Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ-ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΑΠΝΑΣ-ΤΡΑΥΜΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Είναι αποδεκτό ότι το ιδιαίτερης αξίας κομμάτι του ελληνισμού που ζούσε στον Πόντο στην Θράκη στην Ιωνία και στην Καππαδοκία μπήκε στο περιθώριο αμέσως μετά την έλευση του ως ακρωτηριασμένο προσφυγικό σώμα στον ελλαδικό χώρο. Ήταν βάρος που έπρεπε ή να εξαφανισθεί ή τουλάχιστον να μείνει χωρίς ουσιαστικό μέλλον και αυτό μπορούσε να γίνει με την ολοκληρωτική ισοπέδωση του πλούσιου παρελθόντος. Σύντομα ο πρώτος ακρωτηριασμός ακολουθήθηκε και από ένα δεύτερο με τον διασκορπισμό τους σε όλη την Ελλάδα και από έναν τρίτο στη δεκαετία του 1950 και 1960, με τη μετανάστευση σε όλο τον κόσμο. Η υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου φιλίας του 1930 δεν λειτούργησε μόνο οικονομικά εις βάρος των προσφύγων αφού η συντριπτική πλειοψηφία τους είδε να χάνεται το ενδεχόμενο αποζημίωσης των περιουσιών τους, αλλά λειτούργησε ηθικά και πολιτικά σαν το πρώτο μέσο για την εξαφάνιση του προσφυγικού πληθυσμού, όπως και την εξαφάνιση της μνήμης.

Ούτε επιτρέπεται να θυσιάζουμε την ιστορική αλήθεια σε καμία σκοπιμότητα, όπως, δυστυχώς καθιερώθηκε να γίνεται απ' τον καιρό που χαράχτηκε η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία. Η άστοχη τακτική της αποσιώπησης των γεγονότων της ιστορίας ήταν ίσως κι' ένας απ' τους λόγους που τόσο άσκημα πορεύτηκε η «φιλία» με τους Τούρκους. Να ρίξουμε τον πέπλο της λήθης στο παρελθόν αλλά να ξέρουμε, όχι να κρύβουμε.

Η σιωπή και η λήθη ποτέ δε βοηθά στην αδελφοποίηση και την προσέγγιση των λαών και των εθνών και η παραγραφή των αδικημάτων που υπέστησαν ήταν προϋπόθεση για αυτού του τύπου την ελληνοτουρκική φιλία. «Να ξεχάσουμε» ήταν η παρότρυνση της περιόδου εκείνης.

Η μεταπολίτευση άνοιξε έναν άλλο κύκλο ο οποίος όμως, κατά τη γνώμη μου, ήταν πολύ περιορισμένος πολιτισμικά και πολιτικά. Το μοντέλο δεν μπορούσε να λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο, γι' αυτό και υπήρχε η μεγάλη φυγή της νεολαίας από τα σωματεία. Δεν μπορούσε να προσελκύσει την τρίτη γενιά παρά μόνο σε ένα μικρό κομμάτι του προσφυγικού πολιτισμού. Για αυτό και υπήρξαν οι αναζητήσεις και οι διεκδικήσεις που έφτασαν στο να αναδειχθούν κάποιες ψηφίδες του μεγάλου ψηφιδωτού του περιφερειακού Ελληνισμού που καταστράφηκε. Σε αυτούς τους λίγους έμελε να παλέψουν ενάντια στη επίθεση που γίνονταν όλα αυτά τα χρόνια ενάντια στη μνήμη και όπως έλεγε ο Τσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα «η πάλη του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι η πάλη της μνήμης κατά της λήθης» .

Αυτός ο κύκλος συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1990, όταν οι πρόσφυγες κατανόησαν ότι δεν μπορούσε να κινηθεί ένας σύγχρονος άνθρωπος μόνο με ένα μέρος της ιστορίας τους. Δεν έφτανε για να ζήσει μόνο με αυτό. Η ανάδειξη της κυριότερης αιτίας για την διακοπή της συνέχειας του ελληνισμού της Ανατολής που ζούσε στο Οθωμανικό κράτος ήταν η αρχή για ένα νέο κύκλο. Σε αυτόν ανάμεσα στους συμμετέχοντες είναι και ο Βλάσης Αγτζίδης, ο οποίος με τα βιβλία του πέντε στον αριθμό, αν θυμάμαι καλά, προσπαθεί να αναδείξει και να κάνει κτήμα όλων μας, το κομμάτι του ελληνισμού που κατοικούσε για εκατοντάδες χρόνια στα ανατολικά της Μαύρης Θάλασσας. Ενός ελληνισμού που συγκροτήθηκε λίγο πριν και μετά το οριστικό διώξιμο από τις γενέθλιες πατρίδες του μικρασιατικού Πόντου, οργανώθηκε σε όλα τα επίπεδα, απέκτησε κοινωνικές δομές και συνάμα ήταν το καταφύγιο των κυνηγημένων αριστερών από την Ελλάδα. Τα πρώτα χρόνια της εγκαθίδρυσης της Σοβιετικής επανάστασης και στα πλαίσια της πολιτικής των μπολσεβίκων, συνομίλησε ισότιμα και υλοποίησε τις πλέον προχωρημένες ιδέες του ελληνικού δημοτικισμού. Στο διάβασμα και στο ηχόχρωμα των λέξεων σήμερα ίσως οι περισσότεροι από εμάς να παραξενευόμαστε, όμως αυτή ήταν η γλώσσα των προγόνων μας με αυτή μας μεγάλωσαν και μας έδωσαν τα πρώτα εφόδια να περπατήσουμε στη ζωή μας.

Ο Κόκκινος Καπνάς (Κόκινος Καπνας) ήταν ένα επίσημο σοβιετικό ελληνικό έντυπο του μεσοπολέμου. Μέσα από τις σελίδες τους όπως μας τις παραδίδει ο Βλάσης από την έρευνά του και την αποτύπωση στο βιβλίο του, παρακολουθούμε όλη την πορεία του ελληνισμού του Καυκαύσου, τις νέες ιδέες για την κοινωνία που έρχονται μέσα την Οκτωβριανή επανάσταση, τις αντιλήψεις για τον πολιτισμό, τις συγκρούσεις με τις παλιές ιδέες, τον μετασχηματισμό όχι μόνο των οικονομικών δομών αλλά και της ίδιας της κοινωνίας. Μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας προβάλλει ένας άγνωστος ελληνικός κόσμος, ο οποίος κλήθηκε να πειθαρχήσει στις νέες απόψεις που εκφράστηκαν από τη σοβιετική εξουσία.

Οι λεπτομέρειες για τις ελληνικές κοινότητες, πληθυσμιακά, πολιτιστικά, οικονομικά στοιχεία που δίνει η εφημερίδα έρχονται να καλύψουν το μεγάλο κενό της γνώσης μας για τον ελληνισμό αυτής της περιοχής άγνωστης για τους περισσότερους. Παράλληλα διατυπώνετε και διαπιστώνετε από τον αναγνώστη με τον ποιο καθαρό τρόπο η βίαιη σε πολλές περιπτώσεις προσαρμογή τους στο κομμουνιστικό περιβάλλον και στις νέες οικονομικές δομές που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της κολεκτιβοποίησης. Το ελληνικό στοιχείο της Σοβιετικής Ένωσης συμμετείχε σε όλα τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου. Φυσικά και στα όρια που επέτρεπε το σοβιετικό μοντέλο διακυβέρνησης κατάφερνε να αναπτύξει τον δικό του λόγο για τον πολιτισμό την κοινωνική ζωή και να προβάλει ακόμη και πολιτικά αιτήματα.

Ερευνώντας τα ίχνη ενός χαμένου Ελληνισμού, Ο Βλάσης Αγτζίδης ανακάλυψε πριν από αρκετά χρόνια στο Σοχούμι το κρυμμένο αρχείο αυτής της σπάνιας εφημερίδας: Κόκινος Καπνας ο τίτλος της, δηλαδή καπνεργάτης, ο οποίος παρουσιάζει μια ορθογραφικη πρωτοτυπία. Έχει καταργήσει όλα τα φωνήεντα και τα διπλά σύμφωνα, έχει κρατήσει μόνο το “ι”, το “ο” και το “ς”, χρησιμοποιεί το “υ” στη θέση του “ου”. Πρόκειται για μια ακραία εκδοχή του άκρατου δημοτικισμού, που πρέσβευαν τότε οι κομμουνιστές του 20γράμματου αλφάβητου.

Η ιστορία του ελληνισμού της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, και εδώ να πούμε πως δεν αναφερόμαστε μόνο στις ανατολικές περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, υπάρχει ελληνισμός και στα δυτικά παράλια από την Βουλγαρία και τη Ρουμανία περνά στην Μολδαβία και φτάνει μέχρι την Οδησσό, απωθείται είτε διεκπεραιώνεται με καθησυχαστικά στερεότυπα από το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής ιστοριογραφίας. Σε όλες τις περιπτώσεις αντιμετωπίζετε από την σύγχρονη και την παλαιότερη ελληνική εξωτερική πολιτική στα πλαίσια ενός φολκλορικού σχήματος αντιμετώπισης και όχι στα πλαίσια μιας ουσιαστικής παρέμβασης και στήριξης αυτών των πληθυσμών που παρέμειναν στις γενέθλιες πατρίδες, αν μπορούμε να τις ονομάσουμε, αφήνονται να προσπαθούν να βρουν από μόνοι τους δρόμους διεξόδου, κυρίως οικονομικούς και τεκμηρίωσης της ελληνικής τους ψυχής. Και εγώ προσωπικά σαν ερευνητής σε περιοχές πολύ δυτικά από την περιοχή που ερευνά ο Βλάσης συνάντησα πληθυσμούς άλλοτε ελληνόφωνους και άλλοτε τουρκόφωνους, που στην αναζήτηση της ιστορικής τους ταυτότητας προτάσουν το Ρουμ. Πολλές φορές δε δεν γνωρίζουν τι σημαίνει ακριβώς η λέξη αυτή, λέγοντας πως έτσι το βρήκαμε και έτσι θα το πάμε. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με τραυματικές μνήμες ακόμη με γεγονότα που η απλή εξιστόρηση απαιτεί την ανατροπή των σταθερών μας ως ελληνική πολιτεία αλλά και ως ιστορική σκέψη. Είναι όμως γεγονός πως η δημιουργία του νέου ανθρώπου, του σοβιετικού πολίτη, στα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής επανάστασης μπορεί να σήμαινε τη ρήξη με το παλιό τσαρικό καθεστώς και ότι πρέσβευε αυτό την οπισθοδρόμηση και τον απόλυτο έλεγχο του από την κρατική εξουσία και την εκκλησιαστική αποχαύνωση, κατέληξε με την εγκαθίδρυση ενός μονοκομματικού και απόλυτα ελεγχόμενου κράτους αυτός ο πολίτης να αποχαυνωθεί και να μην έχει την δυνατότητα να σκέφτεται να ενεργεί και να παράγει όχι μόνο ιδέες αλλά και ουσιαστικά να μην συμμετέχει ούτε καν στην παραγωγική διαδικασία. Αυτά είναι τα αποτελέσματα του σταλινισμού στη Σοβιετική Ένωση όσο και αν κόπτονται κάποιοι σήμερα να αποκαταστήσουν την παρουσία, την δράση του και την συμβολή του στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Και αν δεν μπορούμε να γενικεύσουμε κάποια πράγματα ένα είναι όμως βέβαιο, όπως συνέβη σε όλη την ρωσική κοινωνία, η εξόντωση του μεγαλύτερου μέρους της διανόησης και η αποσάρθρωση της κοινωνικής του δομής με τη μαζική μετατόπιση των διαφωνούντων ανάμεσα τους και του ελληνικού στοιχείου του Καυκάσου στην Κεντρική Ασία, εξαφάνισαν τα περισσότερα ίχνη του σοβιετικού ελληνικού πολιτισμού του μεσοπολέμου.

Τέλος αυτό που χρειάζεται πέρα από τις αναλύσεις και την έκδοση βιβλίων σχετικών με τη ζωή , την παρουσία και την συνέχεια αυτού του σημαντικού ελληνισμού που παραμένει στις γενέθλιες πατρίδες του είναι να ασκηθεί πίεση από την πλευρά μας για ουσιαστική βοήθεια τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτιστικό επίπεδο, για να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους. Αλλιώς είναι ορατός ο κίνδυνος να χαθούν ανάμεσα στις συμπληγάδες του νεορώσικου εθνικισμού και του παντουρανισμού-παντοτουρκισμού που αναπτύσσεται αντίστοιχα τόσο από την πλευρά της Ρωσίας όσο και από την μεριά της Τουρκίας στα πλαίσια του νέου δόγματος του νεοοθωμανισμού που εκπορεύεται από την Άγκυρα.

Τα τελευταία χρόνια η ιστοριογραφία έχει προχωρήσει πέρα από τη ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων ανάλογα με τα εργαλεία ανάλυσης του κάθε ιστορικού στη διερεύνηση και αναψηλάφηση του επίμαχου και τραυματικού ιστορικού παρελθόντος. Αυτό από μόνο του το γεγονός προκαλεί μία αντιπαράθεση για την ιστορία, την συλλογική μνήμη και ταυτότητα, την ιστορική συνείδηση με σκοπό και πάλι την πολιτισμική και ιδεολογική ηγεμονία αυτού που θα επικρατήσει. Ιστορικοί και ερευνητές μέσα από την αναψηλάφηση αυτή προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα επίμαχα ιστορικά γεγονότα ιδιαίτερα του 20ου αιώνα και εκείνων των ομάδων ανθρώπων που για κοινωνικούς πολιτικούς θρησκευτικούς και φυλετικούς λόγους υπέστησαν τους πιο φρικτούς διωγμούς στο όνομα της εθνικής και φυλετικής καθαρότητας και ομοιογένεια όταν μιλάμε για τον εθνικοσοσιαλισμό και της ολοκληρωτικής ισότητας όταν μιλάμε στον αντίποδα για τον σταλινισμό. Η κατάρρευση των δύο αυτών πολιτικών συστημάτων οδήγησε στην διαμόρφωση ενός νέου φοβικού συνδρόμου το οποίο εκπορεύεται κυρίως από την κυριαρχούσα σήμερα ευρωατλαντική σκέψη που μοναδικό σκοπό έχει να οδηγήσει στον ιστορικό φρονηματισμό των μαζών κατασκευάζοντας μία νέα ιδεολογική σκέψη στα πλαίσια της λογικής πως ο δυτικός πολιτισμός , άρα και η εθνική ιδέα διατρέχει κίνδυνο από τους νοσταλγούς καταρχήν των ολοκληρωτισμών και από τις μειονότητες, τους μετανάστες τους απόκληρους των μεγαλουπόλεων από την πολυπολιτισμικότητα, τις επιδημίες.

Καθημερινά διαπιστώνουμε την κρίση του πολιτικο-οικονομικού συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε. Αυτό και μόνο το γεγονός κάνει αυτές τις κυρίαρχες δυνάμεις να εφευρίσκουν συνεχώς νέα ιδεολογικά σχήματα μέσα από τα οποία θέλουν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση πως ζούμε σε ένα χρόνο και μία ιστορική εποχή χωρίς παρελθόν. Προχωρούν ακόμη περισσότερο αξιοποιώντας την τεχνολογική και επιστημονική έκρηξη των τελευταίων δεκαετιών λέγοντας πως ότι συμβαίνει στα σημερινά χρόνια είναι κάτι πρωτόγνωρο και αμετάκλητο και πως το παρελθόν δεν έχει τίποτα να μας διδάξει. Όταν όμως κάτω από την πίεση για αναψηλάφηση γεγονότων όπως γενοκτονία, διωγμοί, εθνοκάθαρση πληθυσμιακών ομάδων ή την επιμονή μεγάλων ή μικρών πληθυσμιακών ομάδων να καθορίσουν την ταυτότητα τους και την πορεία τους μέσα στο χρόνο, αναγκάζονται να συνηγορήσουν μέχρι ενός σημείου, καταφεύγοντας στη δημιουργία τόπων και επετείων μνήμης με μοναδικό πάντα στόχο το έλεγχο και την μνήμης πολύ δε περισσότερο να καλλιεργήσουν την λήθη.

Είναι λογικό και πολύ περισσότερο για μένα τουλάχιστον δεν ξέρω για τους συνομιλητές μου, να υπάρχει μία διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην κεντρική κρατική ιστορία, η οποία προάγει τη λήθη, και στην ιστορία που αναδεικνύετε μέσα από τις αφηγήσεις, τις μαρτυρίες των απλών ανθρώπων που βίωσαν γεγονότα και που πολλές φορές λογω της συναισθηματικής τους φόρτισης μπορεί και να εξιδανικεύουν την πληθυσμιακή ομάδα από την οποία κατάγονται, ή να ρίχνουν όλο το ανάθεμα για όσα συνέβησαν στους ίδιους αλλά και στους συνφιλούς τους στον αντίπαλο. Έτσι και από μόνο της αυτή η κατάσταση δημιουργεί ένα φοβικό σύνδρομο και ένα δέος απέναντι στον εχθρό αντίστοιχο με αυτό της εξιδανίκευσης της φυλετικής ομάδας στην οποία ανήκει.

Τόσο στο πρώτο βιβλίο όσο και στο δεύτερο βιβλίο του ο Βλάσης, παρακολουθεί την πορεία, την ζωή, τους διωγμούς και τελικά την ενσωμάτωση των προσφύγων στο νεοελληνικό κράτος. Όσα γράφει για τους Πόντιους πρόσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής και τους νεοπρόσφυγες της δεκαετίας του 40 και του 90 ισχύουν και για όλες τις υπόλοιπες προσφυγικές ομάδες και κοινότητες της καθ’υμάς Ανατολής. Η ανάγνωση και των δύο βιβλίων, θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε εκτός από την ψυχοσύνθεση των ίδιων των προσφύγων, πως βίωσαν τον ξεριζωμό τους και πως στάθηκαν απέναντι στην πολιτική εξουσία, θα καταλάβουμε και την στάση της επίσημης εξουσίας απέναντι τους που δεν διαφέρει και πολύ με την αντιμετώπιση των σημερινών μεταναστών και όλων εκείνων των κοινωνικών ομάδων που θέλουν να αρθρώσουν ένα διαφορετικό λόγο μία διαφορετική ιδεολογία και προσέγγιση των κοινωνικών προβλημάτων.

Ένα είναι όμως γεγονός πως ακόμη μέσα στην κοινωνία δεν έχουν λυθεί ζητήματα όπως οι συγκρούσεις μεταξύ αυτοχθόνων και προσφύγων, παλαιοελλαδιτών-χαμουτζήδων και νεοελλαδιτών τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης και τα οποία έχουν διαπεράσει και υπάρχουν σε ένα βαθμό ακόμη στο υποσυνείδητο των απογόνων των προσφύγων και τα οποία φέρνουν βαρέως και οι δύο πλευρές. Κατά την γνώμη μου οι ιστορικοί πρέπει να σκύψουν πάνω από αυτά τα προβλήματα και να δώσουν απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, διεκδικώντας ειδικά για τους απογόνους των προσφύγων της Ανατολής το δικαίωμα στην μνήμη και στην ταυτότητα του κάθε ένα από εμάς.



Σας ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΖΑΡΙΔΗΣ

ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΟΔΙΦΗΣ

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Τοποθέτηση της περιφ. συμβούλου Μαρίας Γκουγκουσκίδου στο Περιφ. Συμβουλίου ΑΝ.ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ για την μεταναστευση

“Η μετανάστευση ιστορικά ήταν πάντα έντονη και απαραίτητη για την επιβίωση των πληθυσμών τόσο λόγω φυσικών φαινομένων όσο και λόγω πολιτικών ανακατατάξεων, πολέμων και οικονομικών ανισοτήτων. Τι γίνεται σήμερα; Με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ στις μέρες μας μετακινούνται πάνω από 200.000.000 μετανάστες, το 3% δηλαδή του παγκόσμιου πληθυσμού. Τι προβλέπεται να γίνει στο μέλλον; Είναι παραπάνω από σίγουρο ότι στο άμεσο μέλλον οι αριθμοί αυτοί θα αυξηθούν διότι η ρευστότητα της διεθνούς κατάστασης αλλά και η συνεχιζόμενη απότομη αλλαγή των κλιματικών δεδομένων θα οδηγήσουν σε περαιτέρω αύξηση της κινητικότητας των πληθυσμών.

Όσον αφορά τη χώρα μας είναι γνωστό από τις αρχές τις δεκαετίας του 90 η Ελλάδα από χώρα εξαγωγής μετανάστευσης μετατράπηκε σε χώρα υποδοχής μεταναστών. Η μετάβαση αυτή δεν ήταν χωρίς δυσκολίες τόσο για την ελληνική πολιτεία όσο και για την ελληνική κοινωνία. Η πρώτη βρέθηκε απροετοίμαστη χωρίς προηγούμενη εμπειρία και υποδομές, ενώ η δεύτερη εμφάνισε αμυντικά, φοβικά σχεδόν αντανακλαστικά, καθώς καλούνταν να συμβιώσει αρμονικά με αλλοδαπούς με ετερογενή σε σχέση με τα δικά της χαρακτηριστικά. Ο ακριβής αριθμός των μεταναστών στη χώρα μας είναι δύσκολο να εντοπισθεί, με δεδομένη την έκταση της παράνομης εισόδου στην ελληνική επικράτεια. Οι περισσότεροι προέρχονται από κοινωνίες με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά τους να ακολουθεί πρότυπα άλλα από εκείνα που χαρακτηρίζουν τους γηγενείς, γεγονός που συνδέεται με την περιθωριοποίησή τους. Οι μετανάστες είναι οι «άλλοι», οι «ξένοι», οι «παράξενοι». Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ένταξη των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία, της οποίας και αποτελούν ενεργά μέλη, φαίνεται ανέφικτη ή έστω απαιτεί να απεμπολήσουν την πολιτισμική τους ταυτότητα.

Κι όμως η ενσωμάτωσή τους στον κοινωνικό ιστό είναι κρίσιμη δοκιμασία για τη δημοκρατική ωριμότητα της ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι μετανάστες αποτελούν πλέον βασική συνιστώσα της κοινωνικής μας οργάνωσης, του συστήματος απασχόλησης και της αγοράς εργασίας και συνεπώς θα πρέπει να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα εισόδου, ένταξης και ενσωμάτωσής τους με συστηματικό και διάφανο τρόπο.

Πρέπει να υπάρξουν θετικές πολιτικές που ωφελούν το μετανάστη και το σύνολο της κοινωνίας. Η πολιτική της κοινωνικής ένταξης δεν είναι χάρη προς τους μετανάστες, αλλά αναγκαίος όρος για να λειτουργήσει η κοινωνία. Είναι μια διαδικασία εμπλουτισμού προς όφελος ολόκληρου του πληθυσμού. Αν δεν γίνει σωστά δημιουργούνται προβλήματα, φόβοι, αγωνίες και προκαταλήψεις και από τις δυο μεριές. Για να γίνει λοιπόν σωστά είναι βασικό να αναγνωρισθεί ότι η συνεκτική κοινωνία είναι αυτή που σέβεται τόσο τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες όσο και τα άτομα. Δεν είναι μόνο ο μετανάστης που πρέπει να προσαρμοσθεί στην Ελλάδα πρέπει και η Ελλάδα να προσαρμοστεί στον μετανάστη. Όπως ζητάμε από τον μετανάστη να προσαρμοστεί σε μια νέα κοινωνία έτσι πρέπει να ζητάμε και από την υπάρχουσα κοινωνία να αλλάξει έτσι ώστε οι νεοφερμένοι να αισθάνονται ευπρόσδεκτοι.

Αν σταθούμε λίγο και αναλογισθούμε, απομακρύνοντας τη σκέψη μας από φοβικά σύνδρομα, από την παραπληροφόρηση των μέσων μαζικής ενημέρωσης και από ακραίες φωνές, που δυστυχώς μόνο αυτές πλέον ακούγονται στις μέρες μας, θα διαπιστώσουμε ότι για μας τους κατοίκους της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης η αποδοχή και η ένταξη των μεταναστών είναι κάτι που πολύ εύκολα μπορούμε να κατανοήσουμε και να πράξουμε. Κι αυτό γιατί η πλειοψηφία των κατοίκων της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης έχουμε ζήσει την προσφυγιά και τη μετανάστευση. Οι οικονομικοί μας μετανάστες στην Αμερική, στην Αυστραλία, στη Γερμανία, στο Βέλγιο και σε άλλες χώρες της Ευρώπης έχουν ζήσει το ρατσισμό και την ξενοφοβία, έχουν βιώσει τις διακρίσεις, την εργασιακή εκμετάλλευση και την κακοποίηση. Οι πρόγονοί μας που ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, κυρίως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έχουν επίσης βιώσει το ρατσισμό και την υποτίμηση, ακόμη ηχούν στ’ αυτιά μας λέξεις και φράσεις όπως ο «τουρκόσπορος» μικρασιάτης, η «παστρικιά» Σμυρνιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πόλη μου η Ορεστιάδα, η οποία δημιουργήθηκε από πρόσφυγες της Αδριανούπολης το 1923, οι οποίοι βρήκαν κλειστές τις πόρτες στις γειτονικές ελληνικές πόλεις που επιχείρησαν να καταφύγουν για να διαμείνουν. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν μετά από όλα αυτά που έχουμε ζήσει να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους αυτούς με τον ίδιο ξενοφοβικό τρόπο με τον οποίο μας αντιμετώπισαν κι εμάς, πώς είναι δυνατόν να έχουμε τόσο μικρή μνήμη και να μην βλέπουμε μέσα στα μάτια των ανθρώπων αυτών τις δικές μας αγωνίες, τους δικούς μας φόβους, το δικό μας πόνο, τη δική μας προσπάθεια να προστατέψουμε τα παιδιά μας, τους δικούς μας αγώνες για την κατάκτηση του αυτονόητου, της ισότιμης αντιμετώπισης δηλαδή κάθε ανθρώπινης ύπαρξης.

Είναι άνθρωποι σαν κι εμάς, ας μην αποστρέφουμε το βλέμμα μας. Αύριο, δεδομένης της ρευστότητας της διεθνούς και ευρωπαϊκής οικονομικής και πολιτικής κατάστασης, μπορεί να είμαστε εμείς στη θέση τους, μπορεί να είναι τα παιδιά μας. Ευθύνη μας λοιπόν είναι να δημιουργήσουμε ένα υγιές ευρωπαϊκό περιβάλλον για τους μετανάστες, το οποίο θα απολαύσουν αύριο και οι απόγονοί μας.

Ο κύριος πυρήνας της πρόσφατης πολεμικής κατά των μεταναστών στην Ελλάδα είναι η αντίληψη ότι η μετανάστευση αποτελεί απειλή για τους ντόπιους εργαζόμενους, ότι η χώρα δεν χωράει άλλους, ότι κινδυνεύουμε να πλημμυρίσουμε από μετανάστες. Το ερώτημα πόσους μετανάστες χωράει η Ελλάδα είναι το ίδιο ανεδαφικό με το αν έθετε κανείς το ερώτημα το 1950 πόσους επαρχιώτες χωράει η Αθήνα ή το πόσους μετανάστες χωράει η Αμερική. Αποδείχθηκε ότι η Αθήνα μπόρεσε να απορροφήσει μερικά εκατομμύρια και να δεκαπλασιάσει τον πληθυσμό της μέσα σε μερικές δεκαετίες. Και το ίδιο αποδείχθηκε ότι η Αμερική χώρεσε εκατοντάδες εκατομμύρια μετανάστες, για την ακρίβεια η Αμερική έγινε μεγάλη οικονομική δύναμη χάρη στους μετανάστες εργάτες. Καμία χώρα ποτέ στην ιστορία δεν έχει πλημμυρίσει από μετανάστες. Πολύ απλά χωρίς μετανάστες ημεδαπούς και αλλοδαπούς δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική ανάπτυξη.

Το πρόβλημα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα είναι ότι αυτή καλείται να διαχειριστεί το 90% των μεταναστών της Ευρώπης, πρώτον διότι είναι η πρώτη χώρα στα σύνορα της Ευρώπης με τις ανατολικές χώρες και δεύτερος διότι σύμφωνα με τον κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης «ΔΟΥΒΛΙΝΟ ΙΙ», γνωστό πλέον σε όλους τους Έλληνες, η αίτηση ασύλου πρέπει να υποβληθεί και να εξετασθεί από το πρώτο κράτος εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ανεξάρτητα από το ποιο είναι το κράτος στο οποίο ο μετανάστης θέλει στην πραγματικότητα να κατευθυνθεί. Αποτέλεσμα του κανονισμού αυτού είναι να εγκλωβίζεται στην Ελλάδα όλος αυτός ο όγκος των μεταναστών, από τους οποίους ελάχιστοι θέλουν να μείνουν εδώ, σε μια χώρα που αδυνατεί να εγγυηθεί τα θεμελιώδη δικαιώματά τους.

Η λύση στο πρόβλημα μπορεί να εξευρεθεί μόνο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα θεσμικά της όργανα. Αντί η κυβέρνηση να καταφεύγει σε δαπανηρά, αμφίβολης αποτελεσματικότητας και ίσως επικίνδυνα από ανθρωπιστικής πλευράς μέτρα, όπως είναι ο φράχτης της Νέας Βύσσας και τα πλωτά κέντρα φύλαξης λαθρομεταναστών, να εντείνει τις προσπάθειές της σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να αγωνισθεί δυναμικά στα θεσμικά ευρωπαϊκά όργανα για την αλλαγή της μεταναστευτικής πολιτικής, έτσι ώστε να καταργηθεί ο κανονισμός ΔΟΥΒΛΙΝΟ ΙΙ, για να προωθούνται στο εξής οι μετανάστες στις χώρες που πραγματικά θέλουν να πάνε, οι οποίες και να είναι πλέον υποχρεωμένες να εξετάσουν οποιοδήποτε αίτημα ασύλου, να επιτευχθεί έτσι μια δικαιότερη κατανομή των μεταναστών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για όσους παραμείνουν στην Ελλάδα να δημιουργήσουμε οργανωμένα κέντρα υποδοχής μεταναστών, η Περιφέρεια σε συνεργασία με τους Δήμους, την Εκκλησία και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, όπου θα τους παρέχεται σίτιση, ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ειδική εκπαίδευση για τα παιδιά τους και ψυχολογική υποστήριξη. Να τους εντάξουμε στη νόμιμη αγορά εργασίας και θα δούμε πως πολύ γρήγορα οι μετανάστες αυτοί θα βοηθήσουν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας.

Αισθάνομαι μεγάλη ευθύνη ως μέλος του πρώτου εκλεγμένου περιφερειακού συμβουλίου να έχουμε μια υπεύθυνη στάση απέναντι στο θέμα αυτό. Φέρουμε τεράστια ευθύνη απέναντι στους κατοίκους της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης να τους κατευθύνουμε σωστά, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζουμε κι εμείς την κατάσταση αυτή απαντώντας σε ερωτήματα του τύπου: ναι ή όχι στο φράχτη του Έβρου, θέλουμε ή όχι μετανάστες στην Ελλάδα, οι μετανάστες είναι καλοί ή κακοί; Έχουμε ευθύνη να ωθήσουμε την κοινωνία της περιφέρειάς μας πιο πέρα, να την βοηθήσουμε να ξεφύγει από αγκυλώσεις του παρελθόντος, να είναι κριτική απέναντι σε ιδεολογήματα με τα οποία βομβαρδίζεται καθημερινά.

Έχουμε ευθύνη να απαντήσουμε στην κυβέρνηση ότι εμείς εδώ στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη διατηρούμε την ψυχραιμία μας. Αρνούμαστε τη λήψη αμφίβολης αποτελεσματικότητας, επικίνδυνων από ανθρωπιστικής πλευράς αλλά και ξεπερασμένων μέτρων στην περιοχή μας, όπως είναι ο φράχτης και τα πλωτά κέντρα φύλαξης μεταναστών. Αυτό που έχει άμεση ανάγκη ο Νομός Έβρου είναι έργα υποδομών και ανάπτυξης και όχι να γραφτεί στην ιστορία ως σύμβολο διχασμού και ξενοφοβίας."