ΕΡΩΤΗΣΗ 1) κ. Κοζαρίδη είστε γνωστός στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Καβάλας της Ξάνθης και των γύρω νομών από την συγγραφή των 3 βιβλίων σας. Ειδικά στο τελευταίο σας βιβλίο με το ειδικό θέμα για τους Γκαγκαβούζηδες και γενικά για την παράδοση, τις ρίζες!!
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Με την ιστορία και ειδικά με την τοπική ιστορία ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια!! Το ενδιαφέρον αρχικά περιορίζονταν μόνο στην ανάγνωση βιβλίων με ιστορικό περιεχόμενο, προσπαθώντας να βρω απαντήσεις σε θέματα καταγωγής, πολιτισμού και λαογραφικών στοιχείων μιας περιοχής. Πάντα θεωρούσα πως η ιστορία δεν γράφεται μόνο από ηγέτες και στρατηλάτες αλλά και τους απλούς ανθρώπους μέσα από την καθημερινότητα τους, τον τρόπο ζωής τους τα έθιμα και τις παραδόσεις τους. Πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση με την επίσημη ιστοριογραφία αποτελούν όμως σημαντικό μέρος της ιστορίας που ακόμη δεν έχει καταγραφεί ολοκληρωμένα. Στο πρώτο μου βιβλίο αφορμή στάθηκε η εγκατάσταση μου στην επαρχία της Χρυσούπολης όπου ζω με την οικογένεια μου και δραστηριοποιούμαι επαγγελματικά ως οδοντίατρος. Στις συχνές μου ερωτήσεις σε ανθρώπους της περιοχής ποια είναι η ιστορία του τόπου σας η στερεότυπη απάντηση ήταν πως δεν έχει ιστορικό παρελθόν ο τόπος μας παρά μόνο πρόσφατο από τις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτή η απάντηση έχει σχέση κατά την γνώμη μου με το γεγονός πως δεν υπάρχουν ιστορικά γεγονότα όπως μάχες και ήρωες άμεσα συνδεμένοι με την περιοχή μας. Έτσι άρχισα να συλλέγω δημοσιευμένο υλικό από εφημερίδες, βιβλία ξεκινώντας από τους αρχαίους συγγραφείς και καταλήγοντας στους σύγχρονους. Παράλληλα αναζητούσα αρχειακό υλικό αδημοσίευτο μέσα σε συρτάρια συμπολιτών μου ξεχασμένα που περίμεναν την αξιολόγηση τους και την δημοσίευση τους. Το πρώτο βιβλίο μετά από κοπιαστική δουλειά χρόνων εκδόθηκε το 2004 με τον τίτλο « Επαρχία Νέστου από τα ομηρικά χρόνια μέχρι το 1940-συμβολή στην τοπική ιστορία» από τις εκδόσεις ΠΑΚΕΘΡΑ και με την επιμέλεια και βοήθεια της καθηγήτριας πανεπιστημίου κ. Βαμβακίδου Ιφιγένειας. Μετά από δύο χρόνια, το 2006, προχώρησα στην έκδοση του δεύτερου μου βιβλίου από τις εκδόσεις ΠΑΚΕΘΡΑ, «Από την Ανατολική Θράκη στην επαρχία Νέστου-Ιστορική κοινωνική λαογραφική περιήγηση στους τόπους καταγωγής των Ανατολικοθρακιωτών προσφύγων της Επαρχίας Νέστου». Αυτά τα βιβλία έχουν μία ιδιαίτερη αξία για μένα! Ποια; Μέσα από τα δύο μου βιβλία γίνεται σε ένα μεγάλο βαθμό μία σύνδεση της προσωπικής μου διαδρομής και ζωής!! Τι εννοώ; Ο τόπος καταγωγής μου είναι στη Θράκη σε ένα όμορφο μικρό χωριό του Έβρου, το Αμμόβουνο, όπου μεγάλωσα και πρωτογνώρισα τη ζωή τους ανθρώπους, τις παραδόσεις τους και την ιστορία τους. Μετά λόγω σπουδών έφυγα στη Θεσσαλονίκη και μετά εγκαταστάθηκα μόνιμα με την οικογένεια μου στην Χρυσούπολη, μία μικρή επαρχιακή πόλη που μου θύμιζε πολύ τον τόπο μου!!
ΕΡΩΤΗΣΗ 2) Ποια ήταν η αφορμή ώστε να επιλέξετε το συγκεκριμένο θέμα και να ακολουθήσετε τη συγκεκριμμένη έρευνα;
Απάντηση: Στο τρίτο μου βιβλίο «Εμεις οι Γκαγκαβούζηδες», ασχολήθηκα με ένα ποιο ειδικό θέμα για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό αλλά για μένα αποτελούσε ένα όνειρο που έπρεπε να πραγματοποιηθεί και να αποδοθεί στους ίδιους τους Γκαγκαβούζηδες ως φόρο τιμής στους προγόνους τους στην ιστορία τους που ήταν κρυμμένη καλά κάτω από το χαλί της επίσημης ιστοριογραφίας. Από μικρό παιδί ήμουν υπερήφανος για την καταγωγή μου. «Γκαγκαβούζηδες είμαστε», μου έλεγαν δικοί μου, χωρίς να ξέρουν να μου πουν, όμως, περισσότερα για την ιστορία τους παρά μόνο ότι ήταν Θρακιώτες, τουρκόφωνοι, ορθόδοξοι χριστιανοί, πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη.
Ο πατέρας μου είναι Γκαγκαβούζης, από το Κοτζά Χιντίρ, χωριό κοντά στο Χάσκιοϊ, της Ανατολικής Θράκης και από την πλευρά της μητέρα μου, Μαρίας Τουφάκη, από την Καράμτζα, του Ουζούν Κιοπρού. Με τον παππού και τη γιαγιά μπορούσα να επικοινωνήσω μόνο στην τουρκική γλώσσα, καθώς δεν μιλούσαν την ελληνική. Ήταν όμως πιστοί χριστιανοί και αγαπούσαν πολύ την Ελλάδα, όπως όλοι οι Γκαγκαβούζηδες στο διάβα των αιώνων.
Έτσι, από μικρός, «μπολιάστηκα» με τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μου, έμαθα τους χορούς και τα τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας μου. Αυτό ήταν και το αρχικό ερέθισμα, ώστε να ασχοληθώ συστηματικά, με την ιστορία και τη διαδρομή των προσφύγων της Ανατολικής Θράκης.
Για τη συγγραφή του βιβλίου, υπόθεση καθόλου εύκολη, χρειάστηκαν περισσότερο από επτά χρόνια για να συλλέξω εμπεριστατωμένα στοιχεία, ανάμεσα σε χιλιάδες σελίδες βιβλίων, όπου τις περισσότερες φορές υπήρχαν αναφορές λίγων γραμμών για τη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα.
Αναζήτησα πληροφορίες σε βιβλιοθήκες και Αρχεία, κρατικά και ιδιωτικά, στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία και την Τουρκία. Για τις ανάγκες της έρευνας έμαθα, σε λίγο χρόνο, να γράφω και να μιλώ τουρκικά και ρουμανικά. Κατέγραψα, σε συνεντεύξεις, διηγήσεις πολλών Γκαγκαβούζηδων προσφύγων, αναζήτησα και βρήκα απογόνους με ενδιαφέρον για την καταγωγή τους. Το βιβλίο μου πλαισιώνεται από πλούσιο αρχειακό φωτογραφικό υλικό.
ΕΡΩΤΗΣΗ 3) Ποιος είναι ο στόχος της καταγραφής της ιστορίας των Γκαγκαβούζηδων;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Θεωρώ την έκδοση αυτή ως φόρο τιμής σε όλους τους Γκαγκαβούζηδες, οι οποίοι αν και διώχτηκαν, χλευάστηκαν, υποτιμήθηκαν για την καταγωγή τους, παρέμειναν όρθιοι και επέμεναν να την τονίζουν με υπερηφάνεια. Στόχος μου ήταν να δώσω το ερέθισμα στους απογόνους των Γκαγκαβούζηδων να αναζητήσουν τις ρίζες τους και να νιώσουν οι ίδιοι την υπερηφάνεια των προγόνων τους. Να σας πω και κάτι που βγήκε μέσα από την έρευνά μου: Με ξάφνιασε ευχάριστα η επικοινωνία που είχε μαζί μου μια μετανάστρια από τη Γερμανία, η οποία συγκινημένη μου ανέφερε ότι αναγνώρισε τον παππού της στη φωτογραφία του εξώφυλλου του βιβλίου, που ήδη είχε διαβάσει. Τώρα ξέρω ποιοι είμαστε, μου είπε, και σας ευχαριστώ γι΄ αυτό».
ΕΡΩΤΗΣΗ 4) Ποιοί είναι οι Γκαγκαβούζηδες;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στο ερώτημα ποιοι είναι οι Γκαγκαβούζηδες (ή Γκαγκαούζοι) προσπάθησαν πολλοί ιστορικοί να απαντήσουν και να δώσουν μια λογική εξήγηση της καταγωγής και της διαδρομής τους. Περισσότερο ασχολήθηκαν ξένοι ιστορικοί, όπως Βούλγαροι, Τούρκοι, Ρώσοι και πολύ λιγότερο οι Έλληνες. Ίσως, λόγω αυτού του γεγονότος μέχρι σήμερα να κυριαρχούσε η άποψη ότι πρόκειται για τουρκικό φύλο, που εκχριστιανίσθηκε την εποχή του Βυζαντίου. Είναι όμως έτσι τα γεγονότα;
Δεν αναφέρεται από καμιά ιστορική πηγή ότι κάποιο τουρκικό φύλλο εκχριστιανίστηκε. Αντίθετα, αναφέρονται μαζικοί εξισλαμισμοί χριστιανικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και στα Βαλκάνια.
Οι Γκαγκαβούζηδες καταγράφονται στην ιστορία ως Θρακικό φύλλο. Απέναντι στους υπόλοιπους Θρακιώτες παρουσιάζουν μόνο μία ιδιαιτερότητα: είναι τουρκόφωνοι, αλλά φανατικοί χριστιανοί και Έλληνες, είναι περήφανοι για την καταγωγή τους, που προσδιορίζεται στο Βυζάντιο και στα βυζαντινά χρόνια. Είναι γνωστό πως σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους κυνηγήθηκαν και απειλήθηκαν με πλήρη αφανισμό, όμως κατάφεραν να αντισταθούν και να επιβιώσου. Οι Γκαγκαβούζηδες, εντοπίζονται για πρώτη φορά στα παράλια του δυτικού Ευξείνου Πόντου, στη Δοβρουτσά, μεταξύ της σημερινής πόλης Βάρνας (Βουλγαρία) και του Δούναβη. Η τύχη και η πορεία τους στο χρόνο ταυτίστηκε με την πορεία του Ελληνισμού των Βαλκανίων. Στην εποχή του Βυζαντίου αποτελούσαν τους ακρίτες των βορείων συνόρων της αυτοκρατορίας. Στα χρόνια της οθωμανικής επέλασης ήταν ο τελευταίος λαός που υποδουλώθηκε στην ενδοχώρα των Βαλκανίων, το 1394-1398. Σ' αυτά τα δύσκολα χρόνια θεωρώ πως έχασαν την ελληνική γλώσσα, όπως και η πλειοψηφία του υπόδουλου ελληνισμού. Σε όλους τους ρωσοτουρκικούς πολέμους, οι Γκαγκαβούζηδες βοηθούσαν, με όλα τα μέσα που διέθεταν, το ρωσικό στρατό. Είχε αποκρυσταλλωθεί στη συνείδησή τους, όπως και σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων, ότι το «Ξανθό Γένος», δηλαδή οι Ρώσοι, θα τους απελευθερώσουν από τον οθωμανικό ζυγό.
Αξίζει να αναφερθεί ότι οι Γκαγκαβούζηδες συμμετείχαν, με δικό τους στρατιωτικό σώμα, στην επανάσταση του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, με αρχηγό το Δημήτρη Βατικιώτη, ενώ καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν στην πολιορκία και κατάληψη της πόλης Σιλίστριας, στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1810-1816. Οι Γκαγκαβούζηδες συμμετείχαν και στον Ιερό Λόχο στη μάχη του Δραγατσανίου, όπως και στη βουλγαρική λεγεώνα, κατά τη διάρκεια των ρωσοτουρκικών πολέμων, με επαναστατικές ενέργειες στη βόρεια Βουλγαρία και στη σημερινή Ρουμανία. Οι Βούλγαροι τονίζουν σε όλα τα ιστορικά βιβλία τους την ανδρεία και το θάρρος, που επιδείκνυαν οι Γκαγκαβούζηδες στο πεδίο της μάχης.
Συμμετείχαν, επίσης, στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας, αντιμετωπίζοντας την οργή των οθωμανικών στρατευμάτων. Τα χωριά τους λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν, οπότε αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Οι περισσότεροι μετακινήθηκαν στη Βεσσαραβία, σημερινή Μολδαβία-Αυτόνομη Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας, όπου ζουν μέχρι σήμερα. Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι από πολιτικούς ηγέτες και ιστορικούς της Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας, γίνεται στις μέρες μας μία μεγάλη προσπάθεια να προσεγγίσουν τους Γκαγκαβούζηδες στην Ελλάδα, καθώς έχουν πειστεί πως αποτελούν ένα Θρακιώτικο φύλλο της βόρειας Βουλγαρίας και δεν έχουν σχέση με τα τουρανικά-τουρκικά φύλλα, όπως τους έχουν διδάξει μέχρι τώρα. Μεγάλος αριθμός Γκαγκαβούζηδων μετακινήθηκε, επίσης νότια, στη Βόρεια και Ανατολική Θράκη, στην επαρχία της Χάφσας, όπου άλλωστε εντοπίζεται ιστορικά η πρώτη καταγεγραμμένη παρουσία Γκαγκαβούζηδων την περίοδο 1510-1560, ως εργάτες γης στα Βακούφια της. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ταυτίστηκαν με τον Ελληνισμό της περιοχής, συμμετείχαν στην αυτοδιοίκηση και στα εκκλησιαστικά, ίδρυσαν σχολεία. Υπέφεραν, όπως και οι υπόλοιποι Θρακιώτες, κυρίως από τις διώξεις των Οθωμανών, όπως και στα χρόνια των Βαλκανικών Πολέμων. Είναι χαρακτηριστικό, αν και αποσιωπάται, η συμμετοχή μεγάλου αριθμού Γκαγκαβούζηδων στα ελληνικά ανταρτικά τμήματα της Ανατολικής Θράκης. Η μέρα της απελευθέρωσης της Ανατολικής Θράκης (Ιούλιο του 1920) και η υποδοχή του ελληνικού στρατού γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τους γκαγκαβούζικους πληθυσμούς, όπως και από τους υπόλοιπους Θρακιώτες. Το 1ο Σύνταγμα Στρατού από ντόπιους Θρακιώτες αποτελείται από 700 Γκαγκαβούζηδες της Χάφσας, όπως μαρτυρούν τα αρχεία του ελληνικού στρατού. Συμμετέχουν στην απελευθέρωση των Σαράντα Εκκλησιών και φτάνουν μέχρι τη Τσαλτάτζα, από όπου τους επιτρέπεται να γυρίσουν στα χωριά τους. Δυστυχώς για όλους η εγκατάλειψη των εστιών τους και των χωριών τους δεν άργησε να φανεί. Ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής, πήραν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή μάζα εγκαταστάθηκε στο βόρειο Έβρο. Ίσως, γιατί με το πέρασμα του ποταμού βρήκαν αμέσως εδάφη που έμοιαζαν με αυτά των χωριών τους, ή διότι πίστευαν ότι η προσφυγιά ήταν προσωρινή και θα επέστρεφαν πάλι πίσω. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ. Η εγκατάσταση τους, αυτή τη φορά, ήταν μόνιμη. Μέχρι και σήμερα οι Γκαγκαβούζηδες στην Ελλάδα προσπαθούν να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους. Μετέφεραν τραγούδια, παραμύθια και λαϊκές λατρείες, που αποτελούν ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο πολιτισμό, αυτόν του ελληνισμού της βόρειας Βουλγαρίας. Ένας πολιτισμός γνήσια θρακιώτικος, που, μέσα από το πέρασμα των αιώνων, αποτελούσε το φάρο του πολιτισμού για όλους τους υπόλοιπους λαούς των Βαλκανίων», επισημαίνει ο συγγραφέας. «Αν υπάρχει σήμερα μια συγγένεια μεταξύ των χορών, των τραγουδιών και των παραδόσεων, μεταξύ του βουλγαρικού και του ελληνικού πληθυσμού, αυτό οφείλεται στη μακρόχρονη συγκατοίκηση τους», τονίζει. Οι Γκαγκαβούζηδες κατοικούν σήμερα στο βόρειο Έβρο, σε χωριά της Ορεστιάδας (Αμμόβουνο, Οινόη, Σαγήνη, Θούριο, Λεπτή, Άρζος, Βάλτος, Δίλοφος, Καβύλη, Καναδάς, Κέραμος, Πύργος κ.ά.) και του Διδυμοτείχου (Ασβεστάδες, Ευγενικό, Κωστή, Πουλιά, Σαύρα).
Εγκαταστάσεις προσφύγων Γκαγκαβούζηδων έχουμε στα χωριά της Κομοτηνής, Άμφια και Ν. Καλίστη, στα Χρυσοχώραφα Σερρών, στο δήμο Λαγκαδά και στα χωριά Περιβολάκι και Ηρακλειό, στη Σύνδο και στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, καθώς και διασκορπισμένες οικογένειες στο νομό Κιλκίς και σε χωριά της Θεσσαλίας.
Γκαγκαβούζηδες υπάρχουν, επίσης, στη Νέα Ζίχνη Σερρών και στα χωριά Θολό, Γάζορο και Αγ. Χριστόφορο, όπου, όμως, θεωρούν τους εαυτούς τους ντόπιους. Μέσα από την έρευνά μου θεωρώ πως η ομάδα αυτή πιθανόν να μετακινήθηκε στην περιοχή το 1510-1560, όπως συνέβη και με την εγκατάσταση των πρώτων Γκαγκαβούζηδων στην Ανατολική Θράκη.
ΕΡΩΤΗΣΗ 5) ποια είναι η άποψή σας για την παράδοση; Για ποιο λόγο πιστεύετai ότι οι άνθρωποι οφείλουν να αναζητούν σε βάθος τις ρίζες τους την ταυτότητά τους;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η λέξη παράδοση σημαίνει πολλά. Προέρχεται από το παραδίνω , αλλά αυτό ταυτόχρονα σημαίνει και το παραλαμβάνω. Παράδοση είναι για μας ότι μας παρέδωσαν οι παλαιότεροι. Οι μπαμπάδες , οι παππούδες , οι προπάπποι…..!
Κάθε άνθρωπος , σε κάθε σημείο της γης έχει παραλάβει κάτι από τους προγόνους του. Ακολουθεί την παράδοση και οφείλει να την μεταφέρει τουλάχιστον στην επόμενη γενιά. Κάποιοι όμως καμιά φορά ξεχνούν να παραδώσουν ή πολλές φορές το κάνουν εν γνώση τους. Δεν τους αρέσει κάτι και το θάβουν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας . Έχουν το δικαίωμα αυτό ; Ναι το έχουν. Δεν έχουν το δικαίωμα όμως να επιβάλλουν στους υπόλοιπους να πράξουν το ίδιο.
Η μικρή αυτή εισαγωγή , έχει να κάνει με την παράδοση μας σαν Γκαγκαβούζηδες
Οι Γκαγκαβούζηδες είναι κατ’ αρχάς Χριστιανοί. Οι γονείς τους, τους “παρέδωσαν” την Χριστιανική πίστη με όλα τα ήθη και έθιμα που έχουν να κάνουν με την Εκκλησία. Τιμούν τους προστάτες Αγίους τους με μεγαλοπρέπεια. Έτσι έμαθαν οι ίδιοι και έτσι μαθαίνουν στα παιδιά τους να κάνουν και αυτά!
Δεύτερον είναι Έλληνες. Διώχθηκαν βίαια στη διάρκεια των διωγμών από τους Τούρκους , πολέμησαν για την πατρίδα μας και στην νεότερη Ελλάδα κάποιοι διαπρέπουν στις δουλειές και στις επιστήμες τους. Ορκίζονται στο στρατό να «φυλλάτουν» πίστη εις την πατρίδα τους την Ελλάδα.
Τρίτον…. είναι όμως δίγλωσσοι. Μιλούν εκτός από Ελληνικά και ένα ιδίωμα της Τουρκικής . Ιδίωμα που πριν από αρκετά χρόνια και μετά από εξαναγκασμό έκαναν κύριο μέσο επικοινωνίας. Με αυτό το ιδίωμα πορεύτηκαν μέσα στους αιώνες σκλαβιάς και υποδούλωσης από την τότε Οθωμανική αυτοκρατορία. Δεν το έκαναν για ευκολία, το έκαναν από εξαναγκασμό. Χρόνια τώρα οι μετανάστες μας , μέσα στα σπίτια τους μιλούν Ελληνικά. Κανείς δεν τους υποχρεώνει να μιλήσουν κάτι άλλο, παρά μόνο αν ίδιοι το επιλέξουν. Τότε όμως τα πράγματα ήταν αλλιώς. Δεν μπορούσες ούτε στο σπίτι να μιλήσεις τη γλώσσα σου , εκτός αν ήσουν σε μια κοινότητα προνομιακή , και κάπου την γλίτωνες. Οι Γκαγκαβούζηδες όμως δεν ήταν καλά παιδιά και έτσι έπεφτε μαχαίρι. Με αυτό το ιδίωμα οι προγονοί μας , παρέδιδαν τη γνώση στις επόμενες γενιές. Με αυτό το ιδίωμα γεννούσαν τα παιδιά τους, με αυτό το ιδίωμα τους έλεγαν για την ελληνική καταγωγή τους, με αυτό το ιδίωμα τους βάφτιζαν και τους έκαναν Χριστιανούς. Με αυτό το ιδίωμα τους πάντρευαν και σε αυτό το ιδίωμα έβρισκαν λέξεις τα παιδιά να τραγουδήσουν τα μοιρολόγια των γονιών τους.
Με αυτό το ιδίωμα τραγούδησαν τον έρωτα! Με αυτό το ιδίωμα εξύμνησαν τους ήρωές τους που έχυσαν το αίμα τους για την Ελλάδα που τόσο αγαπούν. Με τέτοια τραγούδια έκαναν τα νυχτέρια, τους γάμους , τα πανηγύρια. Με αυτά χόρευαν. Με το ιδίωμα αυτό ξεσπούσαν ενάντια στους Τούρκους , γι’ αυτό το λόγο ήταν και τόσο μισητοί ώστε κατά τον διωγμό διώχτηκαν ως «Φανατικοί Έλληνες». Η παράδοσή μας είναι αυτή. Τραγούδια και χοροί στο ιδίωμα αυτό. Σε άλλους αρέσουν, σε άλλους όχι. Όσοι είναι καχύποπτοι και είναι δυστυχώς για μας πολλοί, τότε ας μην τραγουδούν τα τραγούδια αυτά, μη χορεύουν τους χορούς μας , μην ακούν τον πόνο της ιστορίας και της προσφυγιάς. Έχουν κάθε επιλογή έστω κι αν έχουν «παραλάβει» όλα αυτά απ’ τους γονείς τους ,να μην «παραδώσουν ποτέ». Κάποιοι άλλοι , όπως εμείς, παραλάβαμε και θα παραδώσουμε, αφήνοντας την επόμενη γενιά να κρίνει αν με τη σειρά της «Θα παραδώσει» και αυτή. Θα σώσουμε τα όποια τραγούδια , θα διατηρήσουμε τα ρούχα τα παλιά, θα χορέψουμε τους χορούς μας και θα περισώσουμε ότι μπορούμε απ ‘ τα έθιμα εκείνα τα παλιά….Γιατί όλα αυτά είναι η ιστορία μας.
Τα χρόνια περνούν , οι συνθήκες αλλάζουν , ο κόσμος γίνεται πιο ξένος μεταξύ του. Σήμερα , κανένας δεν έχει να φοβηθεί το έθιμο του “Μπέη”, ούτε το θίασο που τον ακολουθεί που χρόνια πριν συμβόλιζε κάτι , ούτε κάποιος θα πιστέψει πως θα βρέξει , αν ξαφνικά δει μπροστά του ένα κοριτσάκι με πράσινα φύλλα που το λένε “Ντόντολα ή Πιρπιρούνα”. Κανένας δεν περιμένει τα Χριστούγεννα να φάει χοιρινό , αυτό που με πολύ αγάπη πρόσφεραν οι νοικοκυρές στον Ντεβετζή και την Καμήλα του κατά τους καλαντισμούς. Είναι όλα αυτά όμως τα έθιμά μας. Αυτά που κάποιοι πίστεψαν πως δεν ήταν ανάγκη να μας τα παραδώσουν και δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια. Δεν υπάρχει πια ανάγκη. Όταν πάψει τελείως το ενδιαφέρον, τότε θα σκονίζονται στα ράφια , οι φορεσιές , τα τραγούδια , οι χοροί μας. Όσο όμως υπάρχουν άνθρωποι που τα θέλουν, τόσο ο ρόλος μας είναι να τα διαφυλάξουμε και να τους τα δώσουμε!!
Δυστυχώς υπάρχουν και οι «προοδευτικοί» , αυτοί που ζουν με το φόβο μην στιγματιστούν και νιώθουν ντροπή!! Ντρέπονται για τη μάνα τους , τη φτώχια και την προσφυγιά που πέρασαν οι πρόγονοί τους!! Ντρέπονται για το ότι με αυτό το ιδίωμα μας έκαναν ανθρώπους με άποψη!! Που ενώ δεν ήξεραν ούτε μια λέξη στα ελληνικά μας βοήθησαν με τον τρόπο τους να προοδεύσουμε τόσο που να τους κατακρίνουμε που θέλουν να τραγουδούν ή να χορεύουν όπως ακριβώς έκαναν και οι δικές τους μανάδες!!
Δεν προσβάλλει η παράδοσή μας κανέναν. Αντιθέτως τιμά τους προγόνους μας . είναι κρίμα που προσπαθούν να μας κάνουν να ντρεπόμαστε και θεωρούν πως μπορούν να μας προσβάλουν!!
Αγαπώ αυτό που κάνω και θα συνεχίσω με το ίδιο πάθος και ζήλο!! Γιατί συνεχίζουμε να μιλάμε τα γκαγκαβούζικα; Μα αυτη ειναι η γλώσσα με την οποία μεγαλώσαμε στα σπίτια μας!! Θέλουμε και το επιδιώκουμε να προχωρήσουμε στη μετάφρασή των τραγουδιών, για να νιώσετε και σεις τα λόγια που με τόση σοφία , αγράμματοι άνθρωποι συνέθεσαν αυτές τις μελωδίες εκφράζοντας την χαρά και τον πόνο! Ποτέ όμως δεν θα αλλοιώσουμε αυτή καθ’ αυτή την Ιστορία των ανθρώπων αυτών!
Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010
Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009
Ευχομαι σε ολους σας καλο Δωδεκαημερο!! Οπου και να βρισκεστε να περασετε καλα!! Dogumu Hristonu hepimizde saglik, mutluluk, baris,basari, bereket ver
Ευχομαι σε ολους σας καλο Δωδεκαημερο!! Οπου και να βρισκεστε να περασετε καλα!! Dogumu Hristonu hepimizde saglik, mutluluk, baris,basari, bereket versin!!!!
Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009
ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΗΣ ΑΝΩ ΟΙΝΟΗΣ
THE GAGAUZ OF THE SUBURB ANO INOI OF THE GREEK TOWN NEA ORESTIADA
AND THEIR FOLKLORIC & CULTURAL SOCIETY “KRASOCHORI”
Historical overview
The Gagauz are Turkish-speaking Orthodox Christians who are culturally and physiognomically akin to the other peoples found in the Balkans. The first historical references locate them in the northeastern Balkans, on the territory of Dobruja, mainly in the area between the towns of Varna, Constantsa, Kavarna and Silistra.
In this same area in ancient times up until the first centuries AD, according to the references of ancient Greek and Roman chroniclers and geographers (Herodotus, Strabo, Pliny, Ovid, Ptolemy etc.), there lived an indigenous Balkan Thracian tribe named the Kattauzi (or Krovuzi). Both peoples have common characteristics, which, paradoxically, have been ignored. Firstly, there is the similarity of their ethnonym, a fact which can be considered as evidence of a common ancestry of these two peoples. Secondly, they have both been associated with the same area for hundreds of years, despite the frequent raids and movements of tribes and peoples. Thus, it is possible to assume that the Gagauz are a continuation of the ancient Thracian tribe of Kattauzi (or Krovuzi).
Moreover, the three major administrative and political changes that took place on their territory, the Roman, the Byzantine and the Ottoman empires, do not seem to have essentially affected their continuous presence there. They remained, adapting each time to the new political and economic conditions. This was due mainly to the structure of their society, which was primarily agricultural. Along with this, their sustained loyalty to their leaders and military commanders played an important role, as they consisted the main corps of the troops who guarded the broader region.
An important fact was also their early Christianization, during the apostolic period, and their sustained faithfulness to the Greek-Orthodox Church and the Patriarchate of Constantinople. In the Byzantine period, they remained loyal to each successive Byzantine emperor and Patriarch of Constantinople, being under direct ecclesiastical and civil administration from the Patriarchate and the imperial court, which appointed their leaders. In the difficult Ottoman years, living among a compact Turkish Muslim population, which settled at this time in their territory, they managed to preserve their Orthodox Christian faith but their spoken idiom became very similar to the Turkish language. An important reason for this linguistic shift was their isolation from the Christian population centers and their pragmatic need to survive, living as a small minority among a compact mass of Turkish Muslims.
From the beginning of the Ottoman conquest until the 19th century the Gagauz were actively involved in the local self-government of the Greek-Orthodox communities of the northeastern Balkans and thus they suffered persecution, from both the Ottoman Empire and later the emerging Bulgarian state. Due to the frequent Russian-Turkish wars, they were forced to move to safer territories, such as Bessarabia, where the majority migrated during the first decades of the 19th century. A smaller portion fled southwards to Eastern Thrace and in particular to villages near the town of Adrianople (Edirne), where they lived until 1923. A similarly small number remained in their ancestral lands, in Dobruja, where they still live today. Finally, it should be mentioned that there is another smaller group of Gagauz, which has a historical presence in the Greek Macedonia, in the area around the town of Nea Zichni, where they continue to live until the present time.
The presence of the Gagauz in Eastern Thrace
Until 1923 the Gagauz lived in Eastern Thrace in 26 villages, mainly in the area east of the river Evros (Maritsa, Merich) and north of the river Erginis (Ergene), between the towns of Adrianople (Edirne), Saranda Ekklisies (Kirklareli), Artiskos (Babaeski) and Makra Gefira (Uzunkiopru). The only significant difference between the Gagauz and the rest of the Greek-Orthodox population of Thrace was their peculiar idiom, which, although similar to the Turkish language, has many words of Greek origin.
In 1923, with the collapse of the Ottoman Empire and the definitive establishment of the Greek-Turkish border, the western part of Thrace remained within the boundaries of Greece, while the eastern part, including the above mentioned 26 villages of the Gagauz, was ceded to the then newly created Turkish Republic. Immediately after, when the population exchange between Greece and Turkey took place in accord with the Peace Treaty of Lausanne, the Gagauz of Eastern Thrace, having Greek national consciousness, was included in the Greek population that the Turkish side considered exchangeable, and thus they moved to Greece. They settled mainly in Western Thrace, near the Greek-Turkish border, and their lost homeland.
The Gagauz of the suburb Ano Inoi of the town Nea Orestiada
One of the 26 lost villages of the Gagauz in Eastern Thrace was named Sharaplar, also called Sherbettar or Krasochori. After the exchange of population in 1923, arriving in Greece, the Gagauz refugees of the village of Sharaplar settled in the outskirts of the town of Nea Orestiada, where they founded the new village of Inoi. Soon the village was divided into two settlements, Kato (lower) Inoi and Ano (upper) Inoi, which now constitutes two out of the seven adjacent suburbs of the town of Nea Orestiada. The name Inoi is the ancient Greek version for the names Sharaplar and Krasochori, the old names of the village the Gagauz refugees had left behind, which mean “wine village”.
The town of Nea Orestiada was also founded at 1923, by Gagauz and other Greek refugees from Eastern Thrace. The town is located in the northeastern edge of the prefecture of Evros in Western Thrace, in the valley and not far from the bed of the homonymous river, and is the administrative and economic center of one of the most important plains in Greece. It is a growing town, and together with its seven suburbs has a total population of about 20,000 people, a large proportion of whom are Gagauz.
The Folkloric & Cultural Society “Krasochori”
In 1991, the Gagauz of the settlement of Ano Inoi created the Folkloric & Cultural Society “Krasochori”, which was named after and in memory of their old village in Eastern Thrace. The activities of the society are multifarious and pertain mainly to the protection, promotion and propagation of the rich cultural heritage of Ano Inoi, presenting the customs, the mores and the musical and dancing traditions of the Gagauz. The society has dance groups for children and adults that participate in various festivals, dancing and singing folk dances and songs of Ano Inoi, dressed in authentic Thracian Gagauz folk costumes.
The society has established annually, on 27th of August on the occasion of the feast of the chapel of Saint Fanourios in Ano Inoi, cultural events dedicated to the village Sharaplar (Krasochori), the unforgettable motherland of the Gagauz in Eastern Thrace. It also organizes annual cultural events during the feast of the central church of Ano Inoi, which is dedicated to Saint Demetrius.
The aims of the society includes efforts to mobilize the inhabitants of Ano Inoi to work for the culture, the welfare and the protection of the natural environment of their community, as well as for the collection and the promotion of its rich folklore. In this context, the society invites those who embrace the same vision, to support these efforts to ensure a better future for the generations to follow.
AND THEIR FOLKLORIC & CULTURAL SOCIETY “KRASOCHORI”
Historical overview
The Gagauz are Turkish-speaking Orthodox Christians who are culturally and physiognomically akin to the other peoples found in the Balkans. The first historical references locate them in the northeastern Balkans, on the territory of Dobruja, mainly in the area between the towns of Varna, Constantsa, Kavarna and Silistra.
In this same area in ancient times up until the first centuries AD, according to the references of ancient Greek and Roman chroniclers and geographers (Herodotus, Strabo, Pliny, Ovid, Ptolemy etc.), there lived an indigenous Balkan Thracian tribe named the Kattauzi (or Krovuzi). Both peoples have common characteristics, which, paradoxically, have been ignored. Firstly, there is the similarity of their ethnonym, a fact which can be considered as evidence of a common ancestry of these two peoples. Secondly, they have both been associated with the same area for hundreds of years, despite the frequent raids and movements of tribes and peoples. Thus, it is possible to assume that the Gagauz are a continuation of the ancient Thracian tribe of Kattauzi (or Krovuzi).
Moreover, the three major administrative and political changes that took place on their territory, the Roman, the Byzantine and the Ottoman empires, do not seem to have essentially affected their continuous presence there. They remained, adapting each time to the new political and economic conditions. This was due mainly to the structure of their society, which was primarily agricultural. Along with this, their sustained loyalty to their leaders and military commanders played an important role, as they consisted the main corps of the troops who guarded the broader region.
An important fact was also their early Christianization, during the apostolic period, and their sustained faithfulness to the Greek-Orthodox Church and the Patriarchate of Constantinople. In the Byzantine period, they remained loyal to each successive Byzantine emperor and Patriarch of Constantinople, being under direct ecclesiastical and civil administration from the Patriarchate and the imperial court, which appointed their leaders. In the difficult Ottoman years, living among a compact Turkish Muslim population, which settled at this time in their territory, they managed to preserve their Orthodox Christian faith but their spoken idiom became very similar to the Turkish language. An important reason for this linguistic shift was their isolation from the Christian population centers and their pragmatic need to survive, living as a small minority among a compact mass of Turkish Muslims.
From the beginning of the Ottoman conquest until the 19th century the Gagauz were actively involved in the local self-government of the Greek-Orthodox communities of the northeastern Balkans and thus they suffered persecution, from both the Ottoman Empire and later the emerging Bulgarian state. Due to the frequent Russian-Turkish wars, they were forced to move to safer territories, such as Bessarabia, where the majority migrated during the first decades of the 19th century. A smaller portion fled southwards to Eastern Thrace and in particular to villages near the town of Adrianople (Edirne), where they lived until 1923. A similarly small number remained in their ancestral lands, in Dobruja, where they still live today. Finally, it should be mentioned that there is another smaller group of Gagauz, which has a historical presence in the Greek Macedonia, in the area around the town of Nea Zichni, where they continue to live until the present time.
The presence of the Gagauz in Eastern Thrace
Until 1923 the Gagauz lived in Eastern Thrace in 26 villages, mainly in the area east of the river Evros (Maritsa, Merich) and north of the river Erginis (Ergene), between the towns of Adrianople (Edirne), Saranda Ekklisies (Kirklareli), Artiskos (Babaeski) and Makra Gefira (Uzunkiopru). The only significant difference between the Gagauz and the rest of the Greek-Orthodox population of Thrace was their peculiar idiom, which, although similar to the Turkish language, has many words of Greek origin.
In 1923, with the collapse of the Ottoman Empire and the definitive establishment of the Greek-Turkish border, the western part of Thrace remained within the boundaries of Greece, while the eastern part, including the above mentioned 26 villages of the Gagauz, was ceded to the then newly created Turkish Republic. Immediately after, when the population exchange between Greece and Turkey took place in accord with the Peace Treaty of Lausanne, the Gagauz of Eastern Thrace, having Greek national consciousness, was included in the Greek population that the Turkish side considered exchangeable, and thus they moved to Greece. They settled mainly in Western Thrace, near the Greek-Turkish border, and their lost homeland.
The Gagauz of the suburb Ano Inoi of the town Nea Orestiada
One of the 26 lost villages of the Gagauz in Eastern Thrace was named Sharaplar, also called Sherbettar or Krasochori. After the exchange of population in 1923, arriving in Greece, the Gagauz refugees of the village of Sharaplar settled in the outskirts of the town of Nea Orestiada, where they founded the new village of Inoi. Soon the village was divided into two settlements, Kato (lower) Inoi and Ano (upper) Inoi, which now constitutes two out of the seven adjacent suburbs of the town of Nea Orestiada. The name Inoi is the ancient Greek version for the names Sharaplar and Krasochori, the old names of the village the Gagauz refugees had left behind, which mean “wine village”.
The town of Nea Orestiada was also founded at 1923, by Gagauz and other Greek refugees from Eastern Thrace. The town is located in the northeastern edge of the prefecture of Evros in Western Thrace, in the valley and not far from the bed of the homonymous river, and is the administrative and economic center of one of the most important plains in Greece. It is a growing town, and together with its seven suburbs has a total population of about 20,000 people, a large proportion of whom are Gagauz.
The Folkloric & Cultural Society “Krasochori”
In 1991, the Gagauz of the settlement of Ano Inoi created the Folkloric & Cultural Society “Krasochori”, which was named after and in memory of their old village in Eastern Thrace. The activities of the society are multifarious and pertain mainly to the protection, promotion and propagation of the rich cultural heritage of Ano Inoi, presenting the customs, the mores and the musical and dancing traditions of the Gagauz. The society has dance groups for children and adults that participate in various festivals, dancing and singing folk dances and songs of Ano Inoi, dressed in authentic Thracian Gagauz folk costumes.
The society has established annually, on 27th of August on the occasion of the feast of the chapel of Saint Fanourios in Ano Inoi, cultural events dedicated to the village Sharaplar (Krasochori), the unforgettable motherland of the Gagauz in Eastern Thrace. It also organizes annual cultural events during the feast of the central church of Ano Inoi, which is dedicated to Saint Demetrius.
The aims of the society includes efforts to mobilize the inhabitants of Ano Inoi to work for the culture, the welfare and the protection of the natural environment of their community, as well as for the collection and the promotion of its rich folklore. In this context, the society invites those who embrace the same vision, to support these efforts to ensure a better future for the generations to follow.
ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΝΩ ΟΙΝΟΗΣ ΠΟΥ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΣΤΑ ΡΩΣΙΚΑ ΣΕ ΔΙΠΤΥΧΟ
ΟΙ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΑΣΤΙΟΥ ΟΙΝΟΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑΣ
ΚΑΙ Ο ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΤΟ ΚΡΑΣΟΧΩΡΙ»
Ιστορική Αναδρομή
Οι Γκαγκαβούζηδες είναι τουρκόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί με βαλκανικά πολιτισμικά και φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά. Οι πρώτες ιστορικές αναφορές τους εντοπίζουν στα βορειοανατολικά Βαλκάνια, στην περιοχή της Δοβρουτσάς, κυρίως στα εδάφη από την Βάρνα έως την Κωνστάντζα και από τη Καβάρνα ως το Ντόμπριτς. Στα ίδια εδάφη από τα αρχαία χρόνια και μέχρι τον 3ο μ.Χ. αιώνα εμφανίζεται σύμφωνα με τις αναφορές αρχαίων ιστορικών να κατοικεί ένα ντόπιο βαλκανικό θρακικό φύλο με την ονομασία Κατταούζοι ή Κροβούζοι.
Οι δύο λαοί έχουν κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία παραδόξως αποσιωπούνται. Το πρώτο είναι η ομοιότητα του εθνονύμου τους, γεγονός που μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη για την κοινή καταγωγή και συνέχεια των δύο λαών. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι πως εμφανίζονται να κατοικούν στην ίδια περιοχή για εκατοντάδες χρόνια ανεξαρτήτως των συχνών επιδρομών και μεταναστεύσεων φύλων και λαών. Έτσι, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι Γκαγκαβούζηδες αποτελούν τη συνέχεια του θρακικού φύλου των Κατταούζων ή Κροβούζων.
Επιπλέον, οι τρεις μεγάλες διοικητικές και πολιτικές αλλαγές στην περιοχή τους, Ρωμαϊκή, Βυζαντινή και Οθωμανική αυτοκρατορία, δεν φαίνεται να αλλοίωσαν ουσιαστικά την συνεχή παρουσία τους σε αυτά τα εδάφη. Παρέμεναν και προσαρμόζονταν στις νέες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Το γεγονός αυτό έχει να κάνει κύρια με την δομή της κοινωνίας τους που ήταν αγροτική. Παράλληλα σημαντικό ρόλο έπαιξε και η σταθερή προσήλωσή τους στους ηγέτες και τους στρατιωτικούς τους διοικητές, μιας και αποτελούσαν το κύριο σώμα των στρατιωτικών δυνάμεων που προστάτευαν την ευρύτερη περιοχή.
Σημαντικό ρόλο έπαιξε επίσης και ο γρήγορος εκχριστιανισμός τους στα πρώτα αποστολικά χρόνια και η σταθερή τους προσήλωση στο ελληνορθόδοξο Δόγμα και το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Στα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας παρέμεναν πιστοί στον εκάστοτε αυτοκράτορα και στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης έχοντας απευθείας εκκλησιαστική και πολιτική διοίκηση από το Πατριαρχείο και την αυλή του βυζαντινού αυτοκράτορα από όπου ορίζονταν κάθε φορά ο ηγεμόνας τους. Στα δύσκολα οθωμανικά χρόνια ζώντας ανάμεσα σε συμπαγείς τουρκικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς διατήρησαν την ορθόδοξη χριστιανική τους πίστη, αλλάζοντας την γλώσσα τους. Ένας δεύτερος και σημαντικός λόγος της γλωσσικής τους μεταστροφής ήταν η απομόνωσή τους από τα χριστιανικά κέντρα και η ανάγκη να επιβιώσουν. Είναι δε χαρακτηριστικό πως στην περίοδο των συνεχών κατακτήσεων, οι σουλτάνοι επέβαλαν σε όλους τους κατακτημένους λαούς την αλλαγή της γλώσσας ως ένα από τα μέτρα που έπαιρναν με την κατοχύρωση της εξουσίας τους.
Από την αρχή της οθωμανικής κατάκτησης και μέχρι τον 19ο αιώνα συμμετέχουν ενεργά στην τοπική αυτοδιοίκηση των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων των βορειοανατολικών Βαλκανίων και υπόκεινται σε ανάλογες διώξεις τόσο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και στη συνέχεια από το νεοεμφανιζόμενο βουλγαρικό κράτος. Λόγω των συχνών Ρωσοτουρκικών πολέμων αναγκάζονται να μεταναστεύσουν σε ασφαλέστερες περιοχές όπως στην Βεσσαραβία, όπου μετοίκησε κατά τις αρχές του 19ου αιώνα το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού τους. Ένα μικρότερο τμήμα κατέφυγε νότια, στην ανατολική Θράκη και πιο συγκεκριμένα σε χωριά κοντά στην Αδριανούπολη (Έντιρνε), όπου και παρέμειναν μέχρι το 1923, ενώ ένας μικρός αριθμός Γκαγκαβούζηδων παρέμειναν στα προγονικά τους εδάφη στη Δοβρουτσά, όπου κατοικούν μέχρι και σήμερα. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι μια άλλη μικρή ομάδα Γκαγκαβούζηδων εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο και συνεχίζει να κατοικεί στην Μακεδονία, στην περιοχή της ιστορικής κωμόπολης της Ζίχνης, στην Ελλάδα.
Η παρουσία των Γκαγκαβούζηδων στην Ανατολική Θράκη
Στην ανατολική Θράκη οι Γκαγκαβούζηδες ζούσαν μέχρι το 1923 σε 26 χωριά, ανατολικά του ποταμού Έβρου (Μαρίτσα, Μερίτς) και βόρια του ποταμού Εργίνη (Εργκένε), ανάμεσα στις πόλεις Ανδριανούπολη (Έντιρνε), Σαράντα Εκκλησιές (Κιρκλάρελλι), Αρτίσκος (Μπαμπαεσκί) και Μακρά Γέφυρα (Ουζούνκιοπρου). Η μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση των Γκαγκαβούζηδων από τους υπόλοιπους ελληνικούς πληθυσμούς της Θράκης ήταν το ιδιαίτερο γλωσσικό τους ιδίωμα, το οποίο αν και προσομοιάζει με την τουρκική γλώσσα έχει πολλές λέξεις με ελληνική ρίζα.
Το 1923, με τη οριστική διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την χάραξη των ελληνοτουρκικών συνόρων, το δυτικό τμήμα της περιοχής της Θράκης παρέμεινε μέσα στα όρια της Ελλάδας, ενώ το ανατολικό της τμήμα αποδόθηκε στη νεοϊδρυθείσα τότε Τουρκική Δημοκρατία όπως και τα προαναφερθέντα 26 χωριά των Γκαγκαβούζηδων. Ακολούθως έλαβε χώρα η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών με τη συνθήκης της Λωζάνης και οι Γκαγκαβούζηδες της ανατολικής Θράκης, έχοντας ελληνική εθνική συνείδηση, συμπεριλήφθηκαν μέσα τους ελληνικούς πληθυσμούς που οι Τούρκοι έκριναν ανταλλάξιμους και έτσι μετακινήθηκαν στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στο ελληνικό δυτικό τμήμα της Θράκης, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα και τις χαμένες τους πατρίδες.
Οι Γκαγκαβούζηδες του προαστίου Οινόη της Νέας Ορεστιάδας
Ένα από τα 26 χαμένα χωριά των Γκαγκαβούζηδων στην ανατολική Θράκη ήταν και το Σαραπλάρ, το οποίο ονομαζόταν και Σερμπεττάρ ή Κρασοχώρι. Με την ανταλλαγή πληθυσμών, ερχόμενοι το 1923 στην Ελλάδα, οι Γκαγκαβούζηδες πρόσφυγες του χωριού Σαραπλάρ εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα της πόλης της Νέας Ορεστιάδας, ιδρύοντας το χωριό Οινόη. Σύντομα το χωριό χωρίστηκε σε δυο οικισμούς, την Κάτω (κάτω) Οινόη και την Άνω (πάνω) Οινόη, οι οποίοι αποτελούν σήμερα 2 από τα 7 όμορα προάστια της πόλης της Νέας Ορεστιάδας. Η ονομασία Οινόη αποτελεί την αρχαιοελληνική απόδοση της ονομασίας Σαραπλάρ ή Κρασοχώρι του παλαιού χωριού των Γκαγκαβούζηδων αυτών προσφύγων που σημαίνει «χωριό του κρασιού».
Η πόλη της Νέας Ορεστιάδας δημιουργήθηκε και αυτή κατά την περίοδο του 1923 από Γκαγκαβούζηδες και Έλληνες πρόσφυγες από την ανατολική Θράκη. Η πόλη βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Νομού Έβρου στη δυτική Θράκη, μέσα στην κοιλάδα του ομώνυμου ποταμού, σε μικρή απόσταση από την κοίτη του και αποτελεί το οικονομικό και διοικητικό κέντρο μιας από τις σημαντικότερες πεδιάδες της Ελλάδας. Είναι μια αναπτυσσόμενη πόλη και μαζί με τα 7 της προάστια έχει συνολικό πληθυσμό γύρω στα 20.000 άτομα, από τους οποίους ένα μεγάλο ποσοστό είναι Γκαγκαβούζηδες.
Ο Λαογραφικός & Πολιτιστικός Σύλλογος «Το Κρασοχώρι»
Το 1991 οι Γκαγκαβούζηδες του οικισμού της Άνω Οινόης δημιούργησαν τον Λαογραφικό & Πολιτιστικό Σύλλογο «Το Κρασοχώρι», τον οποίο ονόμασαν έτσι προς ανάμνηση του χωριού τους στην Ανατολική Θράκη. Οι δραστηριότητες του Συλλόγου είναι πολυσχιδείς και αφορούν κυρίως την προστασία, την προβολή και τη διάδοση της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς των κατοίκων της Οινόης, προβάλλοντας τα ήθη, τα έθιμα και τη μουσικοχορευτική παράδοση των Γκαγκαβούζηδων. Στο Σύλλογο λειτουργούν χορευτικά τμήματα παιδιών και ενηλίκων, τα οποία συμμετέχουν σε διάφορα φεστιβάλ παραδοσιακών χορών, χορεύοντας και τραγουδώντας παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια της Οινόης, ντυμένοι με αυθεντικές θρακιώτικες γκαγκαβούζικες φορεσιές.
Ο Σύλλογος έχει καθιερώσει κάθε χρόνο, με αφορμή την πανήγυρη του παρεκκλησίου του Αγίου Φανουρίου της Άνω Οινόης στις 27 Αύγουστου, την διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων αφιερωμένων στο χωριό Σαραπλάρ (Κρασοχώρι), την αλησμόνητη πατρίδα των Γκαγκαβούζηδων στην ανατολική Θράκη. Επίσης οργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις και στην πανήγυρη του κεντρικού ναού της Άνω Οινόης που είναι αφιερωμένη στον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο.
Στους στόχους του Συλλόγου περιλαμβάνεται η προσπάθεια δραστηριοποίησης των κατοίκων της Άνω Οινόης να εργαστούν για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, την ευημερία και τον πολιτισμό της τοπικής κοινωνίας, καθώς και την προβολή της πλούσιας της λαογραφίας. Στο πλαίσιο αυτό καλεί όσους ενστερνίζονται τα ίδια οράματα να σταθούν αρωγοί και κοινωνοί αυτής της προσπάθειας, ώστε να εξασφαλιστεί ένα καλύτερο και ποιοτικότερο μέλλον στις νέες γενιές.
ΚΑΙ Ο ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ «ΤΟ ΚΡΑΣΟΧΩΡΙ»
Ιστορική Αναδρομή
Οι Γκαγκαβούζηδες είναι τουρκόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί με βαλκανικά πολιτισμικά και φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά. Οι πρώτες ιστορικές αναφορές τους εντοπίζουν στα βορειοανατολικά Βαλκάνια, στην περιοχή της Δοβρουτσάς, κυρίως στα εδάφη από την Βάρνα έως την Κωνστάντζα και από τη Καβάρνα ως το Ντόμπριτς. Στα ίδια εδάφη από τα αρχαία χρόνια και μέχρι τον 3ο μ.Χ. αιώνα εμφανίζεται σύμφωνα με τις αναφορές αρχαίων ιστορικών να κατοικεί ένα ντόπιο βαλκανικό θρακικό φύλο με την ονομασία Κατταούζοι ή Κροβούζοι.
Οι δύο λαοί έχουν κοινά χαρακτηριστικά, τα οποία παραδόξως αποσιωπούνται. Το πρώτο είναι η ομοιότητα του εθνονύμου τους, γεγονός που μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη για την κοινή καταγωγή και συνέχεια των δύο λαών. Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι πως εμφανίζονται να κατοικούν στην ίδια περιοχή για εκατοντάδες χρόνια ανεξαρτήτως των συχνών επιδρομών και μεταναστεύσεων φύλων και λαών. Έτσι, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι Γκαγκαβούζηδες αποτελούν τη συνέχεια του θρακικού φύλου των Κατταούζων ή Κροβούζων.
Επιπλέον, οι τρεις μεγάλες διοικητικές και πολιτικές αλλαγές στην περιοχή τους, Ρωμαϊκή, Βυζαντινή και Οθωμανική αυτοκρατορία, δεν φαίνεται να αλλοίωσαν ουσιαστικά την συνεχή παρουσία τους σε αυτά τα εδάφη. Παρέμεναν και προσαρμόζονταν στις νέες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Το γεγονός αυτό έχει να κάνει κύρια με την δομή της κοινωνίας τους που ήταν αγροτική. Παράλληλα σημαντικό ρόλο έπαιξε και η σταθερή προσήλωσή τους στους ηγέτες και τους στρατιωτικούς τους διοικητές, μιας και αποτελούσαν το κύριο σώμα των στρατιωτικών δυνάμεων που προστάτευαν την ευρύτερη περιοχή.
Σημαντικό ρόλο έπαιξε επίσης και ο γρήγορος εκχριστιανισμός τους στα πρώτα αποστολικά χρόνια και η σταθερή τους προσήλωση στο ελληνορθόδοξο Δόγμα και το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Στα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας παρέμεναν πιστοί στον εκάστοτε αυτοκράτορα και στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης έχοντας απευθείας εκκλησιαστική και πολιτική διοίκηση από το Πατριαρχείο και την αυλή του βυζαντινού αυτοκράτορα από όπου ορίζονταν κάθε φορά ο ηγεμόνας τους. Στα δύσκολα οθωμανικά χρόνια ζώντας ανάμεσα σε συμπαγείς τουρκικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς διατήρησαν την ορθόδοξη χριστιανική τους πίστη, αλλάζοντας την γλώσσα τους. Ένας δεύτερος και σημαντικός λόγος της γλωσσικής τους μεταστροφής ήταν η απομόνωσή τους από τα χριστιανικά κέντρα και η ανάγκη να επιβιώσουν. Είναι δε χαρακτηριστικό πως στην περίοδο των συνεχών κατακτήσεων, οι σουλτάνοι επέβαλαν σε όλους τους κατακτημένους λαούς την αλλαγή της γλώσσας ως ένα από τα μέτρα που έπαιρναν με την κατοχύρωση της εξουσίας τους.
Από την αρχή της οθωμανικής κατάκτησης και μέχρι τον 19ο αιώνα συμμετέχουν ενεργά στην τοπική αυτοδιοίκηση των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων των βορειοανατολικών Βαλκανίων και υπόκεινται σε ανάλογες διώξεις τόσο από την Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και στη συνέχεια από το νεοεμφανιζόμενο βουλγαρικό κράτος. Λόγω των συχνών Ρωσοτουρκικών πολέμων αναγκάζονται να μεταναστεύσουν σε ασφαλέστερες περιοχές όπως στην Βεσσαραβία, όπου μετοίκησε κατά τις αρχές του 19ου αιώνα το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού τους. Ένα μικρότερο τμήμα κατέφυγε νότια, στην ανατολική Θράκη και πιο συγκεκριμένα σε χωριά κοντά στην Αδριανούπολη (Έντιρνε), όπου και παρέμειναν μέχρι το 1923, ενώ ένας μικρός αριθμός Γκαγκαβούζηδων παρέμειναν στα προγονικά τους εδάφη στη Δοβρουτσά, όπου κατοικούν μέχρι και σήμερα. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι μια άλλη μικρή ομάδα Γκαγκαβούζηδων εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο και συνεχίζει να κατοικεί στην Μακεδονία, στην περιοχή της ιστορικής κωμόπολης της Ζίχνης, στην Ελλάδα.
Η παρουσία των Γκαγκαβούζηδων στην Ανατολική Θράκη
Στην ανατολική Θράκη οι Γκαγκαβούζηδες ζούσαν μέχρι το 1923 σε 26 χωριά, ανατολικά του ποταμού Έβρου (Μαρίτσα, Μερίτς) και βόρια του ποταμού Εργίνη (Εργκένε), ανάμεσα στις πόλεις Ανδριανούπολη (Έντιρνε), Σαράντα Εκκλησιές (Κιρκλάρελλι), Αρτίσκος (Μπαμπαεσκί) και Μακρά Γέφυρα (Ουζούνκιοπρου). Η μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση των Γκαγκαβούζηδων από τους υπόλοιπους ελληνικούς πληθυσμούς της Θράκης ήταν το ιδιαίτερο γλωσσικό τους ιδίωμα, το οποίο αν και προσομοιάζει με την τουρκική γλώσσα έχει πολλές λέξεις με ελληνική ρίζα.
Το 1923, με τη οριστική διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την χάραξη των ελληνοτουρκικών συνόρων, το δυτικό τμήμα της περιοχής της Θράκης παρέμεινε μέσα στα όρια της Ελλάδας, ενώ το ανατολικό της τμήμα αποδόθηκε στη νεοϊδρυθείσα τότε Τουρκική Δημοκρατία όπως και τα προαναφερθέντα 26 χωριά των Γκαγκαβούζηδων. Ακολούθως έλαβε χώρα η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών με τη συνθήκης της Λωζάνης και οι Γκαγκαβούζηδες της ανατολικής Θράκης, έχοντας ελληνική εθνική συνείδηση, συμπεριλήφθηκαν μέσα τους ελληνικούς πληθυσμούς που οι Τούρκοι έκριναν ανταλλάξιμους και έτσι μετακινήθηκαν στην Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στο ελληνικό δυτικό τμήμα της Θράκης, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα και τις χαμένες τους πατρίδες.
Οι Γκαγκαβούζηδες του προαστίου Οινόη της Νέας Ορεστιάδας
Ένα από τα 26 χαμένα χωριά των Γκαγκαβούζηδων στην ανατολική Θράκη ήταν και το Σαραπλάρ, το οποίο ονομαζόταν και Σερμπεττάρ ή Κρασοχώρι. Με την ανταλλαγή πληθυσμών, ερχόμενοι το 1923 στην Ελλάδα, οι Γκαγκαβούζηδες πρόσφυγες του χωριού Σαραπλάρ εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα της πόλης της Νέας Ορεστιάδας, ιδρύοντας το χωριό Οινόη. Σύντομα το χωριό χωρίστηκε σε δυο οικισμούς, την Κάτω (κάτω) Οινόη και την Άνω (πάνω) Οινόη, οι οποίοι αποτελούν σήμερα 2 από τα 7 όμορα προάστια της πόλης της Νέας Ορεστιάδας. Η ονομασία Οινόη αποτελεί την αρχαιοελληνική απόδοση της ονομασίας Σαραπλάρ ή Κρασοχώρι του παλαιού χωριού των Γκαγκαβούζηδων αυτών προσφύγων που σημαίνει «χωριό του κρασιού».
Η πόλη της Νέας Ορεστιάδας δημιουργήθηκε και αυτή κατά την περίοδο του 1923 από Γκαγκαβούζηδες και Έλληνες πρόσφυγες από την ανατολική Θράκη. Η πόλη βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Νομού Έβρου στη δυτική Θράκη, μέσα στην κοιλάδα του ομώνυμου ποταμού, σε μικρή απόσταση από την κοίτη του και αποτελεί το οικονομικό και διοικητικό κέντρο μιας από τις σημαντικότερες πεδιάδες της Ελλάδας. Είναι μια αναπτυσσόμενη πόλη και μαζί με τα 7 της προάστια έχει συνολικό πληθυσμό γύρω στα 20.000 άτομα, από τους οποίους ένα μεγάλο ποσοστό είναι Γκαγκαβούζηδες.
Ο Λαογραφικός & Πολιτιστικός Σύλλογος «Το Κρασοχώρι»
Το 1991 οι Γκαγκαβούζηδες του οικισμού της Άνω Οινόης δημιούργησαν τον Λαογραφικό & Πολιτιστικό Σύλλογο «Το Κρασοχώρι», τον οποίο ονόμασαν έτσι προς ανάμνηση του χωριού τους στην Ανατολική Θράκη. Οι δραστηριότητες του Συλλόγου είναι πολυσχιδείς και αφορούν κυρίως την προστασία, την προβολή και τη διάδοση της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς των κατοίκων της Οινόης, προβάλλοντας τα ήθη, τα έθιμα και τη μουσικοχορευτική παράδοση των Γκαγκαβούζηδων. Στο Σύλλογο λειτουργούν χορευτικά τμήματα παιδιών και ενηλίκων, τα οποία συμμετέχουν σε διάφορα φεστιβάλ παραδοσιακών χορών, χορεύοντας και τραγουδώντας παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια της Οινόης, ντυμένοι με αυθεντικές θρακιώτικες γκαγκαβούζικες φορεσιές.
Ο Σύλλογος έχει καθιερώσει κάθε χρόνο, με αφορμή την πανήγυρη του παρεκκλησίου του Αγίου Φανουρίου της Άνω Οινόης στις 27 Αύγουστου, την διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων αφιερωμένων στο χωριό Σαραπλάρ (Κρασοχώρι), την αλησμόνητη πατρίδα των Γκαγκαβούζηδων στην ανατολική Θράκη. Επίσης οργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις και στην πανήγυρη του κεντρικού ναού της Άνω Οινόης που είναι αφιερωμένη στον Άγιο Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο.
Στους στόχους του Συλλόγου περιλαμβάνεται η προσπάθεια δραστηριοποίησης των κατοίκων της Άνω Οινόης να εργαστούν για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, την ευημερία και τον πολιτισμό της τοπικής κοινωνίας, καθώς και την προβολή της πλούσιας της λαογραφίας. Στο πλαίσιο αυτό καλεί όσους ενστερνίζονται τα ίδια οράματα να σταθούν αρωγοί και κοινωνοί αυτής της προσπάθειας, ώστε να εξασφαλιστεί ένα καλύτερο και ποιοτικότερο μέλλον στις νέες γενιές.
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥΣ ΑΝΩ ΟΙΝΟΗΣ ΚΑΤΩ ΟΙΝΟΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΕΝΩΣΗ ΟΙΝΟΗΣ
Εκδηλώσεις για το Δωδεκαήμερο
“Χριστούγεννα Πρωτούγεννα πρώτη Γιορτή του χρόνου…..”basilisdentro
Εκδηλώσεις προετοιμάζονται στον Οικισμό μας . Με παραδοσιακά στοιχεία αλλά και σύγχρονα , οι κάτοικοι της Οινόης θα γιορτάσουν φέτος το Δωδεκαήμερο. Με ιδιαίτερη χαρά σας κοινοποιούμε το πρόγραμμα των ημερών. Καλούμε όλους τους φίλους μας να βρεθούν κοντά μας και να γλεντήσουν μαζί μας ! Υποσχόμαστε πως θα περάσουμε καταπληκτικά!
Αναλυτικά το πρόγραμμα :
Σάββατο 26/12/09 Ετήσιος Χορός .
Ο Γ.Σ. ” Ένωση Οινόης” , Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κάτω Οινόης “Τα Αμπέλια” και Ο Λαογραφικός Πολιτιστικός Σύλλογος Άνω Οινόης ”Το Κρασοχώρι” , σας καλούν στον ετήσιο Χριστουγεννιάτικο χορό που συνδιοργανώνουν. Η συνεστίαση θα πραγματοποιηθεί στο κοσμικό κέντρο “EUROPA SALA” στον Πύργο Ορεστιάδος. Στις 20:30 θα εμφανιστούν το παιδικό και εφηβικό τμήμα του “Κρασοχωρίου” σε τοπικό παραδοσιακό πρόγραμμα αλλά και λαικό.Δασκάλα των τμημάτων αυτών είναι η κ.Λιάνα Πιττιακούδη .
Θα ακολουθήσει γλέντι για τον υπόλοιπο κόσμο. Η τιμή πρόσκλησης ειναι στα 20 ευρώ . Θα υπάρχει και λαχειοφόρος αγορά με σημαντικά δώρα.
Κυριακή 27/12/09 Το Έθιμο της Καμήλας .
Για πρώτη φορά φέτος θα γίνει αναβίωση του εθίμου της Καμήλας στον οικισμό μας με την συνεργασία των τριών φορέων του οικισμού. Η αναβίωση θα έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που οι παλιοί μας μετέφεραν και που με ιδιαίτερη χαρά θα συμμετέχουν. Την οργάνωση της εκδήλωσης έχουν αναλάβει πλην των διοικητικών συμβουλίων , ο κ.Ιωαννιδης Γιώργος και ο κ.Παρτινούδης Αλέξης.
11:00 4ο Δημοτικό Σχολείο . Η Καμήλα θα ξεκινήσει μια κυκλική διαδρομή , μέσα από γειτονιές της Ανω και Κάτω Οινοης έως τον Ι.Ν Αγ.Αθανασίου Κ.Οινόης και από εκεί από άλλη διαδρομή , επιστροφή στο σχολείο . Συνοδεία παραδοσιακής ορχήστρας και κόσμου θα επισκεφτεί σπίτια για δωρίσματα και κρασί, δίνοντας και λαμβάνοντας ευχές για υγεία και χρόνια πολλά. Οι κάτοικοι του χωριού θα είναι ντυμένοι με τις παραδοσιακές φορεσιές !
14:00 40 Δημοτικό Σχολείο. Με την άφιξη της καμήλας θα ξεκινήσει παραδοσιακό γλέντι με τοπικούς χορούς και τραγούδια και με άφθονα ψητά και κρασί .Το γλεντι θα συνεχιστεί ώσπου να νυχτώσει! Η όλη εκδήλωση είναι ανοιχτή σε όλον τον κόσμο.
Τετάρτη 30/12/09 Φιλοξενεία φοιτητών.
Την προπαραμονή της πρωτοχρονιάς θα αφιχθεί αντιπροσωπεία 9 ατόμων , φοιτητών και συνοδών , απο την Γκαγκαουζία της Μολδαβίας. Η φιλοξενεία έχει αναληθφεί από οικογένειες στην Ανω Οινόη , με πρωτοβούλια και οργάνωση της προέδρου κ. Ελένης Ραντζούδη , σε συνέχεια της ανάπτυξης σχέσεων μεταξύ μας μετα την επίσκεψη του συλλόγου στη Μολδαβία.
Η διάρκεια της φιλοξενείας θα είναι εώς και τις 10/1/10 και κατά την διάρκεία της θα υπάρχουν μικρές δραστηριότητες πολιτιστικόύ κυρίως θέματος για τους φιλοξενουμένους μας.
Παρασκευή 8 /01/10 Το έθιμο της Μπάμπως.
Οπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος θα τιμήσουμε την “Μπάμπω” Το έθιμο αν και κατά την διάρκεια των ετών έχει υποστεί διάφορες παρεμβάσεις και ταλαιπωρίες , δεν έχει σταματήσει να αναπαρείστατε ούτε για μία χρονιά. Οι γυναίκες τιμούν την “γέννηση” , τιμούν την “μαμή” . Στο Πολιτιστικό κέντρο Αγ.Φανουρίου έδρα του συλλόγου θα πραγματοποιηθεί το βράδυ συνεστίαση με παραδοσιακή ορχήστρα , χορό , φαγητό και πιοτό. Στην εκδήλωση συμμετέχουν μόνο γυναίκες , και κατ’ εξαίρεση φέτος οι κύριοι φιλοξενούμενοι από την Μολδαβία. Θα πραγματοποιηθεί και μικρή αναπαράσταση του εθίμου.
Σας περιμένουμε όλους εκεί!
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ http://krasochori.gr/
“Χριστούγεννα Πρωτούγεννα πρώτη Γιορτή του χρόνου…..”basilisdentro
Εκδηλώσεις προετοιμάζονται στον Οικισμό μας . Με παραδοσιακά στοιχεία αλλά και σύγχρονα , οι κάτοικοι της Οινόης θα γιορτάσουν φέτος το Δωδεκαήμερο. Με ιδιαίτερη χαρά σας κοινοποιούμε το πρόγραμμα των ημερών. Καλούμε όλους τους φίλους μας να βρεθούν κοντά μας και να γλεντήσουν μαζί μας ! Υποσχόμαστε πως θα περάσουμε καταπληκτικά!
Αναλυτικά το πρόγραμμα :
Σάββατο 26/12/09 Ετήσιος Χορός .
Ο Γ.Σ. ” Ένωση Οινόης” , Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Κάτω Οινόης “Τα Αμπέλια” και Ο Λαογραφικός Πολιτιστικός Σύλλογος Άνω Οινόης ”Το Κρασοχώρι” , σας καλούν στον ετήσιο Χριστουγεννιάτικο χορό που συνδιοργανώνουν. Η συνεστίαση θα πραγματοποιηθεί στο κοσμικό κέντρο “EUROPA SALA” στον Πύργο Ορεστιάδος. Στις 20:30 θα εμφανιστούν το παιδικό και εφηβικό τμήμα του “Κρασοχωρίου” σε τοπικό παραδοσιακό πρόγραμμα αλλά και λαικό.Δασκάλα των τμημάτων αυτών είναι η κ.Λιάνα Πιττιακούδη .
Θα ακολουθήσει γλέντι για τον υπόλοιπο κόσμο. Η τιμή πρόσκλησης ειναι στα 20 ευρώ . Θα υπάρχει και λαχειοφόρος αγορά με σημαντικά δώρα.
Κυριακή 27/12/09 Το Έθιμο της Καμήλας .
Για πρώτη φορά φέτος θα γίνει αναβίωση του εθίμου της Καμήλας στον οικισμό μας με την συνεργασία των τριών φορέων του οικισμού. Η αναβίωση θα έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που οι παλιοί μας μετέφεραν και που με ιδιαίτερη χαρά θα συμμετέχουν. Την οργάνωση της εκδήλωσης έχουν αναλάβει πλην των διοικητικών συμβουλίων , ο κ.Ιωαννιδης Γιώργος και ο κ.Παρτινούδης Αλέξης.
11:00 4ο Δημοτικό Σχολείο . Η Καμήλα θα ξεκινήσει μια κυκλική διαδρομή , μέσα από γειτονιές της Ανω και Κάτω Οινοης έως τον Ι.Ν Αγ.Αθανασίου Κ.Οινόης και από εκεί από άλλη διαδρομή , επιστροφή στο σχολείο . Συνοδεία παραδοσιακής ορχήστρας και κόσμου θα επισκεφτεί σπίτια για δωρίσματα και κρασί, δίνοντας και λαμβάνοντας ευχές για υγεία και χρόνια πολλά. Οι κάτοικοι του χωριού θα είναι ντυμένοι με τις παραδοσιακές φορεσιές !
14:00 40 Δημοτικό Σχολείο. Με την άφιξη της καμήλας θα ξεκινήσει παραδοσιακό γλέντι με τοπικούς χορούς και τραγούδια και με άφθονα ψητά και κρασί .Το γλεντι θα συνεχιστεί ώσπου να νυχτώσει! Η όλη εκδήλωση είναι ανοιχτή σε όλον τον κόσμο.
Τετάρτη 30/12/09 Φιλοξενεία φοιτητών.
Την προπαραμονή της πρωτοχρονιάς θα αφιχθεί αντιπροσωπεία 9 ατόμων , φοιτητών και συνοδών , απο την Γκαγκαουζία της Μολδαβίας. Η φιλοξενεία έχει αναληθφεί από οικογένειες στην Ανω Οινόη , με πρωτοβούλια και οργάνωση της προέδρου κ. Ελένης Ραντζούδη , σε συνέχεια της ανάπτυξης σχέσεων μεταξύ μας μετα την επίσκεψη του συλλόγου στη Μολδαβία.
Η διάρκεια της φιλοξενείας θα είναι εώς και τις 10/1/10 και κατά την διάρκεία της θα υπάρχουν μικρές δραστηριότητες πολιτιστικόύ κυρίως θέματος για τους φιλοξενουμένους μας.
Παρασκευή 8 /01/10 Το έθιμο της Μπάμπως.
Οπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος θα τιμήσουμε την “Μπάμπω” Το έθιμο αν και κατά την διάρκεια των ετών έχει υποστεί διάφορες παρεμβάσεις και ταλαιπωρίες , δεν έχει σταματήσει να αναπαρείστατε ούτε για μία χρονιά. Οι γυναίκες τιμούν την “γέννηση” , τιμούν την “μαμή” . Στο Πολιτιστικό κέντρο Αγ.Φανουρίου έδρα του συλλόγου θα πραγματοποιηθεί το βράδυ συνεστίαση με παραδοσιακή ορχήστρα , χορό , φαγητό και πιοτό. Στην εκδήλωση συμμετέχουν μόνο γυναίκες , και κατ’ εξαίρεση φέτος οι κύριοι φιλοξενούμενοι από την Μολδαβία. Θα πραγματοποιηθεί και μικρή αναπαράσταση του εθίμου.
Σας περιμένουμε όλους εκεί!
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ http://krasochori.gr/
Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009
Σκεψεις και προβληματισμοι μετα απο ενα ταξιδι στην Γκαγκαουζια
Η Γκαγκαουζία από το 1990 αποτελεί αυτόνομη περιοχή της Μολδαβίας και καταλαμβάνει σε έκταση το μεγαλύτερο μέρος της παλιάς Βεσσαραβίας. Ο πληθυσμός της αποτελείται κατά 90% από Γκαγκαούζους και το υπόλοιπο από Ρώσους, Μολδαβούς και Ουκρανούς.Παράλληλα Γκαγκαούζοι υπάρχουν και σε εδάφη της Ουκρανίας στην περιοχή Buciak στα διοικητικα ορια της Οδησσού.
Πως βρέθηκαν οι Γκαγκαούζοι στη Βεσσαραβία;
Οι Γκαγκαουζοι κατοικούσαν για αιώνες στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και συγκεκριμένα στην περιοχή της Δοβρουτσάς από την Βάρνα και μέχρι τα Μαγκάλια της σημερινής Ρουμανίας. Ήταν και είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Στην Δοβρουτσά σε όλη τη διάρκεια της πρώιμης και ύστερης οθωμανικής αυτοκρατορίας συμμετείχαν στα κοινά μέσα από τις ελληνορθόδοξες κοινότητες και είχαν πλήρως ταυτιστεί με το ελληνικό στοιχείο της παραλιακής ζώνης της Μαύρης Θάλασσας. Στην παράδοσή τους είναι καταγεγραμμένη όπως και στον υπόλοιπο ελληνικό πληθυσμό της εποχής η απελευθέρωση τους από το Ξανθό Γένος, δηλαδή τους Ρώσους. Γι’ αυτό τον λόγο συμμετείχαν σε όλους τους ρωσοτουρκικούς πολέμους με φανατισμό και ενθουσιασμό.
Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1810-1820, δέχτηκαν να εγκατασταθούν στη Βεσσαραβία για να γλιτώσουν από τα αντίποινα των Οθωμανών Τούρκων αλλά και διότι έτσι τους πρόσφερε έμπρακτα προστασία η ρωσική αυτοκρατορία. Εγκαταστάθηκαν σε περιοχές που εγκατέλειψαν οι τουρκικοί πληθυσμοί Nogai, όταν χάθηκαν τα εδάφη από τους Οθωμανούς. Εκείνη την εποχή υπολογίζεται πως εγκαταστάθηκαν περίπου 100.000 Γκαγκαούζοι στην Βεσσαραβία.
Ένας αριθμός Γκαγκαούζων περίπου 10.000 έφυγαν προς το Νότο και εγκαταστάθηκαν στην Ανατολική Θράκη σε χωριά γύρω από την Αδριανούπολη. Οι απόγονοι αυτών είναι οι σημερινοί Γκαγκαούζοι της Ελλάδας.
Πολύ μικρότερος αριθμός παρέμεινε στη Βουλγαρία κυρίως μέσα στα αστικά κέντρα και στα γύρω χωριά όπου υπέφερε τους εκβιασμούς των Βουλγάρων για πλήρη εκβγουλγαροποίηση τους, άντεξε και τελικά ως πρόσφυγες έφυγαν μαζί με τους υπόλοιπους ελληνικούς πληθυσμούς μέχρι το 1925 σε διαδοχικά κύματα.
Οι Γκαγκαούζοι της Βεσσαραβίας από την αρχή της παρουσίας τους στα εδάφη αυτά ταυτίστηκαν πλήρως με τη Ρωσία και οι σχέσεις τους με τους μολδαβικούς και ρουμάνικους πληθυσμούς ήταν από άσχημες έως κακές. Αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα. Δεν δέχτηκαν ποτέ να είναι κάτω από την εξουσία των Ρουμάνων ή των Μολδαβών και σε κάθε ευκαιρία ξεσηκώνονταν.
Με την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης απαίτησαν την αυτονομία τους αντιστεκόμενοι στην ιδέα της μεγάλης Ρουμανίας, όπως την πρέσβευαν οι Μολδαβοί εθνικιστές. Μετά από διαπραγματεύσεις και με την στήριξη των Ρώσων και των Τούρκων αποκτούν αυτονομία μέσα στο μολδαβικό κράτος. Είναι δε χαρακτηριστικό πως τις διαθέσεις τους για αυτονομία δεν τις στήριξε επίσημα κανένα κράτος εκτός από την Τουρκία.
Γιατί όμως η Τουρκία;
Εκείνη την εποχή η Τουρκία του Ντεμιρέλ και του Οζάλ ήθελε να δημιουργήσει το μεγάλο τουρκικό τόξο στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες που ήταν κατά κύριο λόγο τουρκόφωνες. Από αυτό το τόξο δεν έπρεπε να λείπει το κομμάτι της Γκαγκαουζίας διότι εξυπηρετούσε τα σχέδια τους για μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη των επόμενων χρόνων.
Αρχικά οι Τούρκοι χωρίς κανένα εμπόδιο και δίχως αντίπαλο προσπάθησαν να τους αφομοιώσουν και να τους πείσουν πως είναι ένα τουρκικό φύλο της δικής τους διασποράς. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών προσέφεραν άφθονο χρήμα και οικονομική βοήθεια έτσι ώστε σε λίγα χρόνια να τους κάνουν άμεσα εξαρτώμενους από την Τουρκία.
Αν και έστρεψαν το βλέμμα τους προς την ελληνική πλευρά δεν βρήκαν ανταπόκριση διότι τότε η ελληνική εξωτερική πολιτική κινούνταν στο πλαίσιο της μη εμπλοκής στα εσωτερικά της Μολδαβίας. Έτσι χάθηκε καταρχήν η προσέγγιση αυτού του λαού από την ελληνική πλευρά. Επιπρόσθετα, η ελληνική πλευρά είχε και μπορεί να έχει ακόμη την άποψη πως πρόκειται για ένα τουρκικό φύλο και καλό θα ήταν κατά την γνώμη των επίσημων αρχών να μην εμπλακεί σε μία διένεξη με την Τουρκία, διότι έτσι θα δημιουργούνταν ένα πρόσθετο μειονοτικό πρόβλημα στο εσωτερικό της.
Πόσο λάθος έκαναν με αυτό το σκεπτικό!! Παρέδιδαν όχι μόνο τους Γκαγκαούζους της Μολδαβίας αλλά και αυτούς της Ελλάδας (15.000) και της Βουλγαρίας (5.000) χωρίς κανένα αντίλογο στα χέρια της Τουρκίας.
Το μόνο κοινό στοιχείο μεταξύ των Τούρκων και των Γκαγκαούζων είναι η γλώσσα. Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν ένα λαό, πολιτιστικά, ήθη και έθιμα, παράδοση, θρησκεία και τόπο καταγωγής είναι εντελώς αντίθετα με την καταγωγή τον πολιτισμό και την κουλτούρα των Τούρκων.
Οι ηγέτες της αυτόνομης Γκαγκαουζίας κινήθηκαν από τη αρχή σε μία προσπάθεια στήριξης της αυτονομίας τους. Οι πρώτοι που τους στήριξαν απλόχερα ήταν οι Τούρκοι διότι εκείνη την εποχή και η Ρωσία δεν είχε την οικονομική δύναμη να τους συνδράμει. Έτσι σιγά-σιγά με μεθοδευμένα βήματα κατάφεραν να ελέγχουν πλήρως όλη την ηγεσία των Γκαγκαούζων, πολιτική και πνευματική. Εκτός από την οικονομική βοήθεια ένα από τα πρώτα βήματα της τουρκικής πολιτικής ήταν να καταργήσει τη βίζα με αποτέλεσμα κυρίως εκατοντάδες γυναικών να φεύγουν για αναζήτηση εργασίας στην Τουρκία. Παράλληλα με υποτροφίες προσπάθησε να προσελκύσει νέους κυρίως φοιτητές για σπουδές στην Τουρκία για να αποτελέσουν αργότερα την αιχμή του δόρατος στην πολιτική αφομοίωσης που επιχειρούσαν.
Το κατάφεραν;
Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι το κατάφεραν πλήρως. Πιστεύω πως η τουρκική πλευρά ξεκίνησε ένα πιο οργανωμένο σχέδιο με στόχο την πλήρη αφομοίωση τους. Έστρεψε την προσοχή της στην παροχή δωρεάν παιδείας και στην προπαγάνδα περί τουρανικού φύλου. Ως προς την παιδεία έβλεπε πως η ηγεσία της Γκαγκαουζίας επέβαλε τη ρωσική γλώσσα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Τα γκαγκαούζικα διδάσκονται μόνο δυο ώρες τη βδομάδα.
Έτσι με το επιχείρημα της διατήρησης της γλώσσας ίδρυσε ιδιωτικά σχολεία, δημοτικά και λύκεια όπου εκτός από τα μαθήματα διδάσκεται και η τουρκική ιστορία. Αρχικά μόνο στην πρωτεύουσα σιγά-σιγά ιδρύθηκαν και σε άλλες πόλεις. Σε κάθε μεγάλη πόλη ίδρυσε βιβλιοθήκες, μέσα από ένα μη κερδοσκοπικό οργανισμό με την επωνυμία ΚΕΜΑΛ ΑΤΤΑΤΟΥΡΚ!!
Αντίθετα μέχρι τώρα από την ελληνική πλευρά οι προσπάθειες προσέγγισης γίνονταν μέσω της εκκλησίας και μιας οργάνωσης ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΓΚΑΓΚΑΟΥΖΙΑΣ η οποία έχει διαλυθεί. Ο λόγος της διάλυσης της κατά την γνώμη μου είναι επειδή κανείς από αυτούς δεν ήταν Γκαγκαβούζης στη καταγωγή. Άρα και η προσέγγιση τους στο θέμα ήταν εντελώς ακαδημαϊκή και χωρίς άμεσες αντιδράσεις στις νέες προκλήσεις. Αν και λειτούργησε ένα τμήμα ελληνικής γλώσσας στο πανεπιστήμιο της πρωτεύουσας Κομράτ και έγιναν σοβαρές ενέργειες και προσπάθειες να λειτουργεί σταθερά, φέτος το τμήμα δεν λειτουργεί για διάφορους λόγους.
Θεωρώ πως η ελληνική πλευρά δεν έκανε τα απαιτούμενα βήματα με το μολδαβικό υπουργείο παιδείας για μια πιο στενή και ουσιαστική συνεργασία στο επίπεδο της παιδείας και των μορφωτικών ανταλλαγών. Μέσα από εκεί θα μπορούσαμε να παρέμβουμε με καλύτερο τρόπο και πιο ουσιαστικό και στο πανεπιστήμιο της Γκαγκαουζίας. Επιπρόσθετα, θα μπορούσε να διοριστεί καλύτερο και πιο αξιόλογο διδακτικό προσωπικό, που εκτός από τις υποχρεωτικές ώρες θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως πρεσβευτής της ελληνικής κουλτούρας και παιδείας.
Παρά το γεγονός πως είναι ορθόδοξοι χριστιανοί και ακολουθούν το ρωσικό τυπικό, λόγω της μεγάλης φτώχειας έχουν παρεισφρήσει χριστιανικές και αιρετικές οργανώσεις, όπως σχισματικοί, παλαιοημερολογίτες, Βαπτιστές και Ιεχωβάδες με αποτέλεσμα να επικρατεί ένα αλαλούμ ως προς το θρησκευτικό συναίσθημα. Κυριαρχεί η ορθόδοξη πίστη, η οποία μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί με την συντήρηση των εκκλησιών, την έκδοση βιβλίων, τελετουργικών και θρησκευτικών για την ενίσχυση της πίστης τους.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αλφάβητο της γκαγκαούζικης γλώσσας. Μέχρι το 1930 οι Γκαγκαούζοι χρησιμοποιούσαν την καραμανλίδικη γραφή. Μετά λόγω της υπαγωγής τους στο ρουμανικό κράτος χρησιμοποίησαν το λατινικό αλφάβητο και μέχρι το 1956, οπότε και εφαρμόστηκε ένα μικτό αλφάβητο κυριλλικό και λατινικό. Αυτό το γεγονός είχε σαν αποτέλεσμα να ξεχαστεί με την πάροδο των χρόνων η πρώτη γραφή. Αν και στα μουσεία τους υπάρχουν βιβλία με καραμανλίδικη γραφή δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν πως βρέθηκαν σε γκαγκαούζικα σπίτια. Ενώ για μας είναι ένα καλό επιχείρημα για να τους δείξουμε την σχέση τους με τον ελληνορθόδοξο κόσμο, οι εκπρόσωποι της εκκλησίας μας δεν ασχολήθηκαν σχεδόν καθόλου.
Μπορεί να επικρατήσει ξανά η καραμανλίδικη γραφή; Είναι ένα ερώτημα και η απάντησή του εξαρτάται από την δική μας παρουσία και το μέγεθος της βοήθειας που μπορούμε να τους προσφέρουμε.
Νομίζω σε αυτό τον τομέα η ελληνική πλευρά εκδηλώνει σημαντικές αδυναμίες, που πιστεύω πως πηγάζουν από το γεγονός πως δεν γνωρίζουν ποιοι είναι οι Γκαγκαούζοι και τι ρόλο μπορούν να παίξουν αν προσεγγιστούν σωστά από εμάς. Σε αυτήν την προσέγγιση τελικά καταφέραμε άτομα Γκαγκαούζηδες από την Ελλάδα να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα από ότι έκαναν όλοι μαζί οι υπόλοιποι τα προηγούμενα χρόνια. Ουσιαστικά ξεκινήσαμε στην αρχή μία ομάδα 8 ατόμων να επισκεφτούμε την Γκαγκαουζία να γνωριστούμε να μιλήσουμε μαζί τους να ακούσουμε την μουσική τους και τα τραγούδια τους. Παράλληλα συμμετείχαμε σε ένα σημαντικό συνέδριο με θέμα «Ορθοδοξία, και εκχριστιανισμός των Γκαγκαούζηδων πότε και πως» τον Νοέμβρη του 2008.
Σε αυτό το συνέδριο ήταν η πρώτη φορά που έγινε ανοιχτή και με επιχειρήματα σύγκρουση μεταξύ ιστορικών δυο διαφορετικών σχολών. Των υποστηρικτών της τουρανικής καταγωγής και των υποστηρικτών της βαλκανικής και ελληνορθόδοξης καταγωγής τους. Πιστεύω πως το πρώτο πλήγμα στην τουρκική πολιτική έγινε τότε σε αυτό το συνέδριο. Το συμπέρασμα μου βγαίνει από την αντιμετώπιση που είχαμε σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και από την διαφοροποίηση ιστορικών Γκαγκαούζων ως προς την καταγωγή τους. Άλλα έλεγαν πριν, όμως μετά το συνέδριο συντάχτηκαν με εμάς και επιδιώκουν την συνεργασία μας. Ήδη προγραμματίζουμε να κάνουμε από κοινού μία ομάδα εργασίας με σκοπό να βγάλει ένα βιβλίο ιστορίας.
Εξ’ αρχής πίστευα πως αν ένας πολιτιστικός σύλλογος Γκαγκαούζων από την Ελλάδα ανέβαινε για παραστάσεις στην Γκαγκαουζία θα έφερνε επανάσταση στις συνειδήσεις τους!! Το καταφέραμε και είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτό!! Προκαλέσαμε ένα πολιτισμικό σοκ σε όλους, κυβερνητικούς, διανοούμενους και απλούς ανθρώπους!! Παντού μας πλησίαζαν άνθρωποι να μας πουν πως είμαστε δικοί τους πως τα ίδια τραγούδια λέγανε και οι παππούδες τους. Πως φορούσαν τα ίδια ρούχα πως είχαν τα ίδια μουσικά όργανα. Μας πλησίαζαν άνθρωποι για να μας πουν πως τα επίθετα τους ήταν ελληνικά και πως τα άλλαξαν εκεί στην Γκαγκαουζία επί σοβιετικού καθεστώτος.
Για μας ήταν πολύ σημαντικό το γεγονός πως ακόμη και ο κυβερνήτης της Γκαγκαουζίας συγκινήθηκε όταν είδε τις παραδοσιακές φορεσιές των γυναικών του συλλόγου της Οινόης. Και ενώ μέχρι τότε δεν ήθελε να μας συναντήσει λόγω πιθανών πιέσεων από την τουρκική πλευρά, όχι μόνο συνάντησε όλη την αποστολή, αλλά ζήτησε και την βοήθεια μας για πιο στενές και ουσιαστικές συνεργασίες σε οικονομικό, πολιτιστικό πολιτικό επίπεδο, ώστε να ξεφύγουν από την μέγγενη των Τούρκων.
Ο σύλλογος έκανε 4 παραστάσεις όπου τα θέατρα είχαν κατακλυστεί από απλούς ανθρώπους για να δουν, να συζητήσουν και να ανταλλάξουν πληροφορίες. Άρα ο στόχος της προσέγγισης μέσα από τον πολιτισμό, νομίζω πως σε αρχικό στάδιο, έχει πετύχει και πως υπάρχει έδαφος για την συνέχιση της παρέμβασης μας.
Ένα από τα βασικά προβλήματα τους είναι η αφαίμαξη του εργατικού δυναμικού. Λόγω της μεγάλης φτώχειας αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό κυρίως στην Τουρκία, λόγω της γλώσσας. Επιδίωξη των σημερινών κυβερνώντων της Γκαγκαουζίας αλλά και των επόμενων από τις συζητήσεις που κάναμε είναι να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας στην με αντάλλαγμα φορολογικές και επενδυτικές ελαφρύνσεις από τη μεριά τους. Επίσης, είναι στα χέρια μας να αξιοποιήσουμε την εμπειρία των συλλόγων και να τους κάνουμε πρεσβευτές της ελληνική παιδείας και του πολιτισμού σε αυτές τις χώρες.
Είναι γεγονός πως κάθε τουρκόφωνος αντιμετωπίζεται από την ελληνική πλευρά με καχυποψία. Έτσι αντιμετωπίστηκαν και οι πρόγονοι μας ακόμη και όταν ήρθαν και εγκαταστάθηκαν σε ελληνικά εδάφη μετά την μικρασιατική καταστροφή. Δεν είναι της ώρας να γραφούν εδώ σελίδες ολόκληρες για την αντιμετώπισή τους ακόμη και σήμερα από τις επίσημες αρχές κρατικές ή περιφερειακές.
Για την Γκαγκαουζία επικρατεί η άποψη πως είναι τουρκόφιλοι. Απεναντίας εγώ προσωπικά όσες φορές και αν ανέβηκα επάνω δεν το είδα πουθενά και στις συζητήσεις που κάναμε μας έλεγαν πως είναι αναγκασμένοι λόγω της οικονομικής στήριξης που τους παρέχουν!! Είναι απλόχερη από την πλευρά της Τουρκίας. Η εκτίμηση μου είναι πως τα πρώτα χρόνια ήταν πραγματική άφθονη. Τα τελευταία χρόνια η τουρκική πλευρά βλέποντας πως δεν είχαν ουσιαστικά αποτελέσματα αφομοίωσης έχουν κλείσει την στρόφιγγα της οικονομικής βοήθειας.
Θεωρώ πως πρέπει να δούμε και να προσεγγίσουμε με ευαισθησία και σωστό προγραμματισμό και στόχο τους Γκαγκαούζους της Μολδαβίας.
Για ποιο λόγο;
Για να μην πούμε μετά από λίγα χρόνια πως κρίμα που χάθηκε ένας ακόμη ελληνορθόδοξος πληθυσμός!!
Μερικά από τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν άμεσα:
- Ενίσχυση και διάθεση οικονομικών πόρων μέσα από την Ε.Ε. για την βελτίωση των υποδομών τους, οι οποίες βρίσκονται σε υποτυπώδη κατάσταση.
- Κατάργηση της βίζας, έτσι ώστε να μπορούν να έρχονται στην Ελλάδα και να δουλεύουν ως εποχικοί εργάτες. Αυτή η ενέργεια θα βοηθήσει ακόμη περισσότερο στην σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Γκαγκαούζων της Ελλάδας και της Μολδαβίας που θα αποτελέσουν πρεσβευτές μας στη χώρα τους.
- Μεταφορά τεχνογνωσίας ειδικά στον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα για την αξιοποίηση της πλούσιας γης τους π.χ. αμπέλια, φάρμες ζώων.
- Συνεργασία μεταξύ των πανεπιστημίων και χορήγηση υποτροφιών για σπουδές στην Ελλάδα σε όλους τους τομείς σπουδών και όχι μόνο στον εκκλησιαστικό - θρησκευτικό.
- Έκδοση βιβλίων, ιστορικών και πολιτιστικών στη ρώσικη γλώσσα για την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ της Ελλάδας και της Γκαγκαουζίας.
- Καθιέρωση πολιτιστικών ανταλλαγών και εκδηλώσεων για την σύσφιξη των σχέσεων.
Πως βρέθηκαν οι Γκαγκαούζοι στη Βεσσαραβία;
Οι Γκαγκαουζοι κατοικούσαν για αιώνες στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και συγκεκριμένα στην περιοχή της Δοβρουτσάς από την Βάρνα και μέχρι τα Μαγκάλια της σημερινής Ρουμανίας. Ήταν και είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Στην Δοβρουτσά σε όλη τη διάρκεια της πρώιμης και ύστερης οθωμανικής αυτοκρατορίας συμμετείχαν στα κοινά μέσα από τις ελληνορθόδοξες κοινότητες και είχαν πλήρως ταυτιστεί με το ελληνικό στοιχείο της παραλιακής ζώνης της Μαύρης Θάλασσας. Στην παράδοσή τους είναι καταγεγραμμένη όπως και στον υπόλοιπο ελληνικό πληθυσμό της εποχής η απελευθέρωση τους από το Ξανθό Γένος, δηλαδή τους Ρώσους. Γι’ αυτό τον λόγο συμμετείχαν σε όλους τους ρωσοτουρκικούς πολέμους με φανατισμό και ενθουσιασμό.
Μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1810-1820, δέχτηκαν να εγκατασταθούν στη Βεσσαραβία για να γλιτώσουν από τα αντίποινα των Οθωμανών Τούρκων αλλά και διότι έτσι τους πρόσφερε έμπρακτα προστασία η ρωσική αυτοκρατορία. Εγκαταστάθηκαν σε περιοχές που εγκατέλειψαν οι τουρκικοί πληθυσμοί Nogai, όταν χάθηκαν τα εδάφη από τους Οθωμανούς. Εκείνη την εποχή υπολογίζεται πως εγκαταστάθηκαν περίπου 100.000 Γκαγκαούζοι στην Βεσσαραβία.
Ένας αριθμός Γκαγκαούζων περίπου 10.000 έφυγαν προς το Νότο και εγκαταστάθηκαν στην Ανατολική Θράκη σε χωριά γύρω από την Αδριανούπολη. Οι απόγονοι αυτών είναι οι σημερινοί Γκαγκαούζοι της Ελλάδας.
Πολύ μικρότερος αριθμός παρέμεινε στη Βουλγαρία κυρίως μέσα στα αστικά κέντρα και στα γύρω χωριά όπου υπέφερε τους εκβιασμούς των Βουλγάρων για πλήρη εκβγουλγαροποίηση τους, άντεξε και τελικά ως πρόσφυγες έφυγαν μαζί με τους υπόλοιπους ελληνικούς πληθυσμούς μέχρι το 1925 σε διαδοχικά κύματα.
Οι Γκαγκαούζοι της Βεσσαραβίας από την αρχή της παρουσίας τους στα εδάφη αυτά ταυτίστηκαν πλήρως με τη Ρωσία και οι σχέσεις τους με τους μολδαβικούς και ρουμάνικους πληθυσμούς ήταν από άσχημες έως κακές. Αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα. Δεν δέχτηκαν ποτέ να είναι κάτω από την εξουσία των Ρουμάνων ή των Μολδαβών και σε κάθε ευκαιρία ξεσηκώνονταν.
Με την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης απαίτησαν την αυτονομία τους αντιστεκόμενοι στην ιδέα της μεγάλης Ρουμανίας, όπως την πρέσβευαν οι Μολδαβοί εθνικιστές. Μετά από διαπραγματεύσεις και με την στήριξη των Ρώσων και των Τούρκων αποκτούν αυτονομία μέσα στο μολδαβικό κράτος. Είναι δε χαρακτηριστικό πως τις διαθέσεις τους για αυτονομία δεν τις στήριξε επίσημα κανένα κράτος εκτός από την Τουρκία.
Γιατί όμως η Τουρκία;
Εκείνη την εποχή η Τουρκία του Ντεμιρέλ και του Οζάλ ήθελε να δημιουργήσει το μεγάλο τουρκικό τόξο στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες που ήταν κατά κύριο λόγο τουρκόφωνες. Από αυτό το τόξο δεν έπρεπε να λείπει το κομμάτι της Γκαγκαουζίας διότι εξυπηρετούσε τα σχέδια τους για μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη των επόμενων χρόνων.
Αρχικά οι Τούρκοι χωρίς κανένα εμπόδιο και δίχως αντίπαλο προσπάθησαν να τους αφομοιώσουν και να τους πείσουν πως είναι ένα τουρκικό φύλο της δικής τους διασποράς. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών προσέφεραν άφθονο χρήμα και οικονομική βοήθεια έτσι ώστε σε λίγα χρόνια να τους κάνουν άμεσα εξαρτώμενους από την Τουρκία.
Αν και έστρεψαν το βλέμμα τους προς την ελληνική πλευρά δεν βρήκαν ανταπόκριση διότι τότε η ελληνική εξωτερική πολιτική κινούνταν στο πλαίσιο της μη εμπλοκής στα εσωτερικά της Μολδαβίας. Έτσι χάθηκε καταρχήν η προσέγγιση αυτού του λαού από την ελληνική πλευρά. Επιπρόσθετα, η ελληνική πλευρά είχε και μπορεί να έχει ακόμη την άποψη πως πρόκειται για ένα τουρκικό φύλο και καλό θα ήταν κατά την γνώμη των επίσημων αρχών να μην εμπλακεί σε μία διένεξη με την Τουρκία, διότι έτσι θα δημιουργούνταν ένα πρόσθετο μειονοτικό πρόβλημα στο εσωτερικό της.
Πόσο λάθος έκαναν με αυτό το σκεπτικό!! Παρέδιδαν όχι μόνο τους Γκαγκαούζους της Μολδαβίας αλλά και αυτούς της Ελλάδας (15.000) και της Βουλγαρίας (5.000) χωρίς κανένα αντίλογο στα χέρια της Τουρκίας.
Το μόνο κοινό στοιχείο μεταξύ των Τούρκων και των Γκαγκαούζων είναι η γλώσσα. Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν ένα λαό, πολιτιστικά, ήθη και έθιμα, παράδοση, θρησκεία και τόπο καταγωγής είναι εντελώς αντίθετα με την καταγωγή τον πολιτισμό και την κουλτούρα των Τούρκων.
Οι ηγέτες της αυτόνομης Γκαγκαουζίας κινήθηκαν από τη αρχή σε μία προσπάθεια στήριξης της αυτονομίας τους. Οι πρώτοι που τους στήριξαν απλόχερα ήταν οι Τούρκοι διότι εκείνη την εποχή και η Ρωσία δεν είχε την οικονομική δύναμη να τους συνδράμει. Έτσι σιγά-σιγά με μεθοδευμένα βήματα κατάφεραν να ελέγχουν πλήρως όλη την ηγεσία των Γκαγκαούζων, πολιτική και πνευματική. Εκτός από την οικονομική βοήθεια ένα από τα πρώτα βήματα της τουρκικής πολιτικής ήταν να καταργήσει τη βίζα με αποτέλεσμα κυρίως εκατοντάδες γυναικών να φεύγουν για αναζήτηση εργασίας στην Τουρκία. Παράλληλα με υποτροφίες προσπάθησε να προσελκύσει νέους κυρίως φοιτητές για σπουδές στην Τουρκία για να αποτελέσουν αργότερα την αιχμή του δόρατος στην πολιτική αφομοίωσης που επιχειρούσαν.
Το κατάφεραν;
Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι το κατάφεραν πλήρως. Πιστεύω πως η τουρκική πλευρά ξεκίνησε ένα πιο οργανωμένο σχέδιο με στόχο την πλήρη αφομοίωση τους. Έστρεψε την προσοχή της στην παροχή δωρεάν παιδείας και στην προπαγάνδα περί τουρανικού φύλου. Ως προς την παιδεία έβλεπε πως η ηγεσία της Γκαγκαουζίας επέβαλε τη ρωσική γλώσσα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Τα γκαγκαούζικα διδάσκονται μόνο δυο ώρες τη βδομάδα.
Έτσι με το επιχείρημα της διατήρησης της γλώσσας ίδρυσε ιδιωτικά σχολεία, δημοτικά και λύκεια όπου εκτός από τα μαθήματα διδάσκεται και η τουρκική ιστορία. Αρχικά μόνο στην πρωτεύουσα σιγά-σιγά ιδρύθηκαν και σε άλλες πόλεις. Σε κάθε μεγάλη πόλη ίδρυσε βιβλιοθήκες, μέσα από ένα μη κερδοσκοπικό οργανισμό με την επωνυμία ΚΕΜΑΛ ΑΤΤΑΤΟΥΡΚ!!
Αντίθετα μέχρι τώρα από την ελληνική πλευρά οι προσπάθειες προσέγγισης γίνονταν μέσω της εκκλησίας και μιας οργάνωσης ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΓΚΑΓΚΑΟΥΖΙΑΣ η οποία έχει διαλυθεί. Ο λόγος της διάλυσης της κατά την γνώμη μου είναι επειδή κανείς από αυτούς δεν ήταν Γκαγκαβούζης στη καταγωγή. Άρα και η προσέγγιση τους στο θέμα ήταν εντελώς ακαδημαϊκή και χωρίς άμεσες αντιδράσεις στις νέες προκλήσεις. Αν και λειτούργησε ένα τμήμα ελληνικής γλώσσας στο πανεπιστήμιο της πρωτεύουσας Κομράτ και έγιναν σοβαρές ενέργειες και προσπάθειες να λειτουργεί σταθερά, φέτος το τμήμα δεν λειτουργεί για διάφορους λόγους.
Θεωρώ πως η ελληνική πλευρά δεν έκανε τα απαιτούμενα βήματα με το μολδαβικό υπουργείο παιδείας για μια πιο στενή και ουσιαστική συνεργασία στο επίπεδο της παιδείας και των μορφωτικών ανταλλαγών. Μέσα από εκεί θα μπορούσαμε να παρέμβουμε με καλύτερο τρόπο και πιο ουσιαστικό και στο πανεπιστήμιο της Γκαγκαουζίας. Επιπρόσθετα, θα μπορούσε να διοριστεί καλύτερο και πιο αξιόλογο διδακτικό προσωπικό, που εκτός από τις υποχρεωτικές ώρες θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως πρεσβευτής της ελληνικής κουλτούρας και παιδείας.
Παρά το γεγονός πως είναι ορθόδοξοι χριστιανοί και ακολουθούν το ρωσικό τυπικό, λόγω της μεγάλης φτώχειας έχουν παρεισφρήσει χριστιανικές και αιρετικές οργανώσεις, όπως σχισματικοί, παλαιοημερολογίτες, Βαπτιστές και Ιεχωβάδες με αποτέλεσμα να επικρατεί ένα αλαλούμ ως προς το θρησκευτικό συναίσθημα. Κυριαρχεί η ορθόδοξη πίστη, η οποία μπορεί και πρέπει να ενισχυθεί με την συντήρηση των εκκλησιών, την έκδοση βιβλίων, τελετουργικών και θρησκευτικών για την ενίσχυση της πίστης τους.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αλφάβητο της γκαγκαούζικης γλώσσας. Μέχρι το 1930 οι Γκαγκαούζοι χρησιμοποιούσαν την καραμανλίδικη γραφή. Μετά λόγω της υπαγωγής τους στο ρουμανικό κράτος χρησιμοποίησαν το λατινικό αλφάβητο και μέχρι το 1956, οπότε και εφαρμόστηκε ένα μικτό αλφάβητο κυριλλικό και λατινικό. Αυτό το γεγονός είχε σαν αποτέλεσμα να ξεχαστεί με την πάροδο των χρόνων η πρώτη γραφή. Αν και στα μουσεία τους υπάρχουν βιβλία με καραμανλίδικη γραφή δεν είναι σε θέση να εξηγήσουν πως βρέθηκαν σε γκαγκαούζικα σπίτια. Ενώ για μας είναι ένα καλό επιχείρημα για να τους δείξουμε την σχέση τους με τον ελληνορθόδοξο κόσμο, οι εκπρόσωποι της εκκλησίας μας δεν ασχολήθηκαν σχεδόν καθόλου.
Μπορεί να επικρατήσει ξανά η καραμανλίδικη γραφή; Είναι ένα ερώτημα και η απάντησή του εξαρτάται από την δική μας παρουσία και το μέγεθος της βοήθειας που μπορούμε να τους προσφέρουμε.
Νομίζω σε αυτό τον τομέα η ελληνική πλευρά εκδηλώνει σημαντικές αδυναμίες, που πιστεύω πως πηγάζουν από το γεγονός πως δεν γνωρίζουν ποιοι είναι οι Γκαγκαούζοι και τι ρόλο μπορούν να παίξουν αν προσεγγιστούν σωστά από εμάς. Σε αυτήν την προσέγγιση τελικά καταφέραμε άτομα Γκαγκαούζηδες από την Ελλάδα να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα από ότι έκαναν όλοι μαζί οι υπόλοιποι τα προηγούμενα χρόνια. Ουσιαστικά ξεκινήσαμε στην αρχή μία ομάδα 8 ατόμων να επισκεφτούμε την Γκαγκαουζία να γνωριστούμε να μιλήσουμε μαζί τους να ακούσουμε την μουσική τους και τα τραγούδια τους. Παράλληλα συμμετείχαμε σε ένα σημαντικό συνέδριο με θέμα «Ορθοδοξία, και εκχριστιανισμός των Γκαγκαούζηδων πότε και πως» τον Νοέμβρη του 2008.
Σε αυτό το συνέδριο ήταν η πρώτη φορά που έγινε ανοιχτή και με επιχειρήματα σύγκρουση μεταξύ ιστορικών δυο διαφορετικών σχολών. Των υποστηρικτών της τουρανικής καταγωγής και των υποστηρικτών της βαλκανικής και ελληνορθόδοξης καταγωγής τους. Πιστεύω πως το πρώτο πλήγμα στην τουρκική πολιτική έγινε τότε σε αυτό το συνέδριο. Το συμπέρασμα μου βγαίνει από την αντιμετώπιση που είχαμε σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και από την διαφοροποίηση ιστορικών Γκαγκαούζων ως προς την καταγωγή τους. Άλλα έλεγαν πριν, όμως μετά το συνέδριο συντάχτηκαν με εμάς και επιδιώκουν την συνεργασία μας. Ήδη προγραμματίζουμε να κάνουμε από κοινού μία ομάδα εργασίας με σκοπό να βγάλει ένα βιβλίο ιστορίας.
Εξ’ αρχής πίστευα πως αν ένας πολιτιστικός σύλλογος Γκαγκαούζων από την Ελλάδα ανέβαινε για παραστάσεις στην Γκαγκαουζία θα έφερνε επανάσταση στις συνειδήσεις τους!! Το καταφέραμε και είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτό!! Προκαλέσαμε ένα πολιτισμικό σοκ σε όλους, κυβερνητικούς, διανοούμενους και απλούς ανθρώπους!! Παντού μας πλησίαζαν άνθρωποι να μας πουν πως είμαστε δικοί τους πως τα ίδια τραγούδια λέγανε και οι παππούδες τους. Πως φορούσαν τα ίδια ρούχα πως είχαν τα ίδια μουσικά όργανα. Μας πλησίαζαν άνθρωποι για να μας πουν πως τα επίθετα τους ήταν ελληνικά και πως τα άλλαξαν εκεί στην Γκαγκαουζία επί σοβιετικού καθεστώτος.
Για μας ήταν πολύ σημαντικό το γεγονός πως ακόμη και ο κυβερνήτης της Γκαγκαουζίας συγκινήθηκε όταν είδε τις παραδοσιακές φορεσιές των γυναικών του συλλόγου της Οινόης. Και ενώ μέχρι τότε δεν ήθελε να μας συναντήσει λόγω πιθανών πιέσεων από την τουρκική πλευρά, όχι μόνο συνάντησε όλη την αποστολή, αλλά ζήτησε και την βοήθεια μας για πιο στενές και ουσιαστικές συνεργασίες σε οικονομικό, πολιτιστικό πολιτικό επίπεδο, ώστε να ξεφύγουν από την μέγγενη των Τούρκων.
Ο σύλλογος έκανε 4 παραστάσεις όπου τα θέατρα είχαν κατακλυστεί από απλούς ανθρώπους για να δουν, να συζητήσουν και να ανταλλάξουν πληροφορίες. Άρα ο στόχος της προσέγγισης μέσα από τον πολιτισμό, νομίζω πως σε αρχικό στάδιο, έχει πετύχει και πως υπάρχει έδαφος για την συνέχιση της παρέμβασης μας.
Ένα από τα βασικά προβλήματα τους είναι η αφαίμαξη του εργατικού δυναμικού. Λόγω της μεγάλης φτώχειας αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό κυρίως στην Τουρκία, λόγω της γλώσσας. Επιδίωξη των σημερινών κυβερνώντων της Γκαγκαουζίας αλλά και των επόμενων από τις συζητήσεις που κάναμε είναι να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας στην με αντάλλαγμα φορολογικές και επενδυτικές ελαφρύνσεις από τη μεριά τους. Επίσης, είναι στα χέρια μας να αξιοποιήσουμε την εμπειρία των συλλόγων και να τους κάνουμε πρεσβευτές της ελληνική παιδείας και του πολιτισμού σε αυτές τις χώρες.
Είναι γεγονός πως κάθε τουρκόφωνος αντιμετωπίζεται από την ελληνική πλευρά με καχυποψία. Έτσι αντιμετωπίστηκαν και οι πρόγονοι μας ακόμη και όταν ήρθαν και εγκαταστάθηκαν σε ελληνικά εδάφη μετά την μικρασιατική καταστροφή. Δεν είναι της ώρας να γραφούν εδώ σελίδες ολόκληρες για την αντιμετώπισή τους ακόμη και σήμερα από τις επίσημες αρχές κρατικές ή περιφερειακές.
Για την Γκαγκαουζία επικρατεί η άποψη πως είναι τουρκόφιλοι. Απεναντίας εγώ προσωπικά όσες φορές και αν ανέβηκα επάνω δεν το είδα πουθενά και στις συζητήσεις που κάναμε μας έλεγαν πως είναι αναγκασμένοι λόγω της οικονομικής στήριξης που τους παρέχουν!! Είναι απλόχερη από την πλευρά της Τουρκίας. Η εκτίμηση μου είναι πως τα πρώτα χρόνια ήταν πραγματική άφθονη. Τα τελευταία χρόνια η τουρκική πλευρά βλέποντας πως δεν είχαν ουσιαστικά αποτελέσματα αφομοίωσης έχουν κλείσει την στρόφιγγα της οικονομικής βοήθειας.
Θεωρώ πως πρέπει να δούμε και να προσεγγίσουμε με ευαισθησία και σωστό προγραμματισμό και στόχο τους Γκαγκαούζους της Μολδαβίας.
Για ποιο λόγο;
Για να μην πούμε μετά από λίγα χρόνια πως κρίμα που χάθηκε ένας ακόμη ελληνορθόδοξος πληθυσμός!!
Μερικά από τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν άμεσα:
- Ενίσχυση και διάθεση οικονομικών πόρων μέσα από την Ε.Ε. για την βελτίωση των υποδομών τους, οι οποίες βρίσκονται σε υποτυπώδη κατάσταση.
- Κατάργηση της βίζας, έτσι ώστε να μπορούν να έρχονται στην Ελλάδα και να δουλεύουν ως εποχικοί εργάτες. Αυτή η ενέργεια θα βοηθήσει ακόμη περισσότερο στην σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των Γκαγκαούζων της Ελλάδας και της Μολδαβίας που θα αποτελέσουν πρεσβευτές μας στη χώρα τους.
- Μεταφορά τεχνογνωσίας ειδικά στον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα για την αξιοποίηση της πλούσιας γης τους π.χ. αμπέλια, φάρμες ζώων.
- Συνεργασία μεταξύ των πανεπιστημίων και χορήγηση υποτροφιών για σπουδές στην Ελλάδα σε όλους τους τομείς σπουδών και όχι μόνο στον εκκλησιαστικό - θρησκευτικό.
- Έκδοση βιβλίων, ιστορικών και πολιτιστικών στη ρώσικη γλώσσα για την ενίσχυση των δεσμών μεταξύ της Ελλάδας και της Γκαγκαουζίας.
- Καθιέρωση πολιτιστικών ανταλλαγών και εκδηλώσεων για την σύσφιξη των σχέσεων.
Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009
ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΡΩΣΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ.
ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ!!ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΞΕΡΟΥΝ ΡΩΣΙΚΑ ΚΑΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ! ΑΚΟΜΗ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ ΕΛΛΗΝΙΚΑ !! ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ!!!
Гагаузы
На вопрос кто такие гагаузы, попытались ответить многие историки и дать разумное объяснение их происхождению и развитию. Над этим работали преимущественно историки из Болгарии, Турции, России и гораздо меньше из Греции. Из-за этого сейчас доминирует мнение, что это тюркский народ который принял христианство в эпоху Византии.
Но так ли это на самом деле?
Гагаузы впервые встречаются на западном берегу Черного моря. Их деревни находятся в районе между мысом Емона и городом Констанца в Румынии. Внутри Болгарии гагаузские деревни расположены аж до города Провадия и Шумен. Главные города гагаузов были: Варна, Каварна, Добрич, Балчик, Шумен и Провадия. В целом гагаузскими считаются около 70 деревень и городов.
В исторических сведениях об этой местности, не упоминается ни в каких исторических источниках о том, что какой-то тюркский народ принял христианство. Наоборот упоминаются массовые исламизации христиан в Малой Азии и на Балканах.
Термин гагаузы впервые появляется в русской историографии начала 18 века. Определяет всех тюркоязычных христиан Северной Болгарии. Что касается этимологии названия, существуют много гипотез выдвинутые историками из вышеупомянутых стран. Все считают, что гагаузы являются тюркским народом, и причина очевидна. Идея пантюркизма требуют присутствия тюркских народов во всей Азии и Европе. Аналогичным образом, существование турецких христиан выгодно для политических проектов сторонников пантюркизма нынешнего политического руководства Турции.
С точки зрения греческих историков, существовало мнение что это караманлиды (тур. Karamanlılar) из Малой Азии, иммигранты в Северной Болгарии и Восточной Фракии. Но фольклористическое и этнологическое исследование показало, что связь гагаузов с караманлидами ограничивается только языком, и более конкретно способом письма, а не выражением и речью. Напротив формулировка теории о коренном фракийском населении не поддерживалась раньше, и только в последние годы, постепенно поддерживается историками из Болгарии и Греции.
Большинство историков отказываются признать, хотя и хорошо знают, что в районе Добруджи жил до 3-4го века н.э. Фракийский народ каттаузы или кровузы.
Упомянуты у древних историков, таких как Геродот, географ Птолемей, и есть множество упоминаний в римских хрониках, от Овидия до Плиния натуралиста. Фракийский народ каттаузы имеет нечто общее с гагаузами. На мой взгляд, в их имени есть что-то общее, и это окончание -Узы которое обозначает народ или племя. Первая часть названия Катта или Гага логично полагать, что изменилась с течением времени. Вторая особенность в том, что проживают в этой же местности на протяжении сотен лет, независимо от частых набегов и переселений племен и народов на их территории. Кроме того, три основных административных и политических изменения, Римской, Византийской и Османской империи не повлияли, существенно, на их присутствие на этих территориях. Выстояли, и адаптировались к новым политическим и экономическим условиям. Это связанно в основном со структурой их общества, которое было земледельческим и скотоводческим.
Эти данные опровергают теорию о тюркском племени, которое иммигрировало в 10-11 веке н.э. и что принадлежит к семейству Узы (торки, огузы) как утверждают сегодня большинство историков. Я думаю, что сосредоточение всех исторических данных и их объективный анализ приведет к пересмотру теории о происхождении гагаузов.
Все авторы утверждают, что коренное население легко эллинизировалось или латинизировалось в соответствии с доминирующей политической и военной силой на этой территории. Они жили вокруг укрепленных городов греческих колоний. Если попытаться объяснить этот факт, надо сказать, что такое расположение было по двум причинам:
а) Как земледельческий и скотоводческий народ хотели быть поближе к городам, чтобы быстрей и надежней продавать свою продукцию и
б) Укрепленные города служили надежным убежищем во время набегов и столкновений с другими племенами и народами. Роль укрепленных городов, помимо военной была и культурной (просветительной).
С перенесением столицы Римской империи в Константинополь, Балканы и в особенности Фракия были "Садом" Царьграда. Утверждение христианства как официальной религии, привела к христианизации всех народов на Балканах. В частности, эллинизированное население легче приняло христианство в связи с распространением новой религии через греческий язык. Апостол Андрей Первозванный в соответствии с церковной традицией, способствовал христианизации народов Черного моря. Апостол Павел, в своем послание к Римлянам, упоминает Амплия в качестве первого митрополита Варны. Его память празднуется 31 октября. Это имеет особенно большое значение в случае с христианизацией гагаузов. Это полностью противоречит теории которую поддерживают пантюркисты согласно которой это тюркское племя, которое христианизировалось в 1000 году н. э.
Разные народы в основном между 8-м и 11-м веком следуя по пути миграции переходили через Дунай, и сталкивались с византийской армией. В большинстве случаев терпели поражение и некоторые из них обосновывались в установленных Византией местах после того как крестились и признавали власть Византийской империи. Их размещение по византийскому обычаю, производилось в сельской местности в стратегических точках, где они также служили в качестве солдат. Народы, которые в свою очередь появились, и в конечном итоге поселились на Балканах, это следующие: готы, славяне, болгары, печенеги, узы и куманы. Все они христианизировались, и через греческую культуру не только присоединился, но и были основным оплотом Византийской империи.
Византия и Православная церковь (Патриархат) позволяли браки между христианами различных рас, в результате чего появился новый тип византийского гражданина, который имел характеристики православного христианина с греческим образованием, но как антропологический тип представлял собой смесь разных рас. Характерно, что в последующие годы этот тип не вызывал сомнения вплоть до появления национальных идеологий и создания национальных государств на Балканах.
На Балканах, Византийская империя постоянно находилась в конфликте с болгарами, хотя были периоды мирного сосуществования. Болгарский народ был непокорный, с правителями, которые всегда хотели власти и эмансипации от Византии. Частые войны между ними приводили к опустошению сельской местности и принудительным перемещениям местного населения, которое не были в союзе с ними, внутрь укрепленных византийских городов. Образование первого и второго болгарского государства меняло постоянно границы Византии, но западное побережье Черного моря всегда было византийской территорией.
В конце крестовых походов и взятия обратно Константинополя византийцами, в пределах сегодняшней Болгарии было создано три княжества: Тырновское царство, Видинское царство которые состояли в основном из болгарского населения и Добруджанское княжество (Курбунаш, Каварна) которое состояло из византийских греков, влахов, куманов и турок-сельджуков.
Первый правитель княжества Балик, возглавивший в 1268 году примерно. Хотя есть информация и о Сари Салтике, а также и Султане Кайкауз ΙΙ, она является необоснованной, хотя хронологически их присутствие совпадает с "етногенезом" гагаузов. Султан после освобождения из крепости Енос где он был заключен в тюрьму Михаилом Палеологом, был переправлен в Крым, монгольским ханом Berge, где и умер в 1263 году, согласно другим данным в 1375. Другие исторические источники свидетельствуют о том, что народ и армия Кайкауза около 10 000 были перемещены в провинцию Добруджа, где и поселились между Узами и Куманами. Те же источники, однако, скрывают, что почти такое же количество людей покинули этот район в 1310 году, и поселились в Малой Азии в Кайсери. Как и в том, что они принадлежали к мусульманской ереси бекташи, лидером которой был Сари Салтике поклонник бекташизма, религия с христианскими и исламскими элементами. Он был известен и как Салтук-Деде и когда умер деревня где он был похоронен была названа Баба-Даг. Таким образом, на наш взгляд, туркофоны (говорящие на турецком) Добруджи были разделенные на две зоны: Мусульмане северной зоны, где проживали смешанные населения куманов, узов и сельджуков и южной зоны, где проживали тюркоязычные (туркофоны) христиане византийского происхождения. Мусульмане северной зоны были усилены, в последующие годы Османской империи, новыми мусульманскими поселенцами, турецкого происхождения, которые не имели ничего общего с коренным населением Добруджи, которые, как христиане были Райяты (Dhimmi).
После Балика правителем княжества становится Добротица, который обосабливается от других двух болгарских княжеств, и провозглашает свое княжество подчиненное Византии. Он призывает Патриархат взять на себя попечение о христианах его государства. Княжество было религиозным экзархатом и непосредственно подчиненно Патриархату с 1320 по 1650 год, когда метрополия Варны и экзархат Каварны, объединились в одну метрополию Варны.
В годы правления Добротици княжество достигло наибольшего процветания, его флот преобладал на Черном море, и было жестким конкурентом генуэзцам в торговли. Своей армией помог византийскому государству Трапезунды в противоборстве с генуэзцами и османами. Он женился на дочери великого князя Апокавку, и принял титул деспота (владыки). После его смерти принял власть его сын Иванко, который продолжал носить титул деспота Каварны до завоевания княжества османами в 1394 году. Иванко отказал султану Баязиду I Молниеносному участвовать в военной кампании против христиан в Венгрии и Молдавии-Валахии в обмен на сохранение государства.
После свержения княжества часть населения, вероятно, рассеялась. Мы считаем, что одна часть ушла и поселились в селах Зихни возле Серрес (северная Греция), которые существуют и сегодня. Другая часть населения была направлена османами в Хаскиои Адрианополя. Первое размещение гагаузских поселений в Восточной Фракии и более конкретно в районе Хафса свидетельствуется с 1512 по 1560 годы в период правления Селима I Явуза и Мухаммеда Великолепного. В Хаскиои Адрианополя использовались как сельскохозяйственные рабочие и работали на полях Султан и в благотворительных учреждениях его христианки жены, украинки Роксоланы.
Большинство остались и страдали вместе с другими христианами этого района. Так как они проживали между населениями османских турков, чтобы выжить и быть в состоянии обмениваться товарами изменили свой язык и стали говорить по-турецки. Характерно, что гагаузский язык похож на язык балканских османов, а не османов Малой Азии.
Османская империя как и все исламские государства основывались на принципе верующие (верные) и неверующие (неверные). После завоевания Константинополя османами и провозглашение Патриарха Константинопольского в качестве религиозного и политического лидера всех христиан, гагаузы становятся частью христианского миллета.
В последующие годы, до 1790 года, нет ни какой информации о гагаузах и даже о событиях в районе. Восстание Кырджалов фанатичных мусульман и Видинского Паши Пазвантоглу, выводит на авансцену тюркоязычных христиан Добруджи. Они противостоят набегам кырджалов, черкесов и башибузуков.
Во всех русско-турецких войнах гагаузы помогали, всеми имеющимися средствами, русской армии. В их сознании было выражено, как и всех христианских народов Балкан, что "белокурый народ" то есть русские их освободят от османского ига. В 1829 году чтобы избежать репрессий со стороны Османской империи массово мигрировали с митрополитом Варны в Бессарабию. Считается, что приблизительно эмигрировали 100 000 гагаузов, грекоязычных и болгароязычных христиан. Они разместились в провинции Комрат и Измаил. Гагаузское население в Бессарабии с 1810-20 года развивается, и живет, иногда во враждебной, а иногда и в дружественной среде. В основном в качестве крестьян участвуют во всех мероприятиях в Молдавии и Валахии.
Принимали участие в восстании Александра Ипсиланти под руководством Дмитрия Ватикиоти, который организовал болгарский легион. Они играют важнейшую роль в ходе осады и захвата Силистры во время русско-турецкой войны в 1810-16 годах.
Гагаузы участвовали со Священным отрядом в битве Драгасани, но не удалось записать их имена. Болгары особо выделяют во всех книгах по истории храбрость и мужество, проявленное гагаузами на поле боя.
В 1864 г. активно участвуют в восстании крестьян против помещиков Румынии. Восстание было потоплено в крови, по оценкам, 10 000 погибших и среди них было много гагаузов. Позже в 1907 и 1910 г. участвовал в новых восстаниях крестьян.
Постоянные русско-турецкие войны и репрессии османских властей против христианского населения, записаны в поэме под названием ΑΙ ΕΝ ΤΗ ΚΩΜΟΠΟΛΕΙ ΚΑΒΑΡΝΗ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΠΕΡΙΞ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙΣ ΧΩΡΙΟΙΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΚΙΡΚΑΣΙΩΝ ΣΦΑΓΑΙ (Кровавые расправы совершаемые черкесами в городе Каварна и близлежащих греческих деревнях). Была написана Дмитрием Крахтоглу (вероятно гагаузского происхождения), мы с нее узнаем об их героическом сопротивлении в Каварне во главе с Амиром. От осады Каварны удалось спастись большинству и бежать в Молдавию и Валахию. По некоторым данным Амир вернулся на гагаузские земли вместе с русской армией во время русско-турецкой войны в 1876 году.
В течение десятилетий 1840-50, начинается возрождение эллинизма в северной Болгарии. По инициативе митрополита Варны Иосифа и позже Иоакима, создаются первые школы в общинах. Это знаменитые грамматодидаскалиа (начальная школа) где молодых школьников учат чтению, письму Апостола и Октоиха. В 25 гагаузских селах открываются школы, которые финансируются родителями детей и образовательными благотворительными братствами. Патриархат обнаружил проблему с тюркоязычными христианами, которые не могли принять участие в обучении по-гречески, и отправляет караманлидов (тюркоязычных христиан Малой Азии) преподавателей, и печатает Евангелие и Библию на языке караманлидов. Это единственный способ приблизится к говорящим на турецком языке христианам и передать им информацию о христианстве и греческой культуре.
Параллельно началось возрождения и болгарской нации. Интенсивная конкуренция и настроенность болгар освободить себя от зависимости в отношении Патриархата и греков приводит к ежедневным конфликтам. Конкуренция вызывает конфликты, в результате чего образовывается хаотическая ситуация. Гагаузские деревни являются первой мишенью болгар. Некоторые из-за долговременного их сожительства с болгарским населением, называли себя болгарами, и присоединялись к болгарской церкви. Большинство деревень, однако, выступают на стороне греков. Дальше следует жестокое и беспощадное изгнание гагаузов с их сел. Постоянно передвигаются, спасаясь от давления и шантажа совершаемого болгарами.
В 1870-78 г. после русско-турецкой войны следуют за русской армией, единственной силе, после греков, которой доверяли, и после взятия Адрианополя обосновываются в провинции Хафса, Баба-Эски и Сорок Церквей. Считается, что около 6 000 гагаузов были перемещены в ходе этого периода. Около 1 000 поселились в деревнях в провинции Ямполь Болгарии.
Таким образом, создается треугольник между Варной, Ямполем и Хафсой в котором проживает гагаузское население. Те, кто остались на родных землях, страдают вместе с христианами греческого происхождения, противостоят болгаризации осуществляемой русскими и болгарами.
В Варне, Каварне, Балчике, Гяур Суютчуке, Кестриче и других деревнях, упоминаются случаи антигреческих действий болгар, с тем чтобы заполучить их школы и церкви. Их присутствие на этих землях и их статус были уже предначертаны. Цель болгар была такова - если не примут болгаризации, тогда должны покинуть свою родину, где они жили на протяжении сотен лет.
Во время больших антигреческих преследований в 1906 и 1914 годах, вынуждены были оставить свои дома. Большинство переселяются на территории Восточной Фракии, в то время как другие следуя за остальными восточными румелийцами и варнийцами расселяясь по всей Греции. Есть сведения, о том что гагаузские поселения существуют в Фессалии, Салониках, Верии и Килкисе. Как тюркоязычные христиане, изначально воспринимаются с недоверием другими христианами. Создают свои собственные деревни и районы в городах, где они живут почти изолированы.
В Восточной Фракии, участвуют в противостоянии фракийцев турецким и болгарским давлениям и стремления. В Восточной Фракии организовывается Стилианом Гонатасом и Кондилисом широкая сеть информаторов для выявления и прогнозирования передвижения и действий болгарских и турецких войск и администраций. В этой сети важное место и действие имели гагаузы из Хафса. В своих мемуарах, Гонатас говорит с восхищением об их героизме и организации их контрдействий в своих деревнях.
Первая Балканская война приводит болгар в Восточную Фракию. Сначала рассматриваются христианским населением как освободители. Но быстро понимают их планы о болгаризации фракийских христиан. Те, кто сопротивляются, перемещаются. Группы гагаузов передвигаются в деревни, за пределы нынешней деревни Филакио и в села вокруг Ямполя, с целью вынудить их объявить себя эксархистами и присоединиться к болгарскому государству. Давления оказались безрезультативными. Когда болгары покидают Фракию, многие гагаузы уходят с ними, чтобы избежать репрессий со стороны турок.
День освобождения Восточной Фракии греческими войсками не заставил себя долго ждать. В июле 1920 года освобождается. Гагаузское население, как и прочие фракийцы с энтузиазмом приветствуют греческую армию. Первый полк армии, местных фракийцев состоял из гагаузов с Хафса, о чем свидетельствуют отчеты греческой армии. Принимает участие в освобождении Саранда Екклисьес (Сорока Церквей) и доходят до Цалтаджи, где им разрешили вернуться в свои деревни.
К сожалению, для всех, их изгнание из домов и деревень было организовано в очень короткое время. Следуя судьбе остального греческого населения Востока вновь стали беженцами. Большинство обосновались на северном Эвросе. Возможно, как только перешли реку, они сразу нашли почвы, похожи на те, что были в их деревнях, или потому что они считали, что это беженство носит временный характер, и собирались вернуться в свои деревни. Но этого не произошло. Их поселение на этот раз, оказалось постоянным.
До сих пор они там есть, и стараются сохранить свои традиции. Принесли песни, сказки и народные верования которые являются неотъемлемой частью эллинизма северной Болгарии. Если сейчас существует родство между танцами, песнями и традициями между болгарским и греческим населением, то это из-за их долгого совместного проживания.
В настоящее время проживают в основном на севере Эвроса, в деревнях вокруг Орестиады и Дидимотихо. Деревни и места их поселения: Район Орестиады: Аммовуно 59 семей, Арзос 33 сем., Валтос 23 сем., Дилофос 24 сем., Фурио 194 сем., Кавили 2 сем., Канадас 63 сем., Керамос 16 сем., Клисо 94 сем., Криос 1 сем., Кипринос 6 сем., Лепти 15 сем. Инои 237 сем., Орменио 6 сем., Пали 7 сем., Плати 7 сем., Пиргос 85 сем., Сагини 244 сем., Саккос 1 сем., Спилео 30 сем., Филакио 34 сем..
В районе Дидимотихо: Асвестадес 3 сем., Евгенико 22 сем., Кости 12 сем., Пуля 2 сем., Савра 12 сем..
Поселения беженцев гагаузов, есть и в деревнях вокруг Комотини, Амфиа и Н.Калисти, в Манганах Ксантис, в Хрисохорафа и Новой Зихни Серрес, Лагада, Ираклио, в Периволаки и Калохори Салоник, а также рассеянные семьи в префектуре Килкис и в деревнях в Фессалии.
Что касается остальных гагаузских поселений то их нужно лучше изучить, и объяснить их характер после систематического исследования. Гагаузы которых мы здесь представили, являются беженцами из района Хафсас Адрианополя, которые прибыли в Грецию после изгнания из их старой родины.
В рамках короткого исторического сведения невозможно обсудить, и описать все аспекты, которые касаются гагаузов. В заключении можно с уверенностью сказать, что гагаузы являются фракийским племенем северной Болгарии, которое имеет только одну специфическую черту по отношению к другим фракийцам и грекам. Они тюркоязычные, но являются убежденными христианами и фанатическими греками. Они гордятся своим происхождением, и относят его к Византии и византийскому периоду.
Никто не сможет их переубедить в этом.
Гагаузы
На вопрос кто такие гагаузы, попытались ответить многие историки и дать разумное объяснение их происхождению и развитию. Над этим работали преимущественно историки из Болгарии, Турции, России и гораздо меньше из Греции. Из-за этого сейчас доминирует мнение, что это тюркский народ который принял христианство в эпоху Византии.
Но так ли это на самом деле?
Гагаузы впервые встречаются на западном берегу Черного моря. Их деревни находятся в районе между мысом Емона и городом Констанца в Румынии. Внутри Болгарии гагаузские деревни расположены аж до города Провадия и Шумен. Главные города гагаузов были: Варна, Каварна, Добрич, Балчик, Шумен и Провадия. В целом гагаузскими считаются около 70 деревень и городов.
В исторических сведениях об этой местности, не упоминается ни в каких исторических источниках о том, что какой-то тюркский народ принял христианство. Наоборот упоминаются массовые исламизации христиан в Малой Азии и на Балканах.
Термин гагаузы впервые появляется в русской историографии начала 18 века. Определяет всех тюркоязычных христиан Северной Болгарии. Что касается этимологии названия, существуют много гипотез выдвинутые историками из вышеупомянутых стран. Все считают, что гагаузы являются тюркским народом, и причина очевидна. Идея пантюркизма требуют присутствия тюркских народов во всей Азии и Европе. Аналогичным образом, существование турецких христиан выгодно для политических проектов сторонников пантюркизма нынешнего политического руководства Турции.
С точки зрения греческих историков, существовало мнение что это караманлиды (тур. Karamanlılar) из Малой Азии, иммигранты в Северной Болгарии и Восточной Фракии. Но фольклористическое и этнологическое исследование показало, что связь гагаузов с караманлидами ограничивается только языком, и более конкретно способом письма, а не выражением и речью. Напротив формулировка теории о коренном фракийском населении не поддерживалась раньше, и только в последние годы, постепенно поддерживается историками из Болгарии и Греции.
Большинство историков отказываются признать, хотя и хорошо знают, что в районе Добруджи жил до 3-4го века н.э. Фракийский народ каттаузы или кровузы.
Упомянуты у древних историков, таких как Геродот, географ Птолемей, и есть множество упоминаний в римских хрониках, от Овидия до Плиния натуралиста. Фракийский народ каттаузы имеет нечто общее с гагаузами. На мой взгляд, в их имени есть что-то общее, и это окончание -Узы которое обозначает народ или племя. Первая часть названия Катта или Гага логично полагать, что изменилась с течением времени. Вторая особенность в том, что проживают в этой же местности на протяжении сотен лет, независимо от частых набегов и переселений племен и народов на их территории. Кроме того, три основных административных и политических изменения, Римской, Византийской и Османской империи не повлияли, существенно, на их присутствие на этих территориях. Выстояли, и адаптировались к новым политическим и экономическим условиям. Это связанно в основном со структурой их общества, которое было земледельческим и скотоводческим.
Эти данные опровергают теорию о тюркском племени, которое иммигрировало в 10-11 веке н.э. и что принадлежит к семейству Узы (торки, огузы) как утверждают сегодня большинство историков. Я думаю, что сосредоточение всех исторических данных и их объективный анализ приведет к пересмотру теории о происхождении гагаузов.
Все авторы утверждают, что коренное население легко эллинизировалось или латинизировалось в соответствии с доминирующей политической и военной силой на этой территории. Они жили вокруг укрепленных городов греческих колоний. Если попытаться объяснить этот факт, надо сказать, что такое расположение было по двум причинам:
а) Как земледельческий и скотоводческий народ хотели быть поближе к городам, чтобы быстрей и надежней продавать свою продукцию и
б) Укрепленные города служили надежным убежищем во время набегов и столкновений с другими племенами и народами. Роль укрепленных городов, помимо военной была и культурной (просветительной).
С перенесением столицы Римской империи в Константинополь, Балканы и в особенности Фракия были "Садом" Царьграда. Утверждение христианства как официальной религии, привела к христианизации всех народов на Балканах. В частности, эллинизированное население легче приняло христианство в связи с распространением новой религии через греческий язык. Апостол Андрей Первозванный в соответствии с церковной традицией, способствовал христианизации народов Черного моря. Апостол Павел, в своем послание к Римлянам, упоминает Амплия в качестве первого митрополита Варны. Его память празднуется 31 октября. Это имеет особенно большое значение в случае с христианизацией гагаузов. Это полностью противоречит теории которую поддерживают пантюркисты согласно которой это тюркское племя, которое христианизировалось в 1000 году н. э.
Разные народы в основном между 8-м и 11-м веком следуя по пути миграции переходили через Дунай, и сталкивались с византийской армией. В большинстве случаев терпели поражение и некоторые из них обосновывались в установленных Византией местах после того как крестились и признавали власть Византийской империи. Их размещение по византийскому обычаю, производилось в сельской местности в стратегических точках, где они также служили в качестве солдат. Народы, которые в свою очередь появились, и в конечном итоге поселились на Балканах, это следующие: готы, славяне, болгары, печенеги, узы и куманы. Все они христианизировались, и через греческую культуру не только присоединился, но и были основным оплотом Византийской империи.
Византия и Православная церковь (Патриархат) позволяли браки между христианами различных рас, в результате чего появился новый тип византийского гражданина, который имел характеристики православного христианина с греческим образованием, но как антропологический тип представлял собой смесь разных рас. Характерно, что в последующие годы этот тип не вызывал сомнения вплоть до появления национальных идеологий и создания национальных государств на Балканах.
На Балканах, Византийская империя постоянно находилась в конфликте с болгарами, хотя были периоды мирного сосуществования. Болгарский народ был непокорный, с правителями, которые всегда хотели власти и эмансипации от Византии. Частые войны между ними приводили к опустошению сельской местности и принудительным перемещениям местного населения, которое не были в союзе с ними, внутрь укрепленных византийских городов. Образование первого и второго болгарского государства меняло постоянно границы Византии, но западное побережье Черного моря всегда было византийской территорией.
В конце крестовых походов и взятия обратно Константинополя византийцами, в пределах сегодняшней Болгарии было создано три княжества: Тырновское царство, Видинское царство которые состояли в основном из болгарского населения и Добруджанское княжество (Курбунаш, Каварна) которое состояло из византийских греков, влахов, куманов и турок-сельджуков.
Первый правитель княжества Балик, возглавивший в 1268 году примерно. Хотя есть информация и о Сари Салтике, а также и Султане Кайкауз ΙΙ, она является необоснованной, хотя хронологически их присутствие совпадает с "етногенезом" гагаузов. Султан после освобождения из крепости Енос где он был заключен в тюрьму Михаилом Палеологом, был переправлен в Крым, монгольским ханом Berge, где и умер в 1263 году, согласно другим данным в 1375. Другие исторические источники свидетельствуют о том, что народ и армия Кайкауза около 10 000 были перемещены в провинцию Добруджа, где и поселились между Узами и Куманами. Те же источники, однако, скрывают, что почти такое же количество людей покинули этот район в 1310 году, и поселились в Малой Азии в Кайсери. Как и в том, что они принадлежали к мусульманской ереси бекташи, лидером которой был Сари Салтике поклонник бекташизма, религия с христианскими и исламскими элементами. Он был известен и как Салтук-Деде и когда умер деревня где он был похоронен была названа Баба-Даг. Таким образом, на наш взгляд, туркофоны (говорящие на турецком) Добруджи были разделенные на две зоны: Мусульмане северной зоны, где проживали смешанные населения куманов, узов и сельджуков и южной зоны, где проживали тюркоязычные (туркофоны) христиане византийского происхождения. Мусульмане северной зоны были усилены, в последующие годы Османской империи, новыми мусульманскими поселенцами, турецкого происхождения, которые не имели ничего общего с коренным населением Добруджи, которые, как христиане были Райяты (Dhimmi).
После Балика правителем княжества становится Добротица, который обосабливается от других двух болгарских княжеств, и провозглашает свое княжество подчиненное Византии. Он призывает Патриархат взять на себя попечение о христианах его государства. Княжество было религиозным экзархатом и непосредственно подчиненно Патриархату с 1320 по 1650 год, когда метрополия Варны и экзархат Каварны, объединились в одну метрополию Варны.
В годы правления Добротици княжество достигло наибольшего процветания, его флот преобладал на Черном море, и было жестким конкурентом генуэзцам в торговли. Своей армией помог византийскому государству Трапезунды в противоборстве с генуэзцами и османами. Он женился на дочери великого князя Апокавку, и принял титул деспота (владыки). После его смерти принял власть его сын Иванко, который продолжал носить титул деспота Каварны до завоевания княжества османами в 1394 году. Иванко отказал султану Баязиду I Молниеносному участвовать в военной кампании против христиан в Венгрии и Молдавии-Валахии в обмен на сохранение государства.
После свержения княжества часть населения, вероятно, рассеялась. Мы считаем, что одна часть ушла и поселились в селах Зихни возле Серрес (северная Греция), которые существуют и сегодня. Другая часть населения была направлена османами в Хаскиои Адрианополя. Первое размещение гагаузских поселений в Восточной Фракии и более конкретно в районе Хафса свидетельствуется с 1512 по 1560 годы в период правления Селима I Явуза и Мухаммеда Великолепного. В Хаскиои Адрианополя использовались как сельскохозяйственные рабочие и работали на полях Султан и в благотворительных учреждениях его христианки жены, украинки Роксоланы.
Большинство остались и страдали вместе с другими христианами этого района. Так как они проживали между населениями османских турков, чтобы выжить и быть в состоянии обмениваться товарами изменили свой язык и стали говорить по-турецки. Характерно, что гагаузский язык похож на язык балканских османов, а не османов Малой Азии.
Османская империя как и все исламские государства основывались на принципе верующие (верные) и неверующие (неверные). После завоевания Константинополя османами и провозглашение Патриарха Константинопольского в качестве религиозного и политического лидера всех христиан, гагаузы становятся частью христианского миллета.
В последующие годы, до 1790 года, нет ни какой информации о гагаузах и даже о событиях в районе. Восстание Кырджалов фанатичных мусульман и Видинского Паши Пазвантоглу, выводит на авансцену тюркоязычных христиан Добруджи. Они противостоят набегам кырджалов, черкесов и башибузуков.
Во всех русско-турецких войнах гагаузы помогали, всеми имеющимися средствами, русской армии. В их сознании было выражено, как и всех христианских народов Балкан, что "белокурый народ" то есть русские их освободят от османского ига. В 1829 году чтобы избежать репрессий со стороны Османской империи массово мигрировали с митрополитом Варны в Бессарабию. Считается, что приблизительно эмигрировали 100 000 гагаузов, грекоязычных и болгароязычных христиан. Они разместились в провинции Комрат и Измаил. Гагаузское население в Бессарабии с 1810-20 года развивается, и живет, иногда во враждебной, а иногда и в дружественной среде. В основном в качестве крестьян участвуют во всех мероприятиях в Молдавии и Валахии.
Принимали участие в восстании Александра Ипсиланти под руководством Дмитрия Ватикиоти, который организовал болгарский легион. Они играют важнейшую роль в ходе осады и захвата Силистры во время русско-турецкой войны в 1810-16 годах.
Гагаузы участвовали со Священным отрядом в битве Драгасани, но не удалось записать их имена. Болгары особо выделяют во всех книгах по истории храбрость и мужество, проявленное гагаузами на поле боя.
В 1864 г. активно участвуют в восстании крестьян против помещиков Румынии. Восстание было потоплено в крови, по оценкам, 10 000 погибших и среди них было много гагаузов. Позже в 1907 и 1910 г. участвовал в новых восстаниях крестьян.
Постоянные русско-турецкие войны и репрессии османских властей против христианского населения, записаны в поэме под названием ΑΙ ΕΝ ΤΗ ΚΩΜΟΠΟΛΕΙ ΚΑΒΑΡΝΗ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΠΕΡΙΞ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙΣ ΧΩΡΙΟΙΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΚΙΡΚΑΣΙΩΝ ΣΦΑΓΑΙ (Кровавые расправы совершаемые черкесами в городе Каварна и близлежащих греческих деревнях). Была написана Дмитрием Крахтоглу (вероятно гагаузского происхождения), мы с нее узнаем об их героическом сопротивлении в Каварне во главе с Амиром. От осады Каварны удалось спастись большинству и бежать в Молдавию и Валахию. По некоторым данным Амир вернулся на гагаузские земли вместе с русской армией во время русско-турецкой войны в 1876 году.
В течение десятилетий 1840-50, начинается возрождение эллинизма в северной Болгарии. По инициативе митрополита Варны Иосифа и позже Иоакима, создаются первые школы в общинах. Это знаменитые грамматодидаскалиа (начальная школа) где молодых школьников учат чтению, письму Апостола и Октоиха. В 25 гагаузских селах открываются школы, которые финансируются родителями детей и образовательными благотворительными братствами. Патриархат обнаружил проблему с тюркоязычными христианами, которые не могли принять участие в обучении по-гречески, и отправляет караманлидов (тюркоязычных христиан Малой Азии) преподавателей, и печатает Евангелие и Библию на языке караманлидов. Это единственный способ приблизится к говорящим на турецком языке христианам и передать им информацию о христианстве и греческой культуре.
Параллельно началось возрождения и болгарской нации. Интенсивная конкуренция и настроенность болгар освободить себя от зависимости в отношении Патриархата и греков приводит к ежедневным конфликтам. Конкуренция вызывает конфликты, в результате чего образовывается хаотическая ситуация. Гагаузские деревни являются первой мишенью болгар. Некоторые из-за долговременного их сожительства с болгарским населением, называли себя болгарами, и присоединялись к болгарской церкви. Большинство деревень, однако, выступают на стороне греков. Дальше следует жестокое и беспощадное изгнание гагаузов с их сел. Постоянно передвигаются, спасаясь от давления и шантажа совершаемого болгарами.
В 1870-78 г. после русско-турецкой войны следуют за русской армией, единственной силе, после греков, которой доверяли, и после взятия Адрианополя обосновываются в провинции Хафса, Баба-Эски и Сорок Церквей. Считается, что около 6 000 гагаузов были перемещены в ходе этого периода. Около 1 000 поселились в деревнях в провинции Ямполь Болгарии.
Таким образом, создается треугольник между Варной, Ямполем и Хафсой в котором проживает гагаузское население. Те, кто остались на родных землях, страдают вместе с христианами греческого происхождения, противостоят болгаризации осуществляемой русскими и болгарами.
В Варне, Каварне, Балчике, Гяур Суютчуке, Кестриче и других деревнях, упоминаются случаи антигреческих действий болгар, с тем чтобы заполучить их школы и церкви. Их присутствие на этих землях и их статус были уже предначертаны. Цель болгар была такова - если не примут болгаризации, тогда должны покинуть свою родину, где они жили на протяжении сотен лет.
Во время больших антигреческих преследований в 1906 и 1914 годах, вынуждены были оставить свои дома. Большинство переселяются на территории Восточной Фракии, в то время как другие следуя за остальными восточными румелийцами и варнийцами расселяясь по всей Греции. Есть сведения, о том что гагаузские поселения существуют в Фессалии, Салониках, Верии и Килкисе. Как тюркоязычные христиане, изначально воспринимаются с недоверием другими христианами. Создают свои собственные деревни и районы в городах, где они живут почти изолированы.
В Восточной Фракии, участвуют в противостоянии фракийцев турецким и болгарским давлениям и стремления. В Восточной Фракии организовывается Стилианом Гонатасом и Кондилисом широкая сеть информаторов для выявления и прогнозирования передвижения и действий болгарских и турецких войск и администраций. В этой сети важное место и действие имели гагаузы из Хафса. В своих мемуарах, Гонатас говорит с восхищением об их героизме и организации их контрдействий в своих деревнях.
Первая Балканская война приводит болгар в Восточную Фракию. Сначала рассматриваются христианским населением как освободители. Но быстро понимают их планы о болгаризации фракийских христиан. Те, кто сопротивляются, перемещаются. Группы гагаузов передвигаются в деревни, за пределы нынешней деревни Филакио и в села вокруг Ямполя, с целью вынудить их объявить себя эксархистами и присоединиться к болгарскому государству. Давления оказались безрезультативными. Когда болгары покидают Фракию, многие гагаузы уходят с ними, чтобы избежать репрессий со стороны турок.
День освобождения Восточной Фракии греческими войсками не заставил себя долго ждать. В июле 1920 года освобождается. Гагаузское население, как и прочие фракийцы с энтузиазмом приветствуют греческую армию. Первый полк армии, местных фракийцев состоял из гагаузов с Хафса, о чем свидетельствуют отчеты греческой армии. Принимает участие в освобождении Саранда Екклисьес (Сорока Церквей) и доходят до Цалтаджи, где им разрешили вернуться в свои деревни.
К сожалению, для всех, их изгнание из домов и деревень было организовано в очень короткое время. Следуя судьбе остального греческого населения Востока вновь стали беженцами. Большинство обосновались на северном Эвросе. Возможно, как только перешли реку, они сразу нашли почвы, похожи на те, что были в их деревнях, или потому что они считали, что это беженство носит временный характер, и собирались вернуться в свои деревни. Но этого не произошло. Их поселение на этот раз, оказалось постоянным.
До сих пор они там есть, и стараются сохранить свои традиции. Принесли песни, сказки и народные верования которые являются неотъемлемой частью эллинизма северной Болгарии. Если сейчас существует родство между танцами, песнями и традициями между болгарским и греческим населением, то это из-за их долгого совместного проживания.
В настоящее время проживают в основном на севере Эвроса, в деревнях вокруг Орестиады и Дидимотихо. Деревни и места их поселения: Район Орестиады: Аммовуно 59 семей, Арзос 33 сем., Валтос 23 сем., Дилофос 24 сем., Фурио 194 сем., Кавили 2 сем., Канадас 63 сем., Керамос 16 сем., Клисо 94 сем., Криос 1 сем., Кипринос 6 сем., Лепти 15 сем. Инои 237 сем., Орменио 6 сем., Пали 7 сем., Плати 7 сем., Пиргос 85 сем., Сагини 244 сем., Саккос 1 сем., Спилео 30 сем., Филакио 34 сем..
В районе Дидимотихо: Асвестадес 3 сем., Евгенико 22 сем., Кости 12 сем., Пуля 2 сем., Савра 12 сем..
Поселения беженцев гагаузов, есть и в деревнях вокруг Комотини, Амфиа и Н.Калисти, в Манганах Ксантис, в Хрисохорафа и Новой Зихни Серрес, Лагада, Ираклио, в Периволаки и Калохори Салоник, а также рассеянные семьи в префектуре Килкис и в деревнях в Фессалии.
Что касается остальных гагаузских поселений то их нужно лучше изучить, и объяснить их характер после систематического исследования. Гагаузы которых мы здесь представили, являются беженцами из района Хафсас Адрианополя, которые прибыли в Грецию после изгнания из их старой родины.
В рамках короткого исторического сведения невозможно обсудить, и описать все аспекты, которые касаются гагаузов. В заключении можно с уверенностью сказать, что гагаузы являются фракийским племенем северной Болгарии, которое имеет только одну специфическую черту по отношению к другим фракийцам и грекам. Они тюркоязычные, но являются убежденными христианами и фанатическими греками. Они гордятся своим происхождением, и относят его к Византии и византийскому периоду.
Никто не сможет их переубедить в этом.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
