ένα όμορφο μικρό χωριό του Έβρου, το Αμμόβουνο, όπου μεγάλωσα και πρωτογνώρισα τη ζωή τους ανθρώπους, τις παραδόσεις τους και την ιστορία τους. Μετά λόγω σπουδών έφυγα στη Θεσσαλονίκη και μετά εγκαταστάθηκα μόνιμα με την οικογένεια μου στην Χρυσούπολη, μία μικρή επαρχιακή πόλη που μου θύμιζε πολύ τον τόπο μου!!
ΕΡΩΤΗΣΗ 2) Ποια ήταν η αφορμή ώστε να επιλέξετε το συγκεκριμένο θέμα και να ακολουθήσετε τη συγκεκριμμένη έρευνα;
Απάντηση: Στο τρίτο μου βιβλίο «Εμεις οι Γκαγκαβούζηδες», ασχολήθηκα με ένα ποιο ειδικό θέμα για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό αλλά για μένα αποτελούσε ένα όνειρο που έπρεπε να πραγματοποιηθεί και να αποδοθεί στους ίδιους τους Γκαγκαβούζηδες ως φόρο τιμής στους προγόνους τους στην ιστορία τους που ήταν κρυμμένη καλά κάτω από το χαλί της επίσημης ιστοριογραφίας. Από μικρό παιδί ήμουν υπερήφανος για την καταγωγή μου. «Γκαγκαβούζηδες είμαστε», μου έλεγαν δικοί μου, χωρίς να ξέρουν να μου πουν, όμως, περισσότερα για την ιστορία τους παρά μόνο ότι ήταν Θρακιώτες, τουρκόφωνοι, ορθόδοξοι χριστιανοί, πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη.
Ο πατέρας μου είναι Γκαγκαβούζης, από το Κοτζά Χιντίρ, χωριό κοντά στο Χάσκιοϊ, της Ανατολικής Θράκης και από την πλευρά της μητέρα μου, Μαρίας Τουφάκη, από την Καράμτζα, του Ουζούν Κιοπρού. Με τον παππού και τη γιαγιά μπορούσα να επικοινωνήσω μόνο στην τουρκική γλώσσα, καθώς δεν μιλούσαν την ελληνική. Ήταν όμως πιστοί χριστιανοί και αγαπούσαν πολύ την Ελλάδα, όπως όλοι οι Γκαγκαβούζηδες στο διάβα των αιώνων.
Έτσι, από μικρός, «μπολιάστηκα» με τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μου, έμαθα τους χορούς και τα τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας μου. Αυτό ήταν και το αρχικό ερέθισμα, ώστε να ασχοληθώ συστηματικά, με την ιστορία και τη διαδρομή των προσφύγων της Ανατολικής Θράκης.
Για τη συγγραφή του βιβλίου, υπόθεση καθόλου εύκολη, χρειάστηκαν περισσότερο από επτά χρόνια για να συλλέξω εμπεριστατωμένα στοιχεία, ανάμεσα σε χιλιάδες σελίδες βιβλίων, όπου τις περισσότερες φορές υπήρχαν αναφορές λίγων γραμμών για τη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα.
Αναζήτησα πληροφορίες σε βιβλιοθήκες και Αρχεία, κρατικά και ιδιωτικά, στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία και την Τουρκία. Για τις ανάγκες της έρευνας έμαθα, σε λίγο χρόνο, να γράφω και να μιλώ τουρκικά και ρουμανικά. Κατέγραψα, σε συνεντεύξεις, διηγήσεις πολλών Γκαγκαβούζηδων προσφύγων, αναζήτησα και βρήκα απογόνους με ενδιαφέρον για την καταγωγή τους. Το βιβλίο μου πλαισιώνεται από πλούσιο αρχειακό φωτογραφικό υλικό.
ΕΡΩΤΗΣΗ 3) Ποιος είναι ο στόχος της καταγραφής της ιστορίας των Γκαγκαβούζηδων;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Θεωρώ την έκδοση αυτή ως φόρο τιμής σε όλους τους Γκαγκαβούζηδες, οι οποίοι αν και διώχτηκαν, χλευάστηκαν, υποτιμήθηκαν για την καταγωγή τους, παρέμειναν όρθιοι και επέμεναν να την τονίζουν με υπερηφάνεια. Στόχος μου ήταν να δώσω το ερέθισμα στους απογόνους των Γκαγκαβούζηδων να αναζητήσουν τις ρίζες τους και να νιώσουν οι ίδιοι την υπερηφάνεια των προγόνων τους. Να σας πω και κάτι που βγήκε μέσα από την έρευνά μου: Με ξάφνιασε ευχάριστα η επικοινωνία που είχε μαζί μου μια μετανάστρια από τη Γερμανία, η οποία συγκινημένη μου ανέφερε ότι αναγνώρισε τον παππού της στη φωτογραφία του εξώφυλλου του βιβλίου, που ήδη είχε διαβάσει. Τώρα ξέρω ποιοι είμαστε, μου είπε, και σας ευχαριστώ γι΄ αυτό».
ΕΡΩΤΗΣΗ 4) Ποιοί είναι οι Γκαγκαβούζηδες;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στο ερώτημα ποιοι είναι οι Γκαγκαβούζηδες (ή Γκαγκαούζοι) προσπάθησαν πολλοί ιστορικοί να απαντήσουν και να δώσουν μια λογική εξήγηση της καταγωγής και της διαδρομής τους. Περισσότερο ασχολήθηκαν ξένοι ιστορικοί, όπως Βούλγαροι, Τούρκοι, Ρώσοι και πολύ λιγότερο οι Έλληνες. Ίσως, λόγω αυτού του γεγονότος μέχρι σήμερα να κυριαρχούσε η άποψη ότι πρόκειται για τουρκικό φύλο, που εκχριστιανίσθηκε την εποχή του Βυζαντίου. Είναι όμως έτσι τα γεγονότα;
Δεν αναφέρεται από καμιά ιστορική πηγή ότι κάποιο τουρκικό φύλλο εκχριστιανίστηκε. Αντίθετα, αναφέρονται μαζικοί εξισλαμισμοί χριστιανικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και στα Βαλκάνια.
Οι Γκαγκαβούζηδες καταγράφονται στην ιστορία ως Θρακικό φύλλο. Απέναντι στους υπόλοιπους Θρακιώτες παρουσιάζουν μόνο μία ιδιαιτερότητα: είναι τουρκόφωνοι, αλλά φανατικοί χριστιανοί και Έλληνες, είναι περήφανοι για την καταγωγή τους, που προσδιορίζεται στο Βυζάντιο και στα βυζαντινά χρόνια. Είναι γνωστό πως σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους κυνηγήθηκαν και απειλήθηκαν με πλήρη αφανισμό, όμως κατάφεραν να αντισταθούν και να επιβιώσου. Οι Γκαγκαβούζηδες, εντοπίζονται για πρώτη φορά στα παράλια του δυτικού Ευξείνου Πόντου, στη Δοβρουτσά, μεταξύ της σημερινής πόλης Βάρνας (Βουλγαρία) και του Δούναβη. Η τύχη και η πορεία τους στο χρόνο ταυτίστηκε με την πορεία του Ελληνισμού των Βαλκανίων. Στην εποχή του Βυζαντίου αποτελούσαν τους ακρίτες των βορείων συνόρων της αυτοκρατορίας. Στα χρόνια της οθωμανικής επέλασης ήταν ο τελευταίος λαός που υποδουλώθηκε στην ενδοχώρα των Βαλκανίων, το 1394-1398. Σ' αυτά τα δύσκολα χρόνια θεωρώ πως έχασαν την ελληνική γλώσσα, όπως και η πλειοψηφία του υπόδουλου ελληνισμού. Σε όλους τους ρωσοτουρκικούς πολέμους, οι Γκαγκαβούζηδες βοηθούσαν, με όλα τα μέσα που διέθεταν, το ρωσικό στρατό. Είχε αποκρυσταλλωθεί στη συνείδησή τους, όπως και σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων, ότι το «Ξανθό Γένος», δηλαδή οι Ρώσοι, θα τους απελευθερώσουν από τον οθωμανικό ζυγό.
Αξίζει να αναφερθεί ότι οι Γκαγκαβούζηδες συμμετείχαν, με δικό τους στρατιωτικό σώμα, στην επανάσταση του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, με αρχηγό το Δημήτρη Βατικιώτη, ενώ καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν στην πολιορκία και κατάληψη της πόλης Σιλίστριας, στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1810-1816. Οι Γκαγκαβούζηδες συμμετείχαν και στον Ιερό Λόχο στη μάχη του Δραγατσανίου, όπως και στη βουλγαρική λεγεώνα, κατά τη διάρκεια των ρωσοτουρκικών πολέμων, με επαναστατικές ενέργειες στη βόρεια Βουλγαρία και στη σημερινή Ρουμανία. Οι Βούλγαροι τονίζουν σε όλα τα ιστορικά βιβλία τους την ανδρεία και το θάρρος, που επιδείκνυαν οι Γκαγκαβούζηδες στο πεδίο της μάχης.
Συμμετείχαν, επίσης, στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας, αντιμετωπίζοντας την οργή των οθωμανικών στρατευμάτων. Τα χωριά τους λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν, οπότε αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Οι περισσότεροι μετακινήθηκαν στη Βεσσαραβία, σημερινή Μολδαβία-Αυτόνομη Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας, όπου ζουν μέχρι σήμερα. Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι από πολιτικούς ηγέτες και ιστορικούς της Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας, γίνεται στις μέρες μας μία μεγάλη προσπάθεια να προσεγγίσουν τους Γκαγκαβούζηδες στην Ελλάδα, καθώς έχουν πειστεί πως αποτελούν ένα Θρακιώτικο φύλλο της βόρειας Βουλγαρίας και δεν έχουν σχέση με τα τουρανικά-τουρκικά φύλλα, όπως τους έχουν διδάξει μέχρι τώρα. Μεγάλος αριθμός Γκαγκαβούζηδων μετακινήθηκε, επίσης νότια, στη Βόρεια και Ανατολική Θράκη, στην επαρχία της Χάφσας, όπου άλλωστε εντοπίζεται ιστορικά η πρώτη καταγεγραμμένη παρουσία Γκαγκαβούζηδων την περίοδο 1510-1560, ως εργάτες γης στα Βακούφια της. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ταυτίστηκαν με τον Ελληνισμό της περιοχής, συμμετείχαν στην αυτοδιοίκηση και στα εκκλησιαστικά, ίδρυσαν σχολεία. Υπέφεραν, όπως και οι υπόλοιποι Θρακιώτες, κυρίως από τις διώξεις των Οθωμανών, όπως και στα χρόνια των Βαλκανικών Πολέμων. Είναι χαρακτηριστικό, αν και αποσιωπάται, η συμμετοχή μεγάλου αριθμού Γκαγκαβούζηδων στα ελληνικά ανταρτικά τμήματα της Ανατολικής Θράκης. Η μέρα της απελευθέρωσης της Ανατολικής Θράκης (Ιούλιο του 1920) και η υποδοχή του ελληνικού στρατού γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τους γκαγκαβούζικους πληθυσμούς, όπως και από τους υπόλοιπους Θρακιώτες. Το 1ο Σύνταγμα Στρατού από ντόπιους Θρακιώτες αποτελείται από 700 Γκαγκαβούζηδες της Χάφσας, όπως μαρτυρούν τα αρχεία του ελληνικού στρατού. Συμμετέχουν στην απελευθέρωση των Σαράντα Εκκλησιών και φτάνουν μέχρι τη Τσαλτάτζα, από όπου τους επιτρέπεται να γυρίσουν στα χωριά τους. Δυστυχώς για όλους η εγκατάλειψη των εστιών τους και των χωριών τους δεν άργησε να φανεί. Ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής, πήραν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή μάζα εγκαταστάθηκε στο βόρειο Έβρο. Ίσως, γιατί με το πέρασμα του ποταμού βρήκαν αμέσως εδάφη που έμοιαζαν με αυτά των χωριών τους, ή διότι πίστευαν ότι η προσφυγιά ήταν προσωρινή και θα επέστρεφαν πάλι πίσω. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ. Η εγκατάσταση τους, αυτή τη φορά, ήταν μόνιμη. Μέχρι και σήμερα οι Γκαγκαβούζηδες στην Ελλάδα προσπαθούν να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους. Μετέφεραν τραγούδια, παραμύθια και λαϊκές λατρείες, που αποτελούν ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο πολιτισμό, αυτόν του ελληνισμού της βόρειας Βουλγαρίας. Ένας πολιτισμός γνήσια θρακιώτικος, που, μέσα από το πέρασμα των αιώνων, αποτελούσε το φάρο του πολιτισμού για όλους τους υπόλοιπους λαούς των Βαλκανίων», επισημαίνει ο συγγραφέας. «Αν υπάρχει σήμερα μια συγγένεια μεταξύ των χορών, των τραγουδιών και των παραδόσεων, μεταξύ του βουλγαρικού και του ελληνικού πληθυσμού, αυτό οφείλεται στη μακρόχρονη συγκατοίκηση τους», τονίζει. Οι Γκαγκαβούζηδες κατοικούν σήμερα στο βόρειο Έβρο, σε χωριά της Ορεστιάδας (Αμμόβουνο, Οινόη, Σαγήνη, Θούριο, Λεπτή, Άρζος, Βάλτος, Δίλοφος, Καβύλη, Καναδάς, Κέραμος, Πύργος κ.ά.) και του Διδυμοτείχου (Ασβεστάδες, Ευγενικό, Κωστή, Πουλιά, Σαύρα).
Εγκαταστάσεις προσφύγων Γκαγκαβούζηδων έχουμε στα χωριά της Κομοτηνής, Άμφια και Ν. Καλίστη, στα Χρυσοχώραφα Σερρών, στο δήμο Λαγκαδά και στα χωριά Περιβολάκι και Ηρακλειό, στη Σύνδο και στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, καθώς και διασκορπισμένες οικογένειες στο νομό Κιλκίς και σε χωριά της Θεσσαλίας.
Γκαγκαβούζηδες υπάρχουν, επίσης, στη Νέα Ζίχνη Σερρών και στα χωριά Θολό, Γάζορο και Αγ. Χριστόφορο, όπου, όμως, θεωρούν τους εαυτούς τους ντόπιους. Μέσα από την έρευνά μου θεωρώ πως η ομάδα αυτή πιθανόν να μετακινήθηκε στην περιοχή το 1510-1560, όπως συνέβη και με την εγκατάσταση των πρώτων Γκαγκαβούζηδων στην Ανατολική Θράκη.
ΕΡΩΤΗΣΗ 5) ποια είναι η άποψή σας για την παράδοση; Για ποιο λόγο πιστεύετai ότι οι άνθρωποι οφείλουν να αναζητούν σε βάθος τις ρίζες τους την ταυτότητά τους;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η λέξη παράδοση σημαίνει πολλά. Προέρχεται από το παραδίνω , αλλά αυτό ταυτόχρονα σημαίνει και το παραλαμβάνω. Παράδοση είναι για μας ότι μας παρέδωσαν οι παλαιότεροι. Οι μπαμπάδες , οι παππούδες , οι προπάπποι…..!
Κάθε άνθρωπος , σε κάθε σημείο της γης έχει παραλάβει κάτι από τους προγόνους του. Ακολουθεί την παράδοση και οφείλει να την μεταφέρει τουλάχιστον στην επόμενη γενιά. Κάποιοι όμως καμιά φορά ξεχνούν να παραδώσουν ή πολλές φορές το κάνουν εν γνώση τους. Δεν τους αρέσει κάτι και το θάβουν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας . Έχουν το δικαίωμα αυτό ; Ναι το έχουν. Δεν έχουν το δικαίωμα όμως να επιβάλλουν στους υπόλοιπους να πράξουν το ίδιο.
Η μικρή αυτή εισαγωγή , έχει να κάνει με την παράδοση μας σαν Γκαγκαβούζηδες
Οι Γκαγκαβούζηδες είναι κατ’ αρχάς Χριστιανοί. Οι γονείς τους, τους “παρέδωσαν” την Χριστιανική πίστη με όλα τα ήθη και έθιμα που έχουν να κάνουν με την Εκκλησία. Τιμούν τους προστάτες Αγίους τους με μεγαλοπρέπεια. Έτσι έμαθαν οι ίδιοι και έτσι μαθαίνουν στα παιδιά τους να κάνουν και αυτά!
Δεύτερον είναι Έλληνες. Διώχθηκαν βίαια στη διάρκεια των διωγμών από τους Τούρκους , πολέμησαν για την πατρίδα μας και στην νεότερη Ελλάδα κάποιοι διαπρέπουν στις δουλειές και στις επιστήμες τους. Ορκίζονται στο στρατό να «φυλλάτουν» πίστη εις την πατρίδα τους την Ελλάδα.
Τρίτον…. είναι όμως δίγλωσσοι. Μιλούν εκτός από Ελληνικά και ένα ιδίωμα της Τουρκικής . Ιδίωμα που πριν από αρκετά χρόνια και μετά από εξαναγκασμό έκαναν κύριο μέσο επικοινωνίας. Με αυτό το ιδίωμα πορεύτηκαν μέσα στους αιώνες σκλαβιάς και υποδούλωσης από την τότε Οθωμανική αυτοκρατορία. Δεν το έκαναν για ευκολία, το έκαναν από εξαναγκασμό. Χρόνια τώρα οι μετανάστες μας , μέσα στα σπίτια τους μιλούν Ελληνικά. Κανείς δεν τους υποχρεώνει να μιλήσουν κάτι άλλο, παρά μόνο αν ίδιοι το επιλέξουν. Τότε όμως τα πράγματα ήταν αλλιώς. Δεν μπορούσες ούτε στο σπίτι να μιλήσεις τη γλώσσα σου , εκτός αν ήσουν σε μια κοινότητα προνομιακή , και κάπου την γλίτωνες. Οι Γκαγκαβούζηδες όμως δεν ήταν καλά παιδιά και έτσι έπεφτε μαχαίρι. Με αυτό το ιδίωμα οι προγονοί μας , παρέδιδαν τη γνώση στις επόμενες γενιές. Με αυτό το ιδίωμα γεννούσαν τα παιδιά τους, με αυτό το ιδίωμα τους έλεγαν για την ελληνική καταγωγή τους, με αυτό το ιδίωμα τους βάφτιζαν και τους έκαναν Χριστιανούς. Με αυτό το ιδίωμα τους πάντρευαν και σε αυτό το ιδίωμα έβρισκαν λέξεις τα παιδιά να τραγουδήσουν τα μοιρολόγια των γονιών τους.
Με αυτό το ιδίωμα τραγούδησαν τον έρωτα! Με αυτό το ιδίωμα εξύμνησαν τους ήρωές τους που έχυσαν το αίμα τους για την Ελλάδα που τόσο αγαπούν. Με τέτοια τραγούδια έκαναν τα νυχτέρια, τους γάμους , τα πανηγύρια. Με αυτά χόρευαν. Με το ιδίωμα αυτό ξεσπούσαν ενάντια στους Τούρκους , γι’ αυτό το λόγο ήταν και τόσο μισητοί ώστε κατά τον διωγμό διώχτηκαν ως «Φανατικοί Έλληνες». Η παράδοσή μας είναι αυτή. Τραγούδια και χοροί στο ιδίωμα αυτό. Σε άλλους αρέσουν, σε άλλους όχι. Όσοι είναι καχύποπτοι και είναι δυστυχώς για μας πολλοί, τότε ας μην τραγουδούν τα τραγούδια αυτά, μη χορεύουν τους χορούς μας , μην ακούν τον πόνο της ιστορίας και της προσφυγιάς. Έχουν κάθε επιλογή έστω κι αν έχουν «παραλάβει» όλα αυτά απ’ τους γονείς τους ,να μην «παραδώσουν ποτέ». Κάποιοι άλλοι , όπως εμείς, παραλάβαμε και θα παραδώσουμε, αφήνοντας την επόμενη γενιά να κρίνει αν με τη σειρά της «Θα παραδώσει» και αυτή. Θα σώσουμε τα όποια τραγούδια , θα διατηρήσουμε τα ρούχα τα παλιά, θα χορέψουμε τους χορούς μας και θα περισώσουμε ότι μπορούμε απ ‘ τα έθιμα εκείνα τα παλιά….Γιατί όλα αυτά είναι η ιστορία μας.
Τα χρόνια περνούν , οι συνθήκες αλλάζουν , ο κόσμος γίνεται πιο ξένος μεταξύ του. Σήμερα , κανένας δεν έχει να φοβηθεί το έθιμο του “Μπέη”, ούτε το θίασο που τον ακολουθεί που χρόνια πριν συμβόλιζε κάτι , ούτε κάποιος θα πιστέψει πως θα βρέξει , αν ξαφνικά δει μπροστά του ένα κοριτσάκι με πράσινα φύλλα που το λένε “Ντόντολα ή Πιρπιρούνα”. Κανένας δεν περιμένει τα Χριστούγεννα να φάει χοιρινό , αυτό που με πολύ αγάπη πρόσφεραν οι νοικοκυρές στον Ντεβετζή και την Καμήλα του κατά τους καλαντισμούς. Είναι όλα αυτά όμως τα έθιμά μας. Αυτά που κάποιοι πίστεψαν πως δεν ήταν ανάγκη να μας τα παραδώσουν και δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια. Δεν υπάρχει πια ανάγκη. Όταν πάψει τελείως το ενδιαφέρον, τότε θα σκονίζονται στα ράφια , οι φορεσιές , τα τραγούδια , οι χοροί μας. Όσο όμως υπάρχουν άνθρωποι που τα θέλουν, τόσο ο ρόλος μας είναι να τα διαφυλάξουμε και να τους τα δώσουμε!!

Δυστυχώς υπάρχουν και οι «προοδευτικοί» , αυτοί που ζουν με το φόβο μην στιγματιστούν και νιώθουν ντροπή!! Ντρέπονται για τη μάνα τους , τη φτώχια και την προσφυγιά που πέρασαν οι πρόγονοί τους!! Ντρέπονται για το ότι με αυτό το ιδίωμα μας έκαναν ανθρώπους με άποψη!! Που ενώ δεν ήξεραν ούτε μια λέξη στα ελληνικά μας βοήθησαν με τον τρόπο τους να προοδεύσουμε τόσο που να τους κατακρίνουμε που θέλουν να τραγουδούν ή να χορεύουν όπως ακριβώς έκαναν και οι δικές τους μανάδες!!
Δεν προσβάλλει η παράδοσή μας κανέναν. Αντιθέτως τιμά τους προγόνους μας . είναι κρίμα που προσπαθούν να μας κάνουν να ντρεπόμαστε και θεωρούν πως μπορούν να μας προσβάλουν!!
Αγαπώ αυτό που κάνω και θα συνεχίσω με το ίδιο πάθος και ζήλο!! Γιατί συνεχίζουμε να μιλάμε τα γκαγκαβούζικα; Μα αυτη ειναι η γλώσσα με την οποία μεγαλώσαμε στα σπίτια μας!! Θέλουμε και το επιδιώκουμε να προχωρήσουμε στη μετάφρασή των τραγουδιών, για να νιώσετε και σεις τα λόγια που με τόση σοφία , αγράμματοι άνθρωποι συνέθεσαν αυτές τις μελωδίες εκφράζοντας την χαρά και τον πόνο! Ποτέ όμως δεν θα αλλοιώσουμε αυτή καθ’ αυτή την Ιστορία των ανθρώπων αυτών!