Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

31o ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΑΥΤΗ ΗΤΑΝ Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ-ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΜΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΤΗΚΕ ΜΕ ΦΩΤΟ-ΧΑΡΤΕΣ ΚΛΠ. ΗΤΑΝ Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΕ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ

Οι Γκαγκαβούζηδες και η πορεία τους μέσα στο χρόνο

Χρ. Κοζαρίδης- ιστοριοδίφης ερευνητής

Ανατρέχοντας σε βιβλία, εγκυκλοπαίδειες και λεξικά για την ετυμολογία της λέξης «Γκαγκαβούζηδες», εντοπίσαμε την εξής φράση: Τουρκόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί της Θράκης. Συνεπώς θεωρείται ότι αποτελούν μία τουρκόφωνη «μειονότητα», η οποία κατοικεί σε ελληνικό έδαφος και πιστεύει στον χριστιανισμό. Έχοντας ως βάση αυτήν την φράση, επιχειρείται με την παρούσα εργασία η τεκμηρίωση των ιδιαίτερων εκείνων ιστορικών στοιχείων που διασαφηνίζουν την φυλετική καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων.
Ειδικότερα γίνεται μια προσπάθεια παρουσίασης αφενός της πορείας των Γκαγκαβούζηδων μέσα στον χρόνο μέχρι την σημερινή τους μόνιμη εγκατάσταση σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων, κι αφετέρου, να αναδειχθούν μέσω της ανάλυσης των ιστορικών στοιχείων οι ιδιαιτερότητες αυτού του άγνωστου, μέχρι πρότινος, πληθυσμιακού φύλου. Για την συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η εθνογραφική μέθοδος , η οποία περιλαμβάνει τη χρήση πρωτογενών και δευτερογενών πηγών. Οι πρωτογενείς πηγές αφορούν δεδομένα που προέρχονται από την επιτόπια έρευνα με ημι-δομημένες καθώς και ανοικτού τύπου συνεντεύξεις. Το δείγμα επιλέχτηκε με βάση την εντοπιότητα και το αποτέλεσαν ντόπιοι κάτοικοι που διαμένουν μόνιμα στις διάφορες περιοχές, ηλικίας 20-100 ετών. Η μέθοδος έρευνας είναι αυτή της προφορικής ιστορίας, μέσω της οποίας προβάλλεται η μνήμη της καθημερινότητας των ανθρώπων ως ένα ερευνητικό πεδίο της κοινωνικής ιστορίας.
Το παρελθόν των Γκαγκαβούζηδων είναι αποσπασματικά καταγραμμένο, κυρίως, στην ελληνική ιστοριογραφία. Η διαδρομή και η παρουσία τους γενικά αγνοείται, προβάλλονται διαφορετικές απόψεις οι οποίες πηγάζουν κυρίως από την ερμηνεία που δίνει η κυρίαρχη εθνολογική και ιστορική άποψη. Η αναζήτηση και η καταγραφή των πηγών πρέπει να παρακολουθεί την ιστορική διαδρομή των βαλκανικών λαών. Είναι κοινώς διαπιστωμένο πως η ιστορία των λαών της Χερσονήσου του Αίμου δεν ανταποκρίνεται στο σημερινό status των βαλκανικών κρατών, τα οποία διαμορφώθηκαν από τα μέσα του 19ου αιώνα, τα σύνορα τους καθορίσθηκαν μετά από αιματηρούς πολέμους και κάτω από την επίδραση εθνικών ιδεολογιών.
Στηριζόμενοι στην σχετική βιβλιογραφία, διαπιστώνει κανείς ότι οι περισσότερες αναφορές για τους Γκαγκαβούζηδες γίνεται κυρίως από την τουρκική σχολή ιστορίας, σύμφωνα με την οποία και στα πλαίσια της παντουρκιστικής ιδεολογίας προέρχονται από σελτζουκικά τουρκικά φύλα, τα οποία έφτασαν στην περιοχή της Δοβρουτσάς μετά το 1260, ακολουθώντας τον σουλτάνο Izzeddin Keykvus Β΄ , , . Η άποψη αυτή αντικρούεται από τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα, όπως καταγράφονται μέσα από τις πηγές. Ο Καϊ-Καούζ, εγκαταστάθηκε στην Κριμαία το 1265 , μετά από ολιγόμηνη εγκατάσταση στην Κωνσταντινούπολη και κατ’ άλλους στο κάστρο της Αίνου, όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατο του το 1275-76 και όχι στη Δοβρουτσά, ούτε επέστρεψε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη. Άρα, δεν θα μπορούσε μετά από 7 με 8 αιώνες να διατηρείται ως ανάμνηση στους πληθυσμούς της Δοβρουτσάς, το επώνυμο κάποιου που ποτέ δεν ήταν ηγέτης τους.
Επιπρόσθετα επιχειρούν να συνδέσουν ακόμη περισσότερο την σελτζούκικη καταγωγή τους με την εμφάνιση των πρώτων τουρκικών φύλων στα Βαλκάνια υιοθετώντας την θέση πώς ο Σαρί-Σαλτίκ ήταν συγγενής του Σουλτάνου Καϊ-Καούζ, πως προετοίμασε το έδαφος για την εγκατάσταση των υπηκόων του στις κοινότητες Μπεκτασίδων που είχε ήδη ιδρύσει στη Δοβρουτσά. Μέσα από τις πηγές δεν διαπιστώθηκε καμία συγγένεια, αντιθέτως καταγράφεται πως ήταν ένας Τουρκομάνος νομάς στο όρος Αραράτ, ο οποίος γνωρίστηκε με τον Χατζή Μπεκτάς έγινε ιεραπόστολός του, με δράση στη Γεωργία και τη Δοβρουτσά. Αποσιωπούν το γεγονός πως οι Σελτζούκοι-μουσουλμάνοι-Μπεκτασίδες της Δοβρουτσάς το 1309, με επικεφαλής τον Χαλίλ-Ετζέ,λίγο μετά το θάνατο του Σαλτίκ έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στο εμιράτο Καρεσί της Μικράς Ασίας και έτσι η μπεκτασίδικη κοινότητα της Δοβρουτσάς, η οποία ιδρύθηκε το 1263/4 καταργήθηκε το 1309/10 .
Η σύνδεση του Καϊ-Καούζ με το πριγκιπάτο της Καβάρνας που επιχειρείται καταρρίπτεται μέσα από τις ίδιες τις πηγές διότι αυτό εμφανίζεται περίπου το 1320 και αναφέρεται ως «Χώρα του Δομπροτικίου », και ώε Χώρα των Καρβούνων. Ακόμη δε περισσότερο που μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς, ονομάσθηκε Ντομπρουτσά, τοπωνύμιο με απευθείας παραπομπή στο όνομα του Ντομπροντίτσα. Ίσως να συνέβαλαν σ’ αυτό και οι αυτόχθονοι πληθυσμοί, διατηρώντας στη μνήμη τους έναν από τους πιο αξιόλογους ηγεμόνες που ανέδειξε η περιοχή.
Η έρευνα ανέδειξε και τα εξής στοιχεία από την πολιτική τους ζωή: Με την κατάκτηση της περιοχής τους τους Οθωμανούς, δεν τους υποδέχτηκαν ως ελευθερωτές αλλά απεναντίας αντιστάθηκαν σθεναρά και κατέληξαν ραγιάδες μαζί με τους υπόλοιπους χριστιανικούς πληθυσμούς. Στην παράδοση τους αναφέρεται πως γυναίκες Γκαγκαβούζες της Καβάρνας και της Καλιάκρας προτίμησαν να πέσουν στο γκρεμό και να πεθάνουν παρά να πέσουν στα χέρια των Οθωμανών. Αν όντως ήταν τουρκικό φύλο, για ποιο λόγο να αντισταθούν στην προέλαση των Οθωμανών και να μην αυτομολήσουν όπως έκαναν τα «αδελφά φύλα» οι Ούζοι και οι Πατζινάκες στην μάχη του Μαντζικέρτ.
Και εν τέλει, ενώ παρατηρήθηκε σε όλα τα τουρκογενή φύλα της περιοχής μαζικός εξισλαμισμός αντιθέτως, οι Γκαγκαβούζηδες της νότιας Δοβρουτσάς παρέμειναν χριστιανοί. Σε όλα αυτά τα ερωτήματα η τουρκική σχολή ιστορίας δεν απαντά και εσκεμμένως τα αποσιωπά.
Στα πλαίσια της παντουρκιστικής θεωρίας, αποσιωπείται πως στην πόλη της Βάρνας και τη γύρω περιοχή από τα αρχαία χρόνια και μέχρι τα πρωτοβυζαντινά κατοικούσαν οι Κροβύζοι ή Κροβούζοι, έθνος θρακικό ή γετικό. Στη ρωμαϊκή περίοδο, οι Κροβύζοι είναι γνωστοί ως Καττούζοι ή Κατταούζοι και χαρακτηρίζονται ως λαός Πυγμαίων. Παραβλέπεται η κοινή ρίζα και ετυμολογία μεταξύ των δύο ονομάτων, Κροβύζων και Κατταούζων με των Γκαγκαούζων του μεσαίωνα και επιμένουν αυθαίρετα συσχετίζοντας το όνομα Καϊ-Καούζ με το εθνωνύμιο τους. Επιμένουν πως ο εκχριστιανισμός τους συντελέστηκε από το 1009 και μετά, παραβλέποντας την εκκλησιαστική ιστορία της περιοχής. Η εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει ως πρώτο ιεραπόστολο τον Απόστολο Ανδρέα και ως πρώτο επίσκοπο Βάρνας τον Αμπλία, έναν από τους 70 αποστόλους.
Μία άλλη άποψη διατυπώθηκε, κυρίως από Έλληνες ιστορικούς η θεωρία περί κοινής καταγωγής με τους Καραμανλήδες της Μικράς Ασίας. Αν και η γλώσσα τους είναι κοινή, αντιμετωπίζονται από τους ίδιους τους Γκαγκαούζους με δυσπιστία. Την ίδια στάση τηρούν και με τους Βούλγαρους. Όταν θέλουν να βεβαιωθούν αν ο συνομιλητής τους είναι Γκαγκαούζης ρωτούν: «σεν μιλέτ μι σιν;- εσύ από το δικό μας έθνος είσαι;» .
Για να αποδείξουν την κοινή καταγωγή Καραμανλήδων και τους Γκαγκαβούζηδων καταγράφουν κοινά χαρακτηριστικά όπως: Είναι τουρκόφωνοι, διαβάζουν και γράφουν τα τουρκικά, χρησιμοποιώντας ελληνικό αλφάβητο (καραμανλίδικη διάλεκτος). Τα ονόματά τους είναι ελληνικά, ενώ τα επίθετά τους συνήθως τουρκικά και τελειώνουν σε -ογλου. Στην εκκλησία, το Ευαγγέλιο, ο Απόστολος και άλλες προσευχές διαβάζονταν στα καραμανλίδικα. Διακρίνονται για την έντονη θρησκευτική τους συνείδηση. Εκκλησιαστικά υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το ενδιαφέρον είναι ότι μέχρι την εμφάνιση των καραμανλίδικων βιβλίων η λειτουργία στις εκκλησίες γίνονταν αποκλειστικά στα ελληνικά. Αντίθετα είναι πολύ αναπτυγμένη η δημώδης προφορική λογοτεχνία.
Αναλύοντας τα χαρακτηριστικά διαπιστώσαμε πως αυτά ισχύουν για όλους τους τουρκόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ορισμένα από αυτά για όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του Πατριαρχείου. Άρα δεν αποτελούν στοιχεία κοινής καταγωγής παρά μόνο κοινής θρησκευτικής πίστης.
Όσοι επιμένουν για την καραμανλίδικη καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων, γράφουν πως πρόκειται για μετανάστες Καραμανλήδες. Ο J. Eckmann αναφέρει ότι μεμονωμένοι οικισμοί Καραμανλήδων υπήρχαν στη βαλκανική χερσόνησο, στη Βεσσαραβία, στην Κριμαία και στη Συρία. Ο Σ. Α. Χουδαβέρογλου-Θεόδοτος στηριζόμενος σε προφορικές καταγραφές υπογραμμίζει: «Οι τουρκόφωνοι Έλληνες της Καππαδοκίας διεκπεραιώθηκαν εις τα ευρωπαϊκά παράλια του Ευξείνου, εγκατασταθέντες εν Βάρνη, Πύργω, Βαλτσικίω και Παζαρτζικίω».
Είναι κοινά αποδεκτή η μετανάστευση ή η μεταφορά πληθυσμών από τη Μικρά Ασία στα Βαλκάνια. Έχουν εντοπιστεί μεμονωμένοι οικισμοί ή παροικίες, όχι όμως συμπαγείς πληθυσμοί Καραμανλήδων στον βαλκανικό χώρο.
Γίνονται αναφορές από ιστορικούς και εθνολόγους κυρίως της Βουλγαρίας πως είναι απόγονοι Ουζικών ή Κουμανικών ή Πρωτοβουλγαρικών φύλων. Ένας από αυτούς ο Αθ. Μάνωφ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ερμηνεία της λέξης Γκαγκαβούζοι δεν αποτελεί χαρακτηριστικό φυλής, αλλά δηλώνει τον χριστιανό ορθόδοξο.
Παρακολουθώντας μέσα από τις πηγές την πορεία των χριστιανικών πληθυσμών της Δοβρουτσάς, όπου εντοπίζονται και καταγράφονται οι Γκαγκαβούζηδες παρατηρούμε πως από τα έτη 1750-1769, 1787-1791, 1800-1812, 1828-30-50 και 1878-80 αναγκάζονται συχνά να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω των συχνών επιδρομών από τις συμμορίες των Dali Kircali-άτακτων μουσουλμανικών ομάδων και επειδή η περιοχή τους ήταν το θέρετρο των ρωσοτουρκικών πολέμων. Έτσι μεγάλες ομάδες πέρασαν τον Δούναβη και εγκαταστάθηκαν στις νότιες περιοχές της Μολδαβίας και της Ουκρανίας (πρώην Βεσσαραβία)ενώ ένας μικρός αριθμός κατευθύνθηκε προς τη Νοτια Βουλγαρία και Ανατολική Θράκη. Ολιγάριθμοι παρέμειναν στη Νότια Δοβρουτσά, σε χωριά της παραλιακής ζώνης από τη Βάρνα μέχρι τα Μαγκάλια της σημερινής Ρουμανίας.
Είναι δε χαρακτηριστική η αναφορά στα κατάστιχα της δημογεροντίας της Βάρνας όπου καταγράφεται η ημερομηνία εισόδου των Ρώσων «1828 Ιουλίου πρότι μ.μ. κιριακί αφού ίλθεν ο ρούσος εις τιν Βάρναν κε πολέμισε εος σεπτεμβρίου 29, μπικεν μέρα σάβατο» και στη συνέχεια η πρώτη μαζική αναγκαστική μετανάστευση«Πάλε ίλθεν ο ρούσος εις τιν Βάρναν κε πολέμισε τρις μινες κε πιρεν τιν Βάρνα, και εκάθισε μέσα εις τιν Βάρναν 18 μήνας, έκανεν αγάπι με τον Τούρκο και έδοσε πίσου (εννοεί τη Βάρνα) και η χριστιανι έφιγαν άλλη εις τιν ρουσίαν, άλι εις τιν μολτόβα και λίγι έμειναν μέσα εις τιν βάρνα και άλι εις τιν κωνσταντινούπολιν». .
Στην ιστορία των βαλκανικών λαών ξεχωριστή θέση έχει ο 19ος αιώνας. Είναι η περίοδος των απελευθερωτικών αγώνων των λαών της βαλκανικής χερσονήσου. Η πρώτη σοβαρή απόπειρα ενεργού συμμετοχής τους γίνεται από τον Δ. Βατικιώτη, τον οποίο ακολουθούν, λόγω της ηγετικής του φυσιογνωμίας και του σεβασμού προς το πρόσωπό του. Όντας αξιωματικός του ρωσικού στρατού, μυήθηκε στη «Φιλική Εταιρεία» στις 2 Αυγούστου 1818, στο Τομάροβο της Βεσσαραβίας, έχαιρε εξαιρετικής εκτίμησης μεταξύ των Βουλγάρων και των Γκαγκαβούζηδων της Βεσσαραβίας και των παραδουνάβιων ηγεμονιών .
Για την «καθ΄ ημάς Ανατολή», ο 19ος αιώνας θεωρείται επίσης ως περίοδος μετασχηματισμού της θρησκευτικής κοινότητας σε εθνική. Στα Βαλκάνια ομόδοξοι εθνικισμοί συγκρούστηκαν, διεκδικώντας τους ίδιους πληθυσμούς. Αμφότεροι στα επιχειρήματά τους χρησιμοποίησαν τη θρησκεία και τη γλώσσα ως βασικά στοιχεία του έθνους, της φυλής και του Γένους . Τελικά το 1878 αναγνωρίζετε ως ανεξάρτητη η βουλγαρική εκκλησία. Στα διοικητικά της όρια δεν συμπεριλαμβάνονται 24 Πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της μητρόπολης Βάρνας, τα οποία αναγνωρίζουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Η έρευνα απέδειξε πως κατοικούνταν από ελληνικούς και γκαγκαβούζικους πληθυσμούς.
Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-78 , Η ανακήρυξη της βουλγαρικής ηγεμονίας και η ανεξαρτησία της βουλγαρικής Εκκλησίας ήταν γεγονότα που σημάδεψαν την ως τότε ειρηνική συμβίωση των δύο λαών. Οι βουλγαρικές αρχές, για να αντιμετωπίσουν την οργανωμένη αντίδραση των ελληνικών κοινοτήτων έλαβαν διάφορα μέτρα. Σε όσους αντιστάθηκαν, έδωσαν διορία λίγων ημερών να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η υποχρεωτική μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών από τη Βουλγαρία προς την Ελλάδα ξεκίνησε από την εποχή της σύστασης του βουλγαρικού κράτους.
Με την αρωγή των Ρώσων οι Βούλγαροι επεδίωκαν να εξαλείψουν κάθε οργανωμένη μειονότητα. Στους γκαγκαβούζικους πληθυσμούς χρησιμοποίησαν το επιχείρημα της φυλετικής συγγένειας, της μακρόχρονης συμβίωσης και κοινής παράδοσης για να τους πείσουν να ενταχθούν στην Εξαρχία.
Όσοι αντιστάθηκαν στις πιέσεις υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Αυτή την περίοδο παρατηρούνται, λόγω των έντονων πιέσεων, οι πρώτες ομαδικές προσχωρήσεις στη βουλγαρική Εκκλησία ελληνικών και γκαγαβούζικων πληθυσμών στο Προβαντί, στο Σούμεν και στο Χατζηογλού-Παζαρτζίκ, σημερινό Ντόμπριτς.
Η Δοβρουτσά αποτελούσε πάντοτε πεδίο αντιπαλότητας μεταξύ Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Άλλαζε συνεχώς διοικήσεις και κρατικά σύνορα, με αποτέλεσμα να προκαλούνται συνεχείς μεταναστεύσεις πληθυσμών, για να αποφύγουν τα αντίποινα των νέων κατακτητών.
Ο ακριβής αριθμός των Ελλήνων και Γκαγκαβούζηδων της Βουλγαρίας είναι δύσκολο να υπολογιστεί. Στη βουλγαρική απογραφή του 1900 αναφέρονται 7.800 τουρκόφωνοι Γκαγκαούζοι με ελληνική συνείδηση, ενώ την ίδια χρονιά ο Th. Ivancov τους υπολόγιζε σε 8.251 και το 1910 σε 9.313, συμπεριλαμβάνοντας και όσους κατοικούσαν στους νομούς Μπουργκάς, Βάρνας και Πλόβντιφ.
Μετά από λίγα χρόνια και μέχρι το 1925 η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων και Γκαγκαβούζηδων αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ανατολική Θράκη και σε ελληνικά εδάφη κυρίως στην Κεντρική Ελλάδα.

Πρώτες εγκαταστάσεις Γκαγκαβούζικων πληθυσμών στην ανατολική Θράκη
Οι πρώτες εγκαταστάσεις Γκαγκαβούζηδων στην ανατολική Θράκη με βάση τις μαρτυρίες, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του 1512 και 1566, την εποχή του Σελίμ Α’ Γιαβούζ ή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή . Το 1578 ο περιηγητής Gerlach αναφέρει πως η Χάφσα είναι ένα μικρό τιμάριο ιδιοκτησία του Μεχμέτ πασά και οι λιγοστοί χριστιανοί κάτοικοι εκκλησιάζονται σε διπλανό χωριό, πιθανόν στο Χάσκιοϊ. Την ίδια περίοδο θα πρέπει να έγινε και η εγκατάσταση των Γκαγκαβούζηδων από τη Δοβρουτσά στην Ζίχνη Σερρών.
Μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα οι πληροφορίες μας στηρίζονται στις αφηγήσεις των περιηγητών. Οι επόμενες εγκαταστάσεις έγιναν μετά τους διωγμούς το 1820-1878 και ξεκίνησαν λόγω της συμμετοχής τους στο πλευρό των Ρώσων κατά την διάρκεια των ρωσοτουρκικών πολέμων.
Στην πορεία τους αυτή προς τα νότια κάποιοι παρέμειναν στην Γιάμπολ και στα γύρω χωριά. Στην Ανατολική Θράκη Γκαγκαβούζηδες εντοπίσαμε 14 χωριά στην Υποδιοίκηση Νίκης-Χάφσας , 1 χωριό στην υποδιοίκηση Μακράς Γέφυρας (Ουζούν-Κιοπρού, Ένα στην υποδιοίκηση Αδριανούπολης, ένα στην υποδιοίκηση Σαράντα Εκκλησιών και 5 χωριά στην Υποδιοίκηση Αρτίσκου-Μπαμπά-Εσκί.
Στην Ανατολική Θράκη θα ταυτιστούν πλήρως με τον υπόλοιπο ελληνορθόδοξο πληθυσμό. Θα ενταχθούν στην εκπαίδευση, στους εκκλησιαστικούς θεσμούς και στην πολιτική διοίκηση και θα υποστούν τους διωγμούς που σε ορισμένες περιπτώσεις θα είναι πιο σκληρές. Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων θα αναγκαστούν να διαφύγουν άλλοι στην Ελλάδα και οι περισσότεροι προς τη Βουλγαρία για να γλυτώσουν από την εκδικητική μανία των Τούρκων.
Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, γράφεται ο επίλογος της παρουσίας του ελληνισμού στην Ανατολή. Οι Γκαγκαβούζηδες της ανατολικής Θράκης εγκαταστάθηκαν σε 26 χωριά του βόρειου Έβρου-1.222 οικογένειες-6.095 άτομα. Στον νομό Ροδόπης, σε 3 χωριά, στο νομό Ξάνθης σε ένα χωριό, στο νομό Σερρών σε 4 χωριά, στο νομό Θεσσαλονίκης σε 6 χωριά και σε χωριά της Κατερίνης και την Πτολεμαΐδα. Τέλος οικογένειες από το Αζατλί, αντί να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους στην Ελλάδα, έφυγαν προς τη Βουλγαρία και εγκαταστάθηκαν στο Κρούμοβο της Γιάμπολ.

Οι Γκαγκαβούζηδες των Βαλκανίων
Για τους Γκαγκαβούζηδες της Ρουμανίας δεν έχουμε πολλά στοιχεία, για τα χωριά και τον ακριβή πληθυσμό τους. Οι Ρουμάνοι τους δέχονται ως μία κοινωνία ανθρώπων κατωτέρου επιπέδου. Ο Kaprat , ο οποίος κατάγεται από τη Δοβρουτσά, γράφει πως οι Τούρκοι της περιοχής αδιαφορούσαν για τους Γκαγκαβούζηδες, λόγω της διαφορετικής θρησκείας. Εντοπίσαμε Γκαγκαβούζηδες με συνείδηση της καταγωγής τους σε 7 χωριά.
Στη δεκαετία του ’30 έγιναν συστηματικές προσπάθειες από την πλευρά της Τουρκίας με σκοπό να πειστούν οι Γκαγκαβούζηδες της Δοβρουτσάς για την τουρκική προέλευσή τους, με πρωτοστάτη τον πρεσβευτή της Τουρκίας στο Βουκουρέστι, Hamdullah S. Tanriver. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1943, με απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών της Τουρκίας υποχρεώθηκαν να γραφτεί σε ξεχωριστή στήλη στις ταυτότητές τους, η φράση Turk Ortodoks (Τούρκος Ορθόδοξος). Σκοπός του Υπουργείου ήταν να ενισχύσει το τουρκοορθόδοξο Πατριαρχείο του Εφραίμ, σε βάρος του ελληνορθόδοξου στην Κωνσταντινούπολη.
Σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια Ethnologue: Language of the world, στο χώρο της σημερινής Τουρκίας μιλιούνται 34(!) γλώσσες, εκτός από τα τουρκικά της Ανατολίας. Ανάμεσα σε αυτές διακρίναμε και την γκαγκαβούζικη γλώσσα, ομιλούμενη, σύμφωνα με τους συντάκτες του άρθρου, από 330.000 άτομα. Εντυπωσιακός αριθμός αλλά λίγο πιο κάτω και στην ομάδα Gagauz, σημειώνεται: «Γλώσσα των Τούρκων των Βαλκανίων, γλωσσολογικά ανήκουν στην τουρκική γλώσσα όμως με διαφορετική γραμματική, σύνταξη και φωνητική. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών που ξεκίνησε από τους Βαλκανικούς πολέμους μέχρι τη συνθήκη της Λοζάνης, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Μητέρα Πατρίδα» .
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι οι πληθυσμοί στους οποίους αναφέρεται το άρθρο ήταν και είναι μουσουλμάνοι και όχι χριστιανοί ορθόδοξοι. Τελευταία ανακάλυψαν τους τουρκόφωνους χριστιανούς της Γκαγκαουζίας στη Μολδαβία και προσπαθούν να τους εντάξουν ως γλωσσική υποομάδα στα τουρκικά φύλα. Με την ανακήρυξη της αυτόνομης επαρχίας της Γκαγκαουζίας, έστρεψαν την προσοχή τους στην περιοχή αυτή σε μια προσπάθεια να πείσουν τους Γκαγκαβούζηδες της Μολδαβίας, για την τουρκική καταγωγή τους, και την διεθνή επιστημονική κοινότητα για την ορθότητα των απόψεών τους.
Στα ίδια πλαίσια κινούνται και ορισμένοι Βούλγαροι ιστορικοί, οι οποίοι επιμένουν για τη βουλγαρική καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων. Στη Βουλγαρία οι Γκαγκαβούζηδες ζουν σε μικρές πληθυσμιακές ομάδες στη Βάρνα και σε χωριά της επαρχίας της, στο Προβαδί, στη Σούμλα, στο Ραζγράντ, στο Τουτράκ και στη Σιλίστρια. Οι Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν τους Γκαγκαβούζηδες βουλγαρικό φύλο. Στην απογραφή του 2001, για πρώτη φορά καταγράφονται 1.471 άτομα, τα οποία δηλώνουν ως μητρική γλώσσα τα γκαγκαούζικα ή ως ομιλούμενη από τους ίδιους. δέχονται εν μέρει τη θέση των ιστορικών της χώρας τους για βουλγαρική καταγωγή, ορισμένοι όμως αμφιβάλλουν για την ορθότητά της. Αμφισβητούν έντονα τις κινήσεις εκπροσώπων της τουρκικής μειονότητας, που σε συνεργασία με Βούλγαρους ιστορικούς και λαογράφους, προσπαθούν να τους πείσουν και να τους εντάξουν στα τουρκικά φύλα των Βαλκανίων. Στην απογραφή τού 2006, δηλώθηκαν 12.000 Γκαγκαβούζηδες, αριθμός εντυπωσιακά αυξημένος σε σχέση με την απογραφή του 2001.
Οι Γκαγκαβούζηδες της Μολδαβίας αποτελούν τη μεγαλύτερη και πιο συμπαγή ομάδα (175.000) ζουν στην περιοχή του Budjak (Μπουτσιάκ), από τον 19ο αιώνα. Μετά το 1917 αναγνωρίσθηκαν ως σοβιετική εθνότητα και η γλώσσα τους το 1956 εντάχθηκε ως ξεχωριστή διάλεκτος των τουρανικών λαών της κεντρικής Ασίας, Σιβηρίας και Καυκάσου. Βασικός στόχος της σοβιετικής ιστορικής σχολής ήταν να αποδυναμώσουν στη μνήμη και την ταυτότητα των Γκαγκαβούζηδων τις ιστορικές τους καταβολές και τις σχέσεις τους με την Ορθοδοξία και τα Βαλκάνια.
Σήμερα η περιοχή τους είναι αυτόνομη με ειδικό καθεστώς, μέσα στο μολδαβικό κράτος. Στην αυτόνομη περιοχή, υπάρχουν τρεις πόλεις, το Comrat (πρωτεύουσα), το Ceadr-Lunga (Τσαντίρ-Λούνγκα) και το Vulcnetii (Βουλκανέστι), και 26 γκαγκαβούζικα χωριά.
Στη Γκαγκαουζία της Μολδαβίας έχουν παρατηρηθεί και μελετηθεί δύο διάλεκτοι, η κεντρική διάλεκτος με ομιλητές της στο Comrat και το Hadr και η νότια διάλεκτος με ομιλητές στο Vulkaneti, οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως Ρουμ-Γκαγκαούζ.
Συμπεράσματα
Έγινε μια προσπάθεια παρουσίασης όλων εκείνων των στοιχείων που χαρακτηρίζουν τη γλωσσική και κοινοτική ομάδα των Γκαγκαβούζηδων, δίχως να γίνει αναλυτική αναφορά σε όσους ζουν σήμερα στη Γκαγκαουζία της Μολδαβίας, στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία και στο επίπεδο αυτοσυνειδησίας τους. Αναδείχτηκε αυτό που αποσιωπάται από τις επίσημες ιστορικές σχολές πως πρόκειται για ένα αυτόχθονο θρακικό φύλο που έδειξε μία αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα στους κάθε λογής κατακτητές.
Στο ερώτημα, εάν μπορούμε να μιλάμε για μια «γκαγκαβούζικη κουλτούρα» ή για μια «γκαγκαβούζικη παράδοση», υποθέτοντας ότι αν δεχόμασταν πως υπάρχει ένας γκαγκαβούζικος πολιτισμός, θα έπρεπε να αναιρέσουμε και το θεωρητικό μας πλαίσιο, που δεν δέχεται τον πολιτισμό σαν ένα ομοιογενές και συνεκτικό σύνολο, αλλά και την ίδια την έννοια της ιστορικότητας, που συνεπάγεται μια δυναμική προσέγγιση στο χώρο και στο χρόνο. Συνεπώς θα πρέπει να μιλήσουμε συμβατικά για την γκαγκαβούζικη κουλτούρα ή καλύτερα για τις γκαγκαβούζικες πολιτισμικές πραγματικότητες στον ελλαδικό χώρο, από την περίοδο της οριστικής εγκατάστασης ενός σημαντικού πληθυσμού τους εντός των ελληνικών συνόρων.
Ο μετασχηματισμός μιας εθνοτικής ταυτότητας με έντονα τα τοπικά χαρακτηριστικά σε εθνική σήμανε για τους Γκαγκαβούζηδες ουσιαστικά την ένταξή τους στο νέο ελληνικό έθνος. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν για παράδειγμα μία πλειάδα ελληνόφωνων εμπόρων, δασκάλων, λογίων και κληρικών, οι οποίοι ανέπτυξαν μια έντονη δραστηριότητα σε ό,τι αφορά τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας, δραστηριότητα που όχι σπάνια ταυτίζεται και με μια αρνητική τοποθέτηση απέναντι στη μητρική τους γλώσσα που είναι τα γκαγκαβούζικα. Σήμερα αποδεικνύεται πως ήταν καθοριστικός ως προς τη συγκρότηση μιας ελληνικής εθνικής συνείδησης στα πιο πλατειά στρώματα των γκαγκαβούζικων κοινωνιών.
Η σταδιακή υποβάθμιση, με τελικό κίνδυνο την πλήρη εξαφάνισή της, οδήγησε τη γκαγκαβούζικη γλώσσα να παραμένει προφορική και να χρησιμοποιείται μόνο στην μεταξύ τους επικοινωνία, στους χώρους των κοινοτήτων και σε οικογενειακά πλαίσια, με μια ολοένα αυξανόμενη τάση εγκατάλειψής της.
Ο «δυϊσμός» του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού με άξονα τη διχοτομία αστικό κέντρο-περιφέρεια, στάθηκαν κατά έναν ειρωνικό τρόπο ευεργετικά, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ως προς την επιβίωση «παραδοσιακών» μορφών κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικής έκφρασης. Από τη μια, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του εθνικού κράτους και από την άλλη, η διαδικασία εκσυγχρονισμού και αστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας συνετέλεσαν σε μια ραγδαία περιθωριοποίηση των περιφερειακών και εθνοτικών ετεροτήτων και σε μια αντίστοιχη ενίσχυση των κεντρικών προτύπων και των μηχανισμών πολιτισμικής ομογενοποίησης. Η μεγάλη αγροτική έξοδος και η ερήμωση της υπαίθρου, μαζί με την επικράτηση των αστικών προτύπων και την αστυφιλία, δεν οδήγησαν μόνο σε μια δημογραφική αφαίμαξη των γκαγκαβούζικων κοινοτήτων, αλλά και σε μια διασπορά που θα σημάνει την αρχή του τέλους μιας μακράς διάρκειας. Όσοι μένουν πίσω έχουν να αντιμετωπίσουν μαζί με τα οικονομικά προβλήματα και την κοινωνική περιθωριοποίηση, ενώ αυτοί που φεύγουν κάνουν αγωνιώδη προσπάθεια να προσαρμοστούν στα αστικά κέντρα, γεγονός που έχει μεγάλες συνέπειες σε ό,τι αφορά την ίδια την πολιτισμική τους ταυτότητα.
Ως αποτέλεσμα πρέπει να θεωρηθεί, η σταδιακή αφομοίωσή τους στα κεντρικά πολιτισμικά πρότυπα, τα οποία μάλιστα αρχίζουν να ξεφεύγουν σιγά-σιγά και από τον ίδιο τον έλεγχο του εθνικού κράτους, μέσω των ευρωπαϊκών θεσμών αλλά και των μηχανισμών της παγκοσμιοποίησης, στις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
Στην σημερινή εποχή, η όποια πολιτισμική ετερότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ο πολιτισμικός πλούτος ενός κράτους, παρά ως κίνδυνος για την εθνική συνοχή του. Ειδικά όσον αφορά στην ελληνική πολιτεία καλό θα ήταν να αντιμετωπίζεται ως ευλογία και όχι ως κακοτυχία.