Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

31o ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΑΥΤΗ ΗΤΑΝ Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ-ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΜΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΤΗΚΕ ΜΕ ΦΩΤΟ-ΧΑΡΤΕΣ ΚΛΠ. ΗΤΑΝ Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΕ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ

Οι Γκαγκαβούζηδες και η πορεία τους μέσα στο χρόνο

Χρ. Κοζαρίδης- ιστοριοδίφης ερευνητής

Ανατρέχοντας σε βιβλία, εγκυκλοπαίδειες και λεξικά για την ετυμολογία της λέξης «Γκαγκαβούζηδες», εντοπίσαμε την εξής φράση: Τουρκόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί της Θράκης. Συνεπώς θεωρείται ότι αποτελούν μία τουρκόφωνη «μειονότητα», η οποία κατοικεί σε ελληνικό έδαφος και πιστεύει στον χριστιανισμό. Έχοντας ως βάση αυτήν την φράση, επιχειρείται με την παρούσα εργασία η τεκμηρίωση των ιδιαίτερων εκείνων ιστορικών στοιχείων που διασαφηνίζουν την φυλετική καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων.
Ειδικότερα γίνεται μια προσπάθεια παρουσίασης αφενός της πορείας των Γκαγκαβούζηδων μέσα στον χρόνο μέχρι την σημερινή τους μόνιμη εγκατάσταση σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων, κι αφετέρου, να αναδειχθούν μέσω της ανάλυσης των ιστορικών στοιχείων οι ιδιαιτερότητες αυτού του άγνωστου, μέχρι πρότινος, πληθυσμιακού φύλου. Για την συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η εθνογραφική μέθοδος , η οποία περιλαμβάνει τη χρήση πρωτογενών και δευτερογενών πηγών. Οι πρωτογενείς πηγές αφορούν δεδομένα που προέρχονται από την επιτόπια έρευνα με ημι-δομημένες καθώς και ανοικτού τύπου συνεντεύξεις. Το δείγμα επιλέχτηκε με βάση την εντοπιότητα και το αποτέλεσαν ντόπιοι κάτοικοι που διαμένουν μόνιμα στις διάφορες περιοχές, ηλικίας 20-100 ετών. Η μέθοδος έρευνας είναι αυτή της προφορικής ιστορίας, μέσω της οποίας προβάλλεται η μνήμη της καθημερινότητας των ανθρώπων ως ένα ερευνητικό πεδίο της κοινωνικής ιστορίας.
Το παρελθόν των Γκαγκαβούζηδων είναι αποσπασματικά καταγραμμένο, κυρίως, στην ελληνική ιστοριογραφία. Η διαδρομή και η παρουσία τους γενικά αγνοείται, προβάλλονται διαφορετικές απόψεις οι οποίες πηγάζουν κυρίως από την ερμηνεία που δίνει η κυρίαρχη εθνολογική και ιστορική άποψη. Η αναζήτηση και η καταγραφή των πηγών πρέπει να παρακολουθεί την ιστορική διαδρομή των βαλκανικών λαών. Είναι κοινώς διαπιστωμένο πως η ιστορία των λαών της Χερσονήσου του Αίμου δεν ανταποκρίνεται στο σημερινό status των βαλκανικών κρατών, τα οποία διαμορφώθηκαν από τα μέσα του 19ου αιώνα, τα σύνορα τους καθορίσθηκαν μετά από αιματηρούς πολέμους και κάτω από την επίδραση εθνικών ιδεολογιών.
Στηριζόμενοι στην σχετική βιβλιογραφία, διαπιστώνει κανείς ότι οι περισσότερες αναφορές για τους Γκαγκαβούζηδες γίνεται κυρίως από την τουρκική σχολή ιστορίας, σύμφωνα με την οποία και στα πλαίσια της παντουρκιστικής ιδεολογίας προέρχονται από σελτζουκικά τουρκικά φύλα, τα οποία έφτασαν στην περιοχή της Δοβρουτσάς μετά το 1260, ακολουθώντας τον σουλτάνο Izzeddin Keykvus Β΄ , , . Η άποψη αυτή αντικρούεται από τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα, όπως καταγράφονται μέσα από τις πηγές. Ο Καϊ-Καούζ, εγκαταστάθηκε στην Κριμαία το 1265 , μετά από ολιγόμηνη εγκατάσταση στην Κωνσταντινούπολη και κατ’ άλλους στο κάστρο της Αίνου, όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατο του το 1275-76 και όχι στη Δοβρουτσά, ούτε επέστρεψε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη. Άρα, δεν θα μπορούσε μετά από 7 με 8 αιώνες να διατηρείται ως ανάμνηση στους πληθυσμούς της Δοβρουτσάς, το επώνυμο κάποιου που ποτέ δεν ήταν ηγέτης τους.
Επιπρόσθετα επιχειρούν να συνδέσουν ακόμη περισσότερο την σελτζούκικη καταγωγή τους με την εμφάνιση των πρώτων τουρκικών φύλων στα Βαλκάνια υιοθετώντας την θέση πώς ο Σαρί-Σαλτίκ ήταν συγγενής του Σουλτάνου Καϊ-Καούζ, πως προετοίμασε το έδαφος για την εγκατάσταση των υπηκόων του στις κοινότητες Μπεκτασίδων που είχε ήδη ιδρύσει στη Δοβρουτσά. Μέσα από τις πηγές δεν διαπιστώθηκε καμία συγγένεια, αντιθέτως καταγράφεται πως ήταν ένας Τουρκομάνος νομάς στο όρος Αραράτ, ο οποίος γνωρίστηκε με τον Χατζή Μπεκτάς έγινε ιεραπόστολός του, με δράση στη Γεωργία και τη Δοβρουτσά. Αποσιωπούν το γεγονός πως οι Σελτζούκοι-μουσουλμάνοι-Μπεκτασίδες της Δοβρουτσάς το 1309, με επικεφαλής τον Χαλίλ-Ετζέ,λίγο μετά το θάνατο του Σαλτίκ έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στο εμιράτο Καρεσί της Μικράς Ασίας και έτσι η μπεκτασίδικη κοινότητα της Δοβρουτσάς, η οποία ιδρύθηκε το 1263/4 καταργήθηκε το 1309/10 .
Η σύνδεση του Καϊ-Καούζ με το πριγκιπάτο της Καβάρνας που επιχειρείται καταρρίπτεται μέσα από τις ίδιες τις πηγές διότι αυτό εμφανίζεται περίπου το 1320 και αναφέρεται ως «Χώρα του Δομπροτικίου », και ώε Χώρα των Καρβούνων. Ακόμη δε περισσότερο που μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς, ονομάσθηκε Ντομπρουτσά, τοπωνύμιο με απευθείας παραπομπή στο όνομα του Ντομπροντίτσα. Ίσως να συνέβαλαν σ’ αυτό και οι αυτόχθονοι πληθυσμοί, διατηρώντας στη μνήμη τους έναν από τους πιο αξιόλογους ηγεμόνες που ανέδειξε η περιοχή.
Η έρευνα ανέδειξε και τα εξής στοιχεία από την πολιτική τους ζωή: Με την κατάκτηση της περιοχής τους τους Οθωμανούς, δεν τους υποδέχτηκαν ως ελευθερωτές αλλά απεναντίας αντιστάθηκαν σθεναρά και κατέληξαν ραγιάδες μαζί με τους υπόλοιπους χριστιανικούς πληθυσμούς. Στην παράδοση τους αναφέρεται πως γυναίκες Γκαγκαβούζες της Καβάρνας και της Καλιάκρας προτίμησαν να πέσουν στο γκρεμό και να πεθάνουν παρά να πέσουν στα χέρια των Οθωμανών. Αν όντως ήταν τουρκικό φύλο, για ποιο λόγο να αντισταθούν στην προέλαση των Οθωμανών και να μην αυτομολήσουν όπως έκαναν τα «αδελφά φύλα» οι Ούζοι και οι Πατζινάκες στην μάχη του Μαντζικέρτ.
Και εν τέλει, ενώ παρατηρήθηκε σε όλα τα τουρκογενή φύλα της περιοχής μαζικός εξισλαμισμός αντιθέτως, οι Γκαγκαβούζηδες της νότιας Δοβρουτσάς παρέμειναν χριστιανοί. Σε όλα αυτά τα ερωτήματα η τουρκική σχολή ιστορίας δεν απαντά και εσκεμμένως τα αποσιωπά.
Στα πλαίσια της παντουρκιστικής θεωρίας, αποσιωπείται πως στην πόλη της Βάρνας και τη γύρω περιοχή από τα αρχαία χρόνια και μέχρι τα πρωτοβυζαντινά κατοικούσαν οι Κροβύζοι ή Κροβούζοι, έθνος θρακικό ή γετικό. Στη ρωμαϊκή περίοδο, οι Κροβύζοι είναι γνωστοί ως Καττούζοι ή Κατταούζοι και χαρακτηρίζονται ως λαός Πυγμαίων. Παραβλέπεται η κοινή ρίζα και ετυμολογία μεταξύ των δύο ονομάτων, Κροβύζων και Κατταούζων με των Γκαγκαούζων του μεσαίωνα και επιμένουν αυθαίρετα συσχετίζοντας το όνομα Καϊ-Καούζ με το εθνωνύμιο τους. Επιμένουν πως ο εκχριστιανισμός τους συντελέστηκε από το 1009 και μετά, παραβλέποντας την εκκλησιαστική ιστορία της περιοχής. Η εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει ως πρώτο ιεραπόστολο τον Απόστολο Ανδρέα και ως πρώτο επίσκοπο Βάρνας τον Αμπλία, έναν από τους 70 αποστόλους.
Μία άλλη άποψη διατυπώθηκε, κυρίως από Έλληνες ιστορικούς η θεωρία περί κοινής καταγωγής με τους Καραμανλήδες της Μικράς Ασίας. Αν και η γλώσσα τους είναι κοινή, αντιμετωπίζονται από τους ίδιους τους Γκαγκαούζους με δυσπιστία. Την ίδια στάση τηρούν και με τους Βούλγαρους. Όταν θέλουν να βεβαιωθούν αν ο συνομιλητής τους είναι Γκαγκαούζης ρωτούν: «σεν μιλέτ μι σιν;- εσύ από το δικό μας έθνος είσαι;» .
Για να αποδείξουν την κοινή καταγωγή Καραμανλήδων και τους Γκαγκαβούζηδων καταγράφουν κοινά χαρακτηριστικά όπως: Είναι τουρκόφωνοι, διαβάζουν και γράφουν τα τουρκικά, χρησιμοποιώντας ελληνικό αλφάβητο (καραμανλίδικη διάλεκτος). Τα ονόματά τους είναι ελληνικά, ενώ τα επίθετά τους συνήθως τουρκικά και τελειώνουν σε -ογλου. Στην εκκλησία, το Ευαγγέλιο, ο Απόστολος και άλλες προσευχές διαβάζονταν στα καραμανλίδικα. Διακρίνονται για την έντονη θρησκευτική τους συνείδηση. Εκκλησιαστικά υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το ενδιαφέρον είναι ότι μέχρι την εμφάνιση των καραμανλίδικων βιβλίων η λειτουργία στις εκκλησίες γίνονταν αποκλειστικά στα ελληνικά. Αντίθετα είναι πολύ αναπτυγμένη η δημώδης προφορική λογοτεχνία.
Αναλύοντας τα χαρακτηριστικά διαπιστώσαμε πως αυτά ισχύουν για όλους τους τουρκόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ορισμένα από αυτά για όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του Πατριαρχείου. Άρα δεν αποτελούν στοιχεία κοινής καταγωγής παρά μόνο κοινής θρησκευτικής πίστης.
Όσοι επιμένουν για την καραμανλίδικη καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων, γράφουν πως πρόκειται για μετανάστες Καραμανλήδες. Ο J. Eckmann αναφέρει ότι μεμονωμένοι οικισμοί Καραμανλήδων υπήρχαν στη βαλκανική χερσόνησο, στη Βεσσαραβία, στην Κριμαία και στη Συρία. Ο Σ. Α. Χουδαβέρογλου-Θεόδοτος στηριζόμενος σε προφορικές καταγραφές υπογραμμίζει: «Οι τουρκόφωνοι Έλληνες της Καππαδοκίας διεκπεραιώθηκαν εις τα ευρωπαϊκά παράλια του Ευξείνου, εγκατασταθέντες εν Βάρνη, Πύργω, Βαλτσικίω και Παζαρτζικίω».
Είναι κοινά αποδεκτή η μετανάστευση ή η μεταφορά πληθυσμών από τη Μικρά Ασία στα Βαλκάνια. Έχουν εντοπιστεί μεμονωμένοι οικισμοί ή παροικίες, όχι όμως συμπαγείς πληθυσμοί Καραμανλήδων στον βαλκανικό χώρο.
Γίνονται αναφορές από ιστορικούς και εθνολόγους κυρίως της Βουλγαρίας πως είναι απόγονοι Ουζικών ή Κουμανικών ή Πρωτοβουλγαρικών φύλων. Ένας από αυτούς ο Αθ. Μάνωφ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ερμηνεία της λέξης Γκαγκαβούζοι δεν αποτελεί χαρακτηριστικό φυλής, αλλά δηλώνει τον χριστιανό ορθόδοξο.
Παρακολουθώντας μέσα από τις πηγές την πορεία των χριστιανικών πληθυσμών της Δοβρουτσάς, όπου εντοπίζονται και καταγράφονται οι Γκαγκαβούζηδες παρατηρούμε πως από τα έτη 1750-1769, 1787-1791, 1800-1812, 1828-30-50 και 1878-80 αναγκάζονται συχνά να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω των συχνών επιδρομών από τις συμμορίες των Dali Kircali-άτακτων μουσουλμανικών ομάδων και επειδή η περιοχή τους ήταν το θέρετρο των ρωσοτουρκικών πολέμων. Έτσι μεγάλες ομάδες πέρασαν τον Δούναβη και εγκαταστάθηκαν στις νότιες περιοχές της Μολδαβίας και της Ουκρανίας (πρώην Βεσσαραβία)ενώ ένας μικρός αριθμός κατευθύνθηκε προς τη Νοτια Βουλγαρία και Ανατολική Θράκη. Ολιγάριθμοι παρέμειναν στη Νότια Δοβρουτσά, σε χωριά της παραλιακής ζώνης από τη Βάρνα μέχρι τα Μαγκάλια της σημερινής Ρουμανίας.
Είναι δε χαρακτηριστική η αναφορά στα κατάστιχα της δημογεροντίας της Βάρνας όπου καταγράφεται η ημερομηνία εισόδου των Ρώσων «1828 Ιουλίου πρότι μ.μ. κιριακί αφού ίλθεν ο ρούσος εις τιν Βάρναν κε πολέμισε εος σεπτεμβρίου 29, μπικεν μέρα σάβατο» και στη συνέχεια η πρώτη μαζική αναγκαστική μετανάστευση«Πάλε ίλθεν ο ρούσος εις τιν Βάρναν κε πολέμισε τρις μινες κε πιρεν τιν Βάρνα, και εκάθισε μέσα εις τιν Βάρναν 18 μήνας, έκανεν αγάπι με τον Τούρκο και έδοσε πίσου (εννοεί τη Βάρνα) και η χριστιανι έφιγαν άλλη εις τιν ρουσίαν, άλι εις τιν μολτόβα και λίγι έμειναν μέσα εις τιν βάρνα και άλι εις τιν κωνσταντινούπολιν». .
Στην ιστορία των βαλκανικών λαών ξεχωριστή θέση έχει ο 19ος αιώνας. Είναι η περίοδος των απελευθερωτικών αγώνων των λαών της βαλκανικής χερσονήσου. Η πρώτη σοβαρή απόπειρα ενεργού συμμετοχής τους γίνεται από τον Δ. Βατικιώτη, τον οποίο ακολουθούν, λόγω της ηγετικής του φυσιογνωμίας και του σεβασμού προς το πρόσωπό του. Όντας αξιωματικός του ρωσικού στρατού, μυήθηκε στη «Φιλική Εταιρεία» στις 2 Αυγούστου 1818, στο Τομάροβο της Βεσσαραβίας, έχαιρε εξαιρετικής εκτίμησης μεταξύ των Βουλγάρων και των Γκαγκαβούζηδων της Βεσσαραβίας και των παραδουνάβιων ηγεμονιών .
Για την «καθ΄ ημάς Ανατολή», ο 19ος αιώνας θεωρείται επίσης ως περίοδος μετασχηματισμού της θρησκευτικής κοινότητας σε εθνική. Στα Βαλκάνια ομόδοξοι εθνικισμοί συγκρούστηκαν, διεκδικώντας τους ίδιους πληθυσμούς. Αμφότεροι στα επιχειρήματά τους χρησιμοποίησαν τη θρησκεία και τη γλώσσα ως βασικά στοιχεία του έθνους, της φυλής και του Γένους . Τελικά το 1878 αναγνωρίζετε ως ανεξάρτητη η βουλγαρική εκκλησία. Στα διοικητικά της όρια δεν συμπεριλαμβάνονται 24 Πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της μητρόπολης Βάρνας, τα οποία αναγνωρίζουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Η έρευνα απέδειξε πως κατοικούνταν από ελληνικούς και γκαγκαβούζικους πληθυσμούς.
Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-78 , Η ανακήρυξη της βουλγαρικής ηγεμονίας και η ανεξαρτησία της βουλγαρικής Εκκλησίας ήταν γεγονότα που σημάδεψαν την ως τότε ειρηνική συμβίωση των δύο λαών. Οι βουλγαρικές αρχές, για να αντιμετωπίσουν την οργανωμένη αντίδραση των ελληνικών κοινοτήτων έλαβαν διάφορα μέτρα. Σε όσους αντιστάθηκαν, έδωσαν διορία λίγων ημερών να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η υποχρεωτική μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών από τη Βουλγαρία προς την Ελλάδα ξεκίνησε από την εποχή της σύστασης του βουλγαρικού κράτους.
Με την αρωγή των Ρώσων οι Βούλγαροι επεδίωκαν να εξαλείψουν κάθε οργανωμένη μειονότητα. Στους γκαγκαβούζικους πληθυσμούς χρησιμοποίησαν το επιχείρημα της φυλετικής συγγένειας, της μακρόχρονης συμβίωσης και κοινής παράδοσης για να τους πείσουν να ενταχθούν στην Εξαρχία.
Όσοι αντιστάθηκαν στις πιέσεις υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Αυτή την περίοδο παρατηρούνται, λόγω των έντονων πιέσεων, οι πρώτες ομαδικές προσχωρήσεις στη βουλγαρική Εκκλησία ελληνικών και γκαγαβούζικων πληθυσμών στο Προβαντί, στο Σούμεν και στο Χατζηογλού-Παζαρτζίκ, σημερινό Ντόμπριτς.
Η Δοβρουτσά αποτελούσε πάντοτε πεδίο αντιπαλότητας μεταξύ Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Άλλαζε συνεχώς διοικήσεις και κρατικά σύνορα, με αποτέλεσμα να προκαλούνται συνεχείς μεταναστεύσεις πληθυσμών, για να αποφύγουν τα αντίποινα των νέων κατακτητών.
Ο ακριβής αριθμός των Ελλήνων και Γκαγκαβούζηδων της Βουλγαρίας είναι δύσκολο να υπολογιστεί. Στη βουλγαρική απογραφή του 1900 αναφέρονται 7.800 τουρκόφωνοι Γκαγκαούζοι με ελληνική συνείδηση, ενώ την ίδια χρονιά ο Th. Ivancov τους υπολόγιζε σε 8.251 και το 1910 σε 9.313, συμπεριλαμβάνοντας και όσους κατοικούσαν στους νομούς Μπουργκάς, Βάρνας και Πλόβντιφ.
Μετά από λίγα χρόνια και μέχρι το 1925 η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων και Γκαγκαβούζηδων αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ανατολική Θράκη και σε ελληνικά εδάφη κυρίως στην Κεντρική Ελλάδα.

Πρώτες εγκαταστάσεις Γκαγκαβούζικων πληθυσμών στην ανατολική Θράκη
Οι πρώτες εγκαταστάσεις Γκαγκαβούζηδων στην ανατολική Θράκη με βάση τις μαρτυρίες, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του 1512 και 1566, την εποχή του Σελίμ Α’ Γιαβούζ ή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή . Το 1578 ο περιηγητής Gerlach αναφέρει πως η Χάφσα είναι ένα μικρό τιμάριο ιδιοκτησία του Μεχμέτ πασά και οι λιγοστοί χριστιανοί κάτοικοι εκκλησιάζονται σε διπλανό χωριό, πιθανόν στο Χάσκιοϊ. Την ίδια περίοδο θα πρέπει να έγινε και η εγκατάσταση των Γκαγκαβούζηδων από τη Δοβρουτσά στην Ζίχνη Σερρών.
Μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα οι πληροφορίες μας στηρίζονται στις αφηγήσεις των περιηγητών. Οι επόμενες εγκαταστάσεις έγιναν μετά τους διωγμούς το 1820-1878 και ξεκίνησαν λόγω της συμμετοχής τους στο πλευρό των Ρώσων κατά την διάρκεια των ρωσοτουρκικών πολέμων.
Στην πορεία τους αυτή προς τα νότια κάποιοι παρέμειναν στην Γιάμπολ και στα γύρω χωριά. Στην Ανατολική Θράκη Γκαγκαβούζηδες εντοπίσαμε 14 χωριά στην Υποδιοίκηση Νίκης-Χάφσας , 1 χωριό στην υποδιοίκηση Μακράς Γέφυρας (Ουζούν-Κιοπρού, Ένα στην υποδιοίκηση Αδριανούπολης, ένα στην υποδιοίκηση Σαράντα Εκκλησιών και 5 χωριά στην Υποδιοίκηση Αρτίσκου-Μπαμπά-Εσκί.
Στην Ανατολική Θράκη θα ταυτιστούν πλήρως με τον υπόλοιπο ελληνορθόδοξο πληθυσμό. Θα ενταχθούν στην εκπαίδευση, στους εκκλησιαστικούς θεσμούς και στην πολιτική διοίκηση και θα υποστούν τους διωγμούς που σε ορισμένες περιπτώσεις θα είναι πιο σκληρές. Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων θα αναγκαστούν να διαφύγουν άλλοι στην Ελλάδα και οι περισσότεροι προς τη Βουλγαρία για να γλυτώσουν από την εκδικητική μανία των Τούρκων.
Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, γράφεται ο επίλογος της παρουσίας του ελληνισμού στην Ανατολή. Οι Γκαγκαβούζηδες της ανατολικής Θράκης εγκαταστάθηκαν σε 26 χωριά του βόρειου Έβρου-1.222 οικογένειες-6.095 άτομα. Στον νομό Ροδόπης, σε 3 χωριά, στο νομό Ξάνθης σε ένα χωριό, στο νομό Σερρών σε 4 χωριά, στο νομό Θεσσαλονίκης σε 6 χωριά και σε χωριά της Κατερίνης και την Πτολεμαΐδα. Τέλος οικογένειες από το Αζατλί, αντί να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους στην Ελλάδα, έφυγαν προς τη Βουλγαρία και εγκαταστάθηκαν στο Κρούμοβο της Γιάμπολ.

Οι Γκαγκαβούζηδες των Βαλκανίων
Για τους Γκαγκαβούζηδες της Ρουμανίας δεν έχουμε πολλά στοιχεία, για τα χωριά και τον ακριβή πληθυσμό τους. Οι Ρουμάνοι τους δέχονται ως μία κοινωνία ανθρώπων κατωτέρου επιπέδου. Ο Kaprat , ο οποίος κατάγεται από τη Δοβρουτσά, γράφει πως οι Τούρκοι της περιοχής αδιαφορούσαν για τους Γκαγκαβούζηδες, λόγω της διαφορετικής θρησκείας. Εντοπίσαμε Γκαγκαβούζηδες με συνείδηση της καταγωγής τους σε 7 χωριά.
Στη δεκαετία του ’30 έγιναν συστηματικές προσπάθειες από την πλευρά της Τουρκίας με σκοπό να πειστούν οι Γκαγκαβούζηδες της Δοβρουτσάς για την τουρκική προέλευσή τους, με πρωτοστάτη τον πρεσβευτή της Τουρκίας στο Βουκουρέστι, Hamdullah S. Tanriver. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1943, με απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών της Τουρκίας υποχρεώθηκαν να γραφτεί σε ξεχωριστή στήλη στις ταυτότητές τους, η φράση Turk Ortodoks (Τούρκος Ορθόδοξος). Σκοπός του Υπουργείου ήταν να ενισχύσει το τουρκοορθόδοξο Πατριαρχείο του Εφραίμ, σε βάρος του ελληνορθόδοξου στην Κωνσταντινούπολη.
Σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια Ethnologue: Language of the world, στο χώρο της σημερινής Τουρκίας μιλιούνται 34(!) γλώσσες, εκτός από τα τουρκικά της Ανατολίας. Ανάμεσα σε αυτές διακρίναμε και την γκαγκαβούζικη γλώσσα, ομιλούμενη, σύμφωνα με τους συντάκτες του άρθρου, από 330.000 άτομα. Εντυπωσιακός αριθμός αλλά λίγο πιο κάτω και στην ομάδα Gagauz, σημειώνεται: «Γλώσσα των Τούρκων των Βαλκανίων, γλωσσολογικά ανήκουν στην τουρκική γλώσσα όμως με διαφορετική γραμματική, σύνταξη και φωνητική. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών που ξεκίνησε από τους Βαλκανικούς πολέμους μέχρι τη συνθήκη της Λοζάνης, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Μητέρα Πατρίδα» .
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι οι πληθυσμοί στους οποίους αναφέρεται το άρθρο ήταν και είναι μουσουλμάνοι και όχι χριστιανοί ορθόδοξοι. Τελευταία ανακάλυψαν τους τουρκόφωνους χριστιανούς της Γκαγκαουζίας στη Μολδαβία και προσπαθούν να τους εντάξουν ως γλωσσική υποομάδα στα τουρκικά φύλα. Με την ανακήρυξη της αυτόνομης επαρχίας της Γκαγκαουζίας, έστρεψαν την προσοχή τους στην περιοχή αυτή σε μια προσπάθεια να πείσουν τους Γκαγκαβούζηδες της Μολδαβίας, για την τουρκική καταγωγή τους, και την διεθνή επιστημονική κοινότητα για την ορθότητα των απόψεών τους.
Στα ίδια πλαίσια κινούνται και ορισμένοι Βούλγαροι ιστορικοί, οι οποίοι επιμένουν για τη βουλγαρική καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων. Στη Βουλγαρία οι Γκαγκαβούζηδες ζουν σε μικρές πληθυσμιακές ομάδες στη Βάρνα και σε χωριά της επαρχίας της, στο Προβαδί, στη Σούμλα, στο Ραζγράντ, στο Τουτράκ και στη Σιλίστρια. Οι Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν τους Γκαγκαβούζηδες βουλγαρικό φύλο. Στην απογραφή του 2001, για πρώτη φορά καταγράφονται 1.471 άτομα, τα οποία δηλώνουν ως μητρική γλώσσα τα γκαγκαούζικα ή ως ομιλούμενη από τους ίδιους. δέχονται εν μέρει τη θέση των ιστορικών της χώρας τους για βουλγαρική καταγωγή, ορισμένοι όμως αμφιβάλλουν για την ορθότητά της. Αμφισβητούν έντονα τις κινήσεις εκπροσώπων της τουρκικής μειονότητας, που σε συνεργασία με Βούλγαρους ιστορικούς και λαογράφους, προσπαθούν να τους πείσουν και να τους εντάξουν στα τουρκικά φύλα των Βαλκανίων. Στην απογραφή τού 2006, δηλώθηκαν 12.000 Γκαγκαβούζηδες, αριθμός εντυπωσιακά αυξημένος σε σχέση με την απογραφή του 2001.
Οι Γκαγκαβούζηδες της Μολδαβίας αποτελούν τη μεγαλύτερη και πιο συμπαγή ομάδα (175.000) ζουν στην περιοχή του Budjak (Μπουτσιάκ), από τον 19ο αιώνα. Μετά το 1917 αναγνωρίσθηκαν ως σοβιετική εθνότητα και η γλώσσα τους το 1956 εντάχθηκε ως ξεχωριστή διάλεκτος των τουρανικών λαών της κεντρικής Ασίας, Σιβηρίας και Καυκάσου. Βασικός στόχος της σοβιετικής ιστορικής σχολής ήταν να αποδυναμώσουν στη μνήμη και την ταυτότητα των Γκαγκαβούζηδων τις ιστορικές τους καταβολές και τις σχέσεις τους με την Ορθοδοξία και τα Βαλκάνια.
Σήμερα η περιοχή τους είναι αυτόνομη με ειδικό καθεστώς, μέσα στο μολδαβικό κράτος. Στην αυτόνομη περιοχή, υπάρχουν τρεις πόλεις, το Comrat (πρωτεύουσα), το Ceadr-Lunga (Τσαντίρ-Λούνγκα) και το Vulcnetii (Βουλκανέστι), και 26 γκαγκαβούζικα χωριά.
Στη Γκαγκαουζία της Μολδαβίας έχουν παρατηρηθεί και μελετηθεί δύο διάλεκτοι, η κεντρική διάλεκτος με ομιλητές της στο Comrat και το Hadr και η νότια διάλεκτος με ομιλητές στο Vulkaneti, οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως Ρουμ-Γκαγκαούζ.
Συμπεράσματα
Έγινε μια προσπάθεια παρουσίασης όλων εκείνων των στοιχείων που χαρακτηρίζουν τη γλωσσική και κοινοτική ομάδα των Γκαγκαβούζηδων, δίχως να γίνει αναλυτική αναφορά σε όσους ζουν σήμερα στη Γκαγκαουζία της Μολδαβίας, στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία και στο επίπεδο αυτοσυνειδησίας τους. Αναδείχτηκε αυτό που αποσιωπάται από τις επίσημες ιστορικές σχολές πως πρόκειται για ένα αυτόχθονο θρακικό φύλο που έδειξε μία αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα στους κάθε λογής κατακτητές.
Στο ερώτημα, εάν μπορούμε να μιλάμε για μια «γκαγκαβούζικη κουλτούρα» ή για μια «γκαγκαβούζικη παράδοση», υποθέτοντας ότι αν δεχόμασταν πως υπάρχει ένας γκαγκαβούζικος πολιτισμός, θα έπρεπε να αναιρέσουμε και το θεωρητικό μας πλαίσιο, που δεν δέχεται τον πολιτισμό σαν ένα ομοιογενές και συνεκτικό σύνολο, αλλά και την ίδια την έννοια της ιστορικότητας, που συνεπάγεται μια δυναμική προσέγγιση στο χώρο και στο χρόνο. Συνεπώς θα πρέπει να μιλήσουμε συμβατικά για την γκαγκαβούζικη κουλτούρα ή καλύτερα για τις γκαγκαβούζικες πολιτισμικές πραγματικότητες στον ελλαδικό χώρο, από την περίοδο της οριστικής εγκατάστασης ενός σημαντικού πληθυσμού τους εντός των ελληνικών συνόρων.
Ο μετασχηματισμός μιας εθνοτικής ταυτότητας με έντονα τα τοπικά χαρακτηριστικά σε εθνική σήμανε για τους Γκαγκαβούζηδες ουσιαστικά την ένταξή τους στο νέο ελληνικό έθνος. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν για παράδειγμα μία πλειάδα ελληνόφωνων εμπόρων, δασκάλων, λογίων και κληρικών, οι οποίοι ανέπτυξαν μια έντονη δραστηριότητα σε ό,τι αφορά τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας, δραστηριότητα που όχι σπάνια ταυτίζεται και με μια αρνητική τοποθέτηση απέναντι στη μητρική τους γλώσσα που είναι τα γκαγκαβούζικα. Σήμερα αποδεικνύεται πως ήταν καθοριστικός ως προς τη συγκρότηση μιας ελληνικής εθνικής συνείδησης στα πιο πλατειά στρώματα των γκαγκαβούζικων κοινωνιών.
Η σταδιακή υποβάθμιση, με τελικό κίνδυνο την πλήρη εξαφάνισή της, οδήγησε τη γκαγκαβούζικη γλώσσα να παραμένει προφορική και να χρησιμοποιείται μόνο στην μεταξύ τους επικοινωνία, στους χώρους των κοινοτήτων και σε οικογενειακά πλαίσια, με μια ολοένα αυξανόμενη τάση εγκατάλειψής της.
Ο «δυϊσμός» του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού με άξονα τη διχοτομία αστικό κέντρο-περιφέρεια, στάθηκαν κατά έναν ειρωνικό τρόπο ευεργετικά, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ως προς την επιβίωση «παραδοσιακών» μορφών κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικής έκφρασης. Από τη μια, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του εθνικού κράτους και από την άλλη, η διαδικασία εκσυγχρονισμού και αστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας συνετέλεσαν σε μια ραγδαία περιθωριοποίηση των περιφερειακών και εθνοτικών ετεροτήτων και σε μια αντίστοιχη ενίσχυση των κεντρικών προτύπων και των μηχανισμών πολιτισμικής ομογενοποίησης. Η μεγάλη αγροτική έξοδος και η ερήμωση της υπαίθρου, μαζί με την επικράτηση των αστικών προτύπων και την αστυφιλία, δεν οδήγησαν μόνο σε μια δημογραφική αφαίμαξη των γκαγκαβούζικων κοινοτήτων, αλλά και σε μια διασπορά που θα σημάνει την αρχή του τέλους μιας μακράς διάρκειας. Όσοι μένουν πίσω έχουν να αντιμετωπίσουν μαζί με τα οικονομικά προβλήματα και την κοινωνική περιθωριοποίηση, ενώ αυτοί που φεύγουν κάνουν αγωνιώδη προσπάθεια να προσαρμοστούν στα αστικά κέντρα, γεγονός που έχει μεγάλες συνέπειες σε ό,τι αφορά την ίδια την πολιτισμική τους ταυτότητα.
Ως αποτέλεσμα πρέπει να θεωρηθεί, η σταδιακή αφομοίωσή τους στα κεντρικά πολιτισμικά πρότυπα, τα οποία μάλιστα αρχίζουν να ξεφεύγουν σιγά-σιγά και από τον ίδιο τον έλεγχο του εθνικού κράτους, μέσω των ευρωπαϊκών θεσμών αλλά και των μηχανισμών της παγκοσμιοποίησης, στις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
Στην σημερινή εποχή, η όποια πολιτισμική ετερότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ο πολιτισμικός πλούτος ενός κράτους, παρά ως κίνδυνος για την εθνική συνοχή του. Ειδικά όσον αφορά στην ελληνική πολιτεία καλό θα ήταν να αντιμετωπίζεται ως ευλογία και όχι ως κακοτυχία.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Παρουσίαση του βιβλίου του Χρήστου Κοζαρίδη " Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες"

Ο Πολιτιστικός & Αθλητικός Σύλλογος «Καπετάν Μητρούσης»,
σας προσκαλεί
στην παρουσίαση του βιβλίου
« Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες» του κ. Χρήστου Κοζαρίδη.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο ξενοδοχείο
Φίλιππος Ξενία των Σερρών, στις 28 Απριλίου 2010 στις 8:00 μ.μ.
Το βιβλίο θα προλογίσουν οι :
κ. Ακτσόγλου Ιάκωβος
Επίκουρος καθηγητής στο τμήμα
Γλώσσας-Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων χωρών
του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
&
ο κ. Μπακιρτζής Ιωάννης
Λέκτορας του τμήματος Γλώσσας-Φιλολογίας και Πολιτισμού
Παρευξείνιων χωρών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει ιδιαίτερα

Εκτός από την παρουσίαση του βιβλίου, θα εμφανιστούν και χορευτές των τριών από τα επτά τμήματα του συλλόγου, σε Γκαγκαβούζκους χορούς .
Στο τέλος δωρεάν προσφορά εδεσμάτων.

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Hristos dirlidi mezardayi uliulere ve dirilere umiur baasladi!!
"Χριστός ντιρλιντί μεζαρνταΐ, ουλιούλερε βε ντιριλερέ, ουμιούρ μπαασλαντί!!
"Χριστός ανέστη εκ νεκρών, στους πεθαμένους και στους ζωντανούς χάρισε ζωή!!""ΑΥΤΟ ΜΟΥ ΤΟ ΕΙΠΕ ΕΝΑΣ ΠΑΠΠΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΕΡΑΜΟ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ!!!
Hristos dirildi ölülerden,ölümü ölümlen bastı hem mezarda da olannara ömür baaşladı!!
ΑΥΤΟ ΜΟΥ ΤΟ ΕΣΤΕΙΛΕ ΜΙΑ ΦΙΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΚΑΓΚΑΟΥΖΙΑ!!ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ ΘΑΝΑΤΟ ΘΑΝΑΤΟΝ ΠΑΤΗΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΜΝΗΜΑΣΙ ΖΩΗ ΧΑΡΙΣΑΜΕΝΟΣ!! ΑΥΤΑ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΜΑΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΝ ΑΚΟΜΗ!!!

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Σε ορισμένους από εσάς που βρίσκεστε σε αυτή την αίθουσα όταν λάβατε την πρόσκληση για την εκδήλωση- παρουσίαση του βιβλίου μου θα γεννήθηκε η απορία: Γκαγκαβουζηδες-ποιοι είναι αυτοί πάλι όπως και σε άλλους γιατί τώρα αυτή η εκδήλωση;
Αντίστοιχα σε ανύποπτο χρόνο ένας καταξιωμένος καθηγητής ιστορίας ο Κ. Φωτιάδης σε μια ομιλία του πριν από 7-8 χρόνια είχε πει απευθυνόμενος σε ανάλογο ακροατήριο πως τα επόμενα 20 χρόνια στην εξωτερική πολιτική αυτής της χώρας θα κυριαρχεί ή θα αποτελεί μια από τις προτεραιότητες της το θέμα των Γκαγκαβουζηδων.
Όταν αυτό το γεγονός μου το μετέφεραν φίλοι που έτυχε να είναι στην εκδήλωση και ήξεραν πως ήδη είχα ξεκινήσει την ερευνά μου για το θέμα της καταγωγής των Γκαγκαβούζηδων αισθάνθηκα πως βρισκόμουν ανάμεσα στις συμπληγάδες, διότι θα έπρεπε η έρευνα και η καταγραφή που είχα ήδη ξεκινήσει να είχε όλα εκείνα τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά μιας πραγματικής ιστορικής έρευνας δίχως να κυριαρχούν τα συναισθήματα μου λόγω της καταγωγής, βιώματα της ζωής μου αλλά και των προγονών, της απόρριψης του χλευασμού της υποτίμησης, των διώξεων και των απαγορεύσεων. Και όταν θα ολοκληρώνονταν αυτή η έρευνα θα μπορούσε ο καθένας από μας με υπερηφάνεια να υψώσει το ανάστημα του και να πει ΝΑΙ ΕΙΜΑΙ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΣ.
Αυτό το τελευταίο το έζησα και στις δυο εκφάνσεις του και είμαι υπερήφανος που πρώτος έβαλα αυτό το λιθαράκι της αναγνώρισης και της αποδοχής ενός ταλαίπωρου θρακιώτικου φύλου.
Άρα τα πρώτα εμπόδια είχαν υψωθεί μπροστά μου και έμοιαζαν ανυπέρβλητα. Αυτά δεν είχαν να κάνουν και δεν έμπαιναν μόνο από εξωτερικούς παράγοντες αλλά και μέσα από ανθρώπους της ίδιας μας της ράτσας οι οποίοι κάθε φορά ακόμη και σήμερα τόνιζαν και τονίζουν πως περπατάμε σε ένα τεντωμένο σχοινί και υπάρχει ο κίνδυνος μειονοτικών θέσεων και συνολικής απόρριψης της ομάδας μας. Πολιτειακοί παράγοντες όταν ζήτησα να τους συναντήσω για να συνεισφέρουν στην έκδοση με προέτρεψαν αν το κάνω τελικά να τονίζω σε όλους τους τόνους και τους χρόνους πως είμαστε Έλληνες και να προσέχω μήπως κάνω την Ορεστιάδα Κόσσοβο!! Έτσι προχώρησα μόνος μου στην χρηματοδότηση αυτής της έκδοσης διότι δεν ήθελα να υποκύψω σε κανέναν από όλους αυτούς που αν και επίσημα πρόσωπα και γνώστες της περιοχής επέμεναν να μας χαρακτηρίζουν Τούρκους μόνο και μόνο επειδή μιλούσαμε μια παραλλαγή της τουρκικής γλώσσας, της γλώσσας του πιο μισητού εχθρού της πατρίδας μας. Το μυαλό μου πήγαινε και πηγαίνει πάντα σε μια αυτοβιογραφική επιστολή του Περικλή Πελτέκη πρόσφυγα από τις Σαράντα Εκκλησιές που στα 95 του χρόνια με πλήρη διαύγεια μυαλού ανάμεσα στα άλλα γράφει….. Η αλήθεια είναι ότι όταν ήρθαμε πρόσφυγες το 1922 όπου και να είμεθα Θράκη Μακεδονία Ήπειρο, Πελοπόννησο, δεν μας χώνευαν σε μερικά μέρη κάτι κακότροποι μας έλεγαν Τουρκόσπορους. Πάντως 57 χρόνια που πέρασαν από την προσφυγιά μας συμπεθέριασαν Μικρασιάτικες, Θράκες, Πόντιοι Παλαιοελλαδιτες και σμίχτηκε το αίμα με το αίμα και έτσι ήρθε η ομόνοια και η αγάπη εις όλους τους Έλληνες και ζούμε ωσάν φίλοι στη ωραία και δοξασμένη Ελλάδα μας…….
Μία δεύτερη απάντηση σε όλους αυτούς θα έπρεπε να είναι το γεγονός πως στην σημερινή εποχή η όποια πολιτισμική ετερότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολιτισμικός πλούτος ενός κράτους παρά ως κίνδυνος για την εθνική συνοχή του. Ειδικά όσο αφορά στην ελληνική πολιτεία πιστεύω πως θα έπρεπε να αντιμετωπίζετε ως ευλογία και να πάψει να αποτελεί κατάρα.
Πριν από 4 χρόνια όταν για πρώτη φορά το συγκεντρωμένο υλικό μου περίπου 150 σελίδες το έδωσα στην επίκουρο καθηγήτρια ιστορίας στο τμήμα Νηπιαγωγών Φλώρινας κ. Βαμβακίδου Ιφιγένεια να εκτιμήσει αν θα μπορούσε να εκδοθεί ένα βιβλίο με θέμα την καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων μου απάντησε μετά από λίγο καιρό με δύο παρατηρήσεις:
Α) αν θες να κάνεις ένα ιστορικό βιβλίο θα πρέπει να βγάλεις από έξω όλες εκείνες τις φράσεις που υποκρύπτουν και εκφράζουν έντονα τη συναισθηματική και προσωπική σου σχέση με τους Γκαγκαβούζηδες και
Β) προχώρα διότι όσο και να έψαξα στην ελληνική βιβλιογραφία δεν βρήκα πουθενά ένα ολοκληρωμένο βιβλίο σχετικά με εσάς.
Ως προς την πρώτη παρατήρηση είναι γεγονός πως αγωνίστηκα παρά πολύ πάνω στα γραπτά μου για να φτάσω όπως θα είδατε ή θα δείτε να μην εκφράζω καθόλου τον συναισθηματικό μου κόσμο και να κρίνω αντικειμενικά τις διάφορες θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς γύρω από την καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων. Ίσως κάποιοι από εσάς να σκέφτονται πως ο τίτλος του βιβλίου και ειδικά το «Εμείς» αποτελεί έναν επιθετικό προσδιορισμό με τον οποίο θέλεις να τονίσεις την διαφορετικότητα σας ανεξάρτητα αν δεν θέλεις έτσι να τον προσδιορίζεις. Δεν θα διαφωνούσα πλήρως με αυτήν την παρατήρηση διότι οι περισσότεροι από εσάς δεν γνωρίζετε και δεν μπορείτε να φανταστείτε τι έχουν περάσει στο διάβα των χρονών οι Γκαγκαβούζηδες λόγω της ετερογλωσσίας τους όπως και οι υπόλοιποι αλλόγλωσσοι πληθυσμοί και ομάδες στην πατρίδα μας. Η γκετοποίηση στα πρώτα χρόνια δεν επιβλήθηκε μόνο από τους έχοντες εξουσία-το κράτος- αλλά και από τους ίδιους τους εαυτούς τους ως άμυνα στην χλεύη στην υποτίμηση και στους διωγμούς. Έτσι ως κλειστή κοινωνία πορεύτηκαν και κατάφεραν να επιβιώσουν. Με τα χρόνια η αστυφιλία και η αστικοποίηση της ίδιας της αγροτικής κοινωνίας τους ανάγκασε να ανοίξουν τα σύνορα της κοινότητας τους. Αρχικά δέχτηκαν στους κόλπους της αλλόγλωσσους και μετά σιγά-σιγά τα σύνορα άνοιξαν και όλοι συγγένεψαν. Στην μακροχρόνια έρευνά μου έβλεπα και βλέπω ακόμη στις κοινότητες των Γκαγκαβούζηδων να αντιμετωπίζονται σε μικρότερο βαθμό οι νύφες και οι γαμπροί από άλλη ράτσα ως «ξένοι».
Στη δεύτερη παρατήρηση της κ. Βαμβακίδου πράγματι το είχα διαπιστώσει και εγώ πως δεν υπήρχαν εκτεταμένες αναφορές πάνω στο θέμα της καταγωγής μας. Μια αναφορά από τον αξιοσέβαστο δάσκαλο καθηγητή Αλέξη Σαββίδη ο οποίος στο βιβλίο του ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ μας εντάσσει στα πρωτοτουρκικά φύλα και μια του επίσης αξιοσέβαστου δάσκαλου και καθηγητή κ. Οργανογόνου που μας ενέταξε στους Καραμανλήδες. Όλη η άλλη βιβλιογραφία δυστυχώς είναι ξενόγλωσση και προέρχεται από την τουρκική και σοβιετική σχολή ιστορίας. Πάνω σε αυτή διάφοροι ερευνητές μέσα από εργασίες, ομιλίες άρθρα και βιβλία τους αναμασούν την προπαγάνδα των Τούρκων και Ρώσων ιστορικών δίχως να ρωτήσουν τους ιδίους τους Γκαγκαβούζηδες. Και εγώ που μεγάλωσα ως Ρουμ Γκαγκαούζ έπρεπε να αποδείξω πως δεν έχουμε σχέση ιστορικά με οποιοδήποτε τουρκικό φύλο που εμφανίστηκε στα βυζαντινά χρόνια.
Ήταν πιστέψτε με πολύ δύσκολο να περπατάς συνεχώς πάνω σ ένα τεντωμένο σκοινί να ακροβατείς συνεχώς για να μην κατηγορηθείς ως εθνικιστής ούτε από την μια πλευρά ούτε από την άλλη. Ακόμη δε περισσότερο να κατηγορηθείς πως επίτηδες λόγω της καταγωγής μου άπλωσα ένα πέπλο αγνότητας πάνω από τους Γκαγκαβούζηδες.
Έτσι αναγκαστικά η έρευνα μου επεκτάθηκε σε γειτονικές χώρες που από τα αρχεία τους έβρισκα σημαντικές πληροφορίες για το θέμα της καταγωγής των Γκαγκαβούζηδων. Στην έρευνά μου αυτή με βοήθησε παρά πολύ η καλή γνώση της τουρκικής και ρουμάνικης γλώσσας και η πολύ καλή σχέση μου με το διαδίκτυο. Τα αρχεία που έβρισκα στα ρώσικα και βουλγάρικα αναγκαστικά πήγαιναν για μετάφραση με κόστος οικονομικό για μένα αλλά πάντα με αγωνία το τι καινούργιο θα συναντούσα μπροστά μου.
Όταν ολοκλήρωσα αυτή την πρώτη και σημαντική καταγραφή ιστορικών πηγών είδα έκπληκτος πως η πρώτη κοιτίδα των Γκαγκαβούζηδων ήταν η Δοβρουτσά της βόρεια Βουλγαρίας. Έκπληκτος διότι πάντα άκουγα τον συγχωρεμένο πατέρα μου να μου λέει πως αν θέλουμε να μάθουμε για εμάς θα πρέπει να ψάξουμε τις ρίζες μας και προς την Βουλγαρία και όχι μόνο στην Ανατολική Θράκη.
Ακολούθησε και δεύτερη συνεχόμενη έκπληξη!! Επιβεβαιώνονταν μια ακόμη σκέψη μου πως όλοι οι ιστορικοί έκρυβαν επιμελώς κάτω από το χαλί της ιστορίας τα φύλα που κατοικούσαν και προϋπήρχαν των Γκαγκαβούζηδων στη περιοχή αυτή. Είχα προσέξει πως οι αναφορές όλων σταματούσαν στον 18ο αιώνα και κανείς δεν έβλεπε ή δεν ήθελε να δει τι υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια. Έτσι εντόπισα πως στην ίδια περιοχή από τη αρχαιότητα και μέχρι τα πρώτα βυζαντινά χρόνια κατοικούσε στην περιοχή ένα θρακικός λαός οι Κροβούζοι ή Κατταούζοι στα ρωμαϊκά χρόνια. Ο Οβίδιος γράφει πως μιλούσαν τα ελληνικά με γετική βαρβαρίζουσα προφορά. Στάθηκα σε αυτές τις αναφορές διότι για πρώτη φορά καταρρίπτονταν μέσα μου ο μύθος που είχε πλάσει μέχρι τότε η τουρκική σχολή πως είμαστε απόγονοι των Ούζων του 11ου αιώνα. Η σχολή αυτή επιμένει πως το όνομα μας προέρχεται από το όνομα ενός από τα 22 φύλα των Ούζων που ονομάζοντας Γκαγκ!! Τέτοιο φύλο όσο και να έψαξα ποτέ δεν ήρθε στα Βαλκάνια, αντίθετα έφτασε μέχρι την Κασπία Θάλασσα όπου και αφομοιώθηκε από τα άλλα τουρκογενή φύλα. Έτσι για πρώτη φορά μπορεί να γίνει ο συσχετισμός των Κατταούζων με τους Γκαγκαβούζηδες με βάση το όνομά τους. Επίσης αξίζει να αναφερθεί η παρατήρηση του πατέρα της ρουμάνικης ιστορίας Ν. ΓΙΟΡΚΑ ο οποίος όταν καταγράφει τους λαούς τα έθνη και τα φύλα του ποταμού Δούναβη σημειώνει πως ανάμεσα τους ζούσαν και οι Γκαγκαούτσοι και δεν μπορεί αυτός ο λαός να εξαφανίστηκε έτσι ξαφνικά από το πρόσωπο της ιστορίας.
Έτσι άρχισα και επιβάλλονταν να χαλάσω όλο το πάζλ της καταγωγής των Γκαγκαβούζηδων που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου αλλά και στα γραπτά μου κείμενα. Έπρεπε να προσθέσω ψηφίδες στο πάζλ προσθέτοντας κείμενα αρχαίων Ελλήνων, Ρωμαίων και Βυζαντινών ιστορικών και χρονικογράφων. Ο Ηρόδοτος ο Στράβωνας, ο Πτολεμαίος ο γεωγράφος οι Ρωμαίοι Πλίνιος και Οβίδιος αναφέρονται στους Κροβούζους και Κατταούζους. Αργότερα ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του γράφει: ασπάζεστε επίσκοπον Αμπλίαν ως εαυτό μου!! Ο Απόστολος Ανδρέας προσηλυτίζει με υπομονή και επιμονή όλους τους λαούς ειδικά των παραθαλάσσιων περιοχών τους έχοντας ελληνικήν παιδείαν όπως βρέθηκε σε κείμενα εποχής. Ο Άγιος Γότθος κατάγεται από την ίδια περιοχή όπως και ο επίσκοπος Λουφλιλας αιρετικός αργότερα αλλά υπεύθυνος για τον εκχριστιανισμό των λαών του Δούναβη κατάγεται από την ίδια περιοχή και στα χρονικά των βυζαντινών καταγράφεται ως ομιλών ελληνικά με βαρβαρίζουσα προφορά. Ο Ηρόδοτος δε τους χαρακτηρίζει ως λαό ανδριώτατο, γαλακτοφόρο και πολεμικό το γένος. Όλες αυτές οι αναφορές αποκρύπτονται εντέχνως και συστηματικά από τους σύγχρονους ιστορικούς.
Εδώ μπορεί και πρέπει να μπει ένα βασικό ερώτημα που θα μπορούσε να μου απευθύνει ο οποιοσδήποτε από εσάς: μα είναι τόσο καθαροί οι Γκαγκαβούζηδες και δεν ήρθαν σε επαφή με άλλους λαούς;
Δεν το αρνούμαι και ίσα-ίσα δέχομαι πως δεν είναι δυνατόν να μην υπήρξαν επιμιξίες μεταξύ διαφορετικών φύλων και λαών ανεξάρτητα της γλώσσας και της καταγωγής. Ένα φαινόμενο άλλωστε που παρατηρήθηκε σε όλα τα Βαλκάνια. Πώς όμως και κάτω από ποιες συνθήκες είναι το δεύτερο ερώτημα. Είμαι σίγουρος και πεισμένος πως όλες αυτές έγιναν διότι σε όλα τα Βαλκάνια είχε επικρατήσει ο χριστιανισμός ως η κοινή θρησκεία όλων των λαών που είχαν ενταχθεί οικιοθελώς η με την βία στο κρατικό σύστημα της νέας αναδυόμενης και ανερχόμενης παγκόσμιας δύναμης του βυζαντινού κράτους. Ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις του καθενός μας θα πρέπει να δεχτούμε πως ο χριστιανισμός σαν κρατική ιδεολογία από τα πρώτα χρόνια του Βυζάντιου αποτέλεσε σε ένα μεγάλο βαθμό το χωνευτήρι των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, καταγωγής, φύλου παραδόσεων, εθίμων, πολιτιστικής κληρονομίας και ένας νέος τύπος πολίτη κάνει την εμφάνιση του αυτός του Βυζαντινού πολίτη, ο οποίος για να αναρριχηθεί στα ανώτερα αξιώματα στρατιωτικά και πολιτικά θα έπρεπε να γίνει υποχρεωτικά χριστιανός στο θρήσκευμα. Επίσης η μεγαλοπρέπεια και η αίγλη που προσέδιδε σε όλους τους λαούς η Κωνσταντινούπολη, ανάγκαζε όλους να στρέφουν το βλέμμα τους προς αυτή είτε για να την κατακτήσουν είτε για να ενταχθούν πλήρως στο πολιτικό-οικονομικό-κοινωνικό σύστημα της.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες γαλουχήθηκαν και οι πρόγονοι των Γκαγκαβούζηδων οι Κατταούζοι. Οι πηγές από τους βυζαντινούς χρονικογράφους δεν αναφέρονται σε ένα ξεχωριστό έθνος που έπειτα από μια επιδρομή νικηθήκαν από το βυζαντινό στρατό και ως ηττημένοι να εγκαταστάθηκαν σε εδάφη που τους παραχώρησε το Βυζάντιο. Απεναντίας μιλούν για ελληνόγλωσσους πληθυσμούς τουλάχιστον στο επίπεδο των πόλεων και των διοικήσεων. Άρα θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως έχουμε να κάνουμε τουλάχιστον με ελληνοχριστιανικούς πληθυσμούς που εντάχθηκαν από νωρίς στο βυζαντινό σύστημα διοίκησης.
100 χρόνια πριν την επέλαση των Οθωμανών στα Βαλκάνια στην ίδια περιοχή καταγράφεται το Δεσποτάτο της Καβάρνας ως ανεξάρτητο από το βουλγαρικό κράτος και φόρου υποτελής στο Βυζάντιο. Με την επέλαση των Οθωμανών είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στην υποταγή ή στην αντίσταση. Επέλεξαν την αντίσταση και νικήθηκαν στη μάχη της Βάρνας το 1396-98 διότι δεν δέχτηκε ο Δεσπότης τους Ιβαγκός να διαθέσει το στρατό του εναντίον του βασιλιά της Σερβίας Λαζάρου. Η σθεναρή τους αντίσταση και η ανάγκη των σουλτάνων να συντηρήσουν πάνω από ένα εκατομμύριο στρατιώτες στην περιοχή θα πρέπει να είναι το γεγονός που δεν προχώρησαν στην εξολόθρευση του πληθυσμού της περιοχής. Φαινόμενα βίαιων εξισλαμισμών παρατηρήθηκαν αλλα σε μεμονωμένα πεδία. Στην παράδοση των Γκαγκαβούζηδων της Δοβρουτσάς υπάρχει καταγραμμένο το γεγονός της μαζικής αυτοκτονίας Γκαγκαούζων γυναικών στο φρούριο της Καλιάκρας ως άλλες γυναίκες του Ζαλλόγγου. Στη θέση που έπεσαν οι απόγονοι τους έστησαν ένα άγαλμα για να τις τιμήσουν. Σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσαν με τις μαζικές μεταναστεύσεις τουρκογενών πληθυσμών αυτοί ως μειοψηφία αναγκάζονται να αλλάξουν την γλώσσα τους για να επιβιώσουν. Ακούγεται ως απλοϊκό επιχείρημα; Και όμως δεν είναι.
Ένας σημαντικός παράγοντας που κράτησε τους Γκαγκαβούζηδες στη αγκαλιά του ελληνισμού ήταν η φανατική προσκόλληση τους στο Χριστιανισμό και στα βυζαντινά πρότυπα διοίκησης και αυτοδιοίκησης των κοινοτήτων τους. Σημαντικό παράγοντα αποτέλεσε επίσης το ειδικό καθεστώς εκκλησιαστικής διοίκησης της περιοχής με την μορφή της Εξαρχίας μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα. Η άμεση σχέση τους με τον εκάστοτε Έξαρχο, ο όποιος ήταν και Μέγας Λογοθέτης του Πατριαρχείου ίσως να συνετέλεσε στο να λένε οι γέροντες Γκαγκαβούζηδες όταν τους ρωτούσα από πού καταγόμαστε να μου απαντούν: « μπιζ ολουμ εβλιατ οτζιακ γκελντιμ». Έτσι σε ένα αγροτοκτηνοτροφικό πληθυσμό αγράμματο συνεχίζει τα επόμενα χρόνια να περνά στο υποσυνείδητο τους πως είναι κάτι ξεχωριστό και πάντα σε σχέση με το Πατριαρχείο.
Μπορεί όλα αυτά να θεωρούνται απλοϊκές προσεγγίσεις σε ένα σημαντικό θέμα όπως είναι η καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων και να προκαλούν θυμηδία σε ιστορικούς κύκλους. Αν ήταν όντως τουρκικό φύλο γιατί δεν εντάχθηκαν αμέσως ή και μετά από λίγα χρόνια στο οθωμανικό σύστημα με τον πλήρη εξισλαμισμό τους για να αποφύγουν τα βίαια και συχνά ξεσπάσματα της οθωμανικής διοίκησης επάνω τους, όπως έκαναν άλλα τουρκογενή φύλα; Απεναντίας παρέμειναν χριστιανοί προσκολλημένοι στο αδύναμο αρχικά Πατριαρχείο και μετέπειτα στο ισχυρό ελληνορθόδοξο αυτοδιοίκητο σύστημα των κοινοτήτων.
Σε όλους τους ρωσοτουρκικούς πολέμους συμμετείχαν στο πλευρό των Ρώσων προσβλέποντας στην απελευθέρωση τους από το Ξανθό γένος. Ποιος τους οργανώνει και ποιου το όνομα έχουν αποδώσει σε χωριά τους στην Βεσσαραβία και στην Ανατολική Θράκη. Του Δημήτρη Βατικιώτη, έμπορο από τα Βατικα της Λακωνίας, Απόστολος της Φιλικής Εταιρείας και εμψυχωτής και οργανωτής της περίφημης Βουλγάρικης Λεγεώνας. Κατακτητής της Σίλιστρας με τους Γκαγκαβούζηδες στρατιώτες τους. Ως νέος Οδυσσέας σκέφτηκε ένα τέχνασμα ανάλογο του Δούρειου Ίππου για να κατακτήσει την επί 6 μήνες πολιορκούμενη και αντιστεκόμενη πόλη στα ρωσικά πυρά. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του διότι πέθανε πολύ μικρός Αλλά έμεινε στην μνήμη των Γκαγκαβούζηδων που τον τιμούν ακόμη και σήμερα.
Η συμμέτοχή τους στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας είναι αδιαμφισβήτητη ανεξάρτητα αν προσπαθούν να την αποσιωπήσουν οι Βούλγαροι ιδίως ιστορικοί.
Οι μεγάλες αναγκαστικές μεταναστεύσεις τους ξεκίνησαν μετά το 1840 και ολοκληρώθηκαν το 1880 για να αποφύγουν τα αντίποινα των οθωμανικών στρατευμάτων που μετά από κάθε τους ήττα στα πολεμικά θέρετρα της περιοχής ξεσπούσαν σε λεηλασίες και σφαγές των ντόπιων χριστιανικών πληθυσμών. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στη Βεσσαραβία υπολογίζεται πως περίπου 100.000 εγκαταστάθηκαν στις στέπες της. 15-20.000 κατευθύνθηκαν νότια προς την Ανατολική Θράκη σε χωριά γύρω από την Αδριανούπολη όπου με βάση τις πληροφορίες τους ήρθαν να βρουν τους ήδη εγκατεστημένους από το 1540-60 Γκαγκαβούζηδες από την γυναίκα του σουλτάνου Σελίμ Α' την Ρωξελάνη, Ουκρανή στην καταγωγή. Όσοι παρέμειναν βιώσαν νέους διωγμούς από το νεοϊδρυόμενο βουλγαρικό κράτος και αφού υπέφεραν μαζί με τον υπόλοιπο ελληνισμό της Βουλγαρίας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις προγονικές τους εστίες και να διασκορπιστούν στην Ανατολική Θράκη και Μακεδονία. Στην Ανατολική Θράκη εντάχθηκαν στο ελληνορθόδοξο σύστημα διοίκησης και μαζί με τον υπόλοιπο ελληνισμό υπέφεραν αλλά και μεγαλούργησαν κάτω από αντίξοες συνθήκες. Ίδρυσαν σχολεία εκκλησιές, συμμετείχαν στους αγώνες του θρακιώτικου ελληνισμού για ελευθερία όπως μαρτυρούν τα προξενικά έγγραφα της Αδριανούπολης και οι αφηγήσεις των: Γονατά, Ιων Δραγούμη και άλλων προξένων.
Τελικά το 1922-24 εγκαταλείπουν οριστικά τις εστίες τους και εγκαθίστανται η μεγάλη τους πλειοψηφία σε 22 χωριά του Έβρου και σε χωριά της Κομοτηνής Ξάνθης των Σερρών και του Λαγκάδα Θεσσαλονίκης. Ένας νέος Γολγοθάς ξεκίνησε όπως και για όλους τους πρόσφυγες της Ανατολής. Πάλεψαν παρά τις αντιξοότητες και τα εμπόδια που τους επέβαλε το επίσημο ελληνικό κράτος λόγω της γλώσσας τους. Παρέμειναν πιστοί στην Εκκλησία και στον ελληνισμό δίχως να χάνουν ποτέ την πιστή τους πως κάποτε θα δικαιωθούν.
Λίγα λόγια για την Μολδαβία. Σήμερα αποτελούν την αυτόνομη δημοκρατία της Γκαγκαουζίας, με πληθυσμό 170.000 Γκαγκαούζους. Η ανακήρυξη της δημοκρατίας το 1990 δεν έγινε αποδεκτή από κανένα διεθνή οργανισμό παρά μόνο από την Τουρκία και την Ρωσία. Από τα πρώτα χρόνια μέχρι και σήμερα επικρατεί μια σύγχυση για την ιστορία τους. Η άμεση προσέγγιση τους από τους Τούρκους, η χρηματοδότηση αναπτυξιακών προγραμμάτων τους εγκλώβισε στην αγκαλιά της τουρκικής εξωτερικής πολίτικης. Από την άλλη η ελληνική πλευρά δεν ενδιαφέρθηκε ουσιαστικά ποτέ να τους προσεγγίσει με βάση τους ιστορικούς δεσμούς. Η Ρωσία τα πρώτα μετασοβιετικά χρόνια δεν είχε τις οικονομικές δυνατότητες να τους βοηθήσει. Με αποτέλεσμα να δοθεί η καλύτερη ευκαιρία στην τουρκική πλευρά να εκμεταλλευτεί και να επενδύσει στο αυτόνομο αυτό κρατίδιο. Παρεμβάσεις μέσω εκκλησιαστικών οργανώσεων από την Ελλάδα ενώ ξεκίνησαν με ενθουσιασμό γρήγορα απογοητεύθηκαν η σταμάτησαν για διαφόρους λόγους. Βασικά πιστεύω πως κανείς από τους υπευθύνους αυτών των αποστολών δεν είχε προσεγγίσει η δεν ήξερε να τους προσεγγίσει στη βάση της κοινής καταγωγής. Ένας δεύτερος λόγος είναι η φτώχεια και η δυστυχία που κυριαρχούν και αναγκάζουν τους Γκαγκαούζους να μεταναστεύσουν ή και να αποδέχονται το λόγο του Θεού από χίλιες δυο χριστιανικές αιρέσεις που κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος. Η παρέμβαση της επίσημης πολιτείας περιορίστηκε στην χρηματοδότηση μιας έδρας ελληνικής γλώσσας στο πανεπιστήμιο του Κομρατ και στην ίδρυση τμημάτων ελληνικής γλώσσας σε ορισμένα σχολεία που γρήγορα όμως έπαψαν να λειτουργούν. Γιατί όλα αυτά; Διότι ποτέ μέχρι και σήμερα δεν ρώτησαν εμάς τους ίδιους τους Γκαγκαβούζηδες για τρόπους συνεργασίας και αποτελεσματικής πολιτικής απέναντι στους αδελφούς μας της Γκαγκαουζίας. Αλλά πώς να μας ρωτήσουν όταν ακόμη και μέχρι πέρσι από επίσημα χείλη της πολιτείας ακούγαμε πως είμαστε Τούρκοι και δεν αξίζει να ασχοληθούν μαζί μας διότι θα είχαν ακόμη ένα πρόβλημα εθνικό στα ήδη υπάρχοντα της Θράκης.
Και όμως εμείς μια ομάδα παθιασμένων Γκαγκαβούζηδων με δική μας πρωτοβουλία και με δικά μας έξοδα πραγματοποιήσαμε επισκέψεις εδώ και τρία χρόνια παρεμβαίνοντας ουσιαστικά στα πολιτιστικά πολιτικά δρώμενα και στους ιστορικούς κύκλους αναγκάζοντας ορισμένους τουρκόφιλους ηγέτες να παραδέχονται πως τελικά το βλέμμα τους πρέπει να το στρέψουν προς τα Βαλκάνια και την Ελλάδα. Έκλεισε ο κύκλος; Όχι τώρα έχει ανοίξει και μας περιμένει να δώσουμε ακόμη περισσότερα για την υπόθεση των Γκαγκαβούζηδων
Κάναμε την αρχή!! Ναι!! Ζητάμε την υποστήριξη της πολιτείας της εκκλησιάς, του τύπου και των διαφόρων οργανώσεων. Για να μπορούν να δικαιωθούν ως το τέλος όλες οι ψυχές των Γκαγκαβούζηδων. Η έκδοση αυτού του βιβλίου είναι μια ουσιαστική παρέμβαση στο να κατανοήσουν όλοι, εμάς τους Γκαγκαβούζηδες. Παράλληλα φίλοι όπως ο Αλέξης Παρτινούδης ο καλύτερος λυράρης της Θράκης και των Γκαγκαβούζηδων καταγράφει συστηματικά τις μουσικές και τα τραγούδια μας. Κυκλοφόρησαν τα πρώτα τραγούδια μας σε CD ευελπιστούμε πως το επόμενο βήμα θα είναι η έκδοση ενός CD μόνο με γκαγκαβούζικα τραγούδια. Οι σύλλογοι με πρωτεργάτη τον Άγγελο Νικολαίδη μαθαίνουν και διδάσκουν σε όλη την Ελλάδα χορούς Γκαγκαβούζικους. Εδώ στην Αθήνα είχαμε την ευτυχή συγκύρια μια φίλη Μπουζνοχωρίτισσα μεν αλλά πολύ καλή φίλη των Γκαγκαβουζηδων να εντάξει τους χορούς μας στα ΤΕΦΦΑ μέσω μιας έρευνας της που μπορεί να γίνει και διδακτορικό. Έτσι όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά προσπαθούμε να δώσουμε να εκλαϊκεύουμε αυτό το τόσο πολυσύνθετο για τους ιστορικούς αλλά τόσο απλό για μας τους ιδίους θέμα της καταγωγής μας: Πως είμαστε ένα θρακιώτικο φύλο με ελληνική παιδεία και πολιτισμό.

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ!!!!

ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΟΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΜ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ!!ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ!!ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ!! ΝΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ!!!

Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ "ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ"

ΣΑΣ ΠΡΟΣΚΑΛΟΥΜΕ ΣΤΙΣ 17 ΜΑΡΤΙΟΥ ΩΡΑ 19.00 ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ ΧΡ.ΣΤ. ΚΟΖΑΡΙΔΗ "ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ" ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ Π. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ 62 (ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ)ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ.
ΘΑ ΜΙΛΗΣΟΥΝ:
- ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑ, ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΤΕΦΑΑ
- ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΤΣΑΡΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΛΑΟΓΡΑΦΟΣ ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΘΑ ΣΥΝΤΟΝΙΣΕΙ Η ΛΑΥΡΕΝΤΙΑΔΟΥ ΜΑΡΗ, ΔΙΔΑΣΚΟΥΣΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΣΕ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ ΤΜΗΜΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ

ΕΡΩΤΗΣΗ 1) κ. Κοζαρίδη είστε γνωστός στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Καβάλας της Ξάνθης και των γύρω νομών από την συγγραφή των 3 βιβλίων σας. Ειδικά στο τελευταίο σας βιβλίο με το ειδικό θέμα για τους Γκαγκαβούζηδες και γενικά για την παράδοση, τις ρίζες!!
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Με την ιστορία και ειδικά με την τοπική ιστορία ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια!! Το ενδιαφέρον αρχικά περιορίζονταν μόνο στην ανάγνωση βιβλίων με ιστορικό περιεχόμενο, προσπαθώντας να βρω απαντήσεις σε θέματα καταγωγής, πολιτισμού και λαογραφικών στοιχείων μιας περιοχής. Πάντα θεωρούσα πως η ιστορία δεν γράφεται μόνο από ηγέτες και στρατηλάτες αλλά και τους απλούς ανθρώπους μέσα από την καθημερινότητα τους, τον τρόπο ζωής τους τα έθιμα και τις παραδόσεις τους. Πολλές φορές έρχονται σε σύγκρουση με την επίσημη ιστοριογραφία αποτελούν όμως σημαντικό μέρος της ιστορίας που ακόμη δεν έχει καταγραφεί ολοκληρωμένα. Στο πρώτο μου βιβλίο αφορμή στάθηκε η εγκατάσταση μου στην επαρχία της Χρυσούπολης όπου ζω με την οικογένεια μου και δραστηριοποιούμαι επαγγελματικά ως οδοντίατρος. Στις συχνές μου ερωτήσεις σε ανθρώπους της περιοχής ποια είναι η ιστορία του τόπου σας η στερεότυπη απάντηση ήταν πως δεν έχει ιστορικό παρελθόν ο τόπος μας παρά μόνο πρόσφατο από τις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτή η απάντηση έχει σχέση κατά την γνώμη μου με το γεγονός πως δεν υπάρχουν ιστορικά γεγονότα όπως μάχες και ήρωες άμεσα συνδεμένοι με την περιοχή μας. Έτσι άρχισα να συλλέγω δημοσιευμένο υλικό από εφημερίδες, βιβλία ξεκινώντας από τους αρχαίους συγγραφείς και καταλήγοντας στους σύγχρονους. Παράλληλα αναζητούσα αρχειακό υλικό αδημοσίευτο μέσα σε συρτάρια συμπολιτών μου ξεχασμένα που περίμεναν την αξιολόγηση τους και την δημοσίευση τους. Το πρώτο βιβλίο μετά από κοπιαστική δουλειά χρόνων εκδόθηκε το 2004 με τον τίτλο « Επαρχία Νέστου από τα ομηρικά χρόνια μέχρι το 1940-συμβολή στην τοπική ιστορία» από τις εκδόσεις ΠΑΚΕΘΡΑ και με την επιμέλεια και βοήθεια της καθηγήτριας πανεπιστημίου κ. Βαμβακίδου Ιφιγένειας. Μετά από δύο χρόνια, το 2006, προχώρησα στην έκδοση του δεύτερου μου βιβλίου από τις εκδόσεις ΠΑΚΕΘΡΑ, «Από την Ανατολική Θράκη στην επαρχία Νέστου-Ιστορική κοινωνική λαογραφική περιήγηση στους τόπους καταγωγής των Ανατολικοθρακιωτών προσφύγων της Επαρχίας Νέστου». Αυτά τα βιβλία έχουν μία ιδιαίτερη αξία για μένα! Ποια; Μέσα από τα δύο μου βιβλία γίνεται σε ένα μεγάλο βαθμό μία σύνδεση της προσωπικής μου διαδρομής και ζωής!! Τι εννοώ; Ο τόπος καταγωγής μου είναι στη Θράκη σε ένα όμορφο μικρό χωριό του Έβρου, το Αμμόβουνο, όπου μεγάλωσα και πρωτογνώρισα τη ζωή τους ανθρώπους, τις παραδόσεις τους και την ιστορία τους. Μετά λόγω σπουδών έφυγα στη Θεσσαλονίκη και μετά εγκαταστάθηκα μόνιμα με την οικογένεια μου στην Χρυσούπολη, μία μικρή επαρχιακή πόλη που μου θύμιζε πολύ τον τόπο μου!!
ΕΡΩΤΗΣΗ 2) Ποια ήταν η αφορμή ώστε να επιλέξετε το συγκεκριμένο θέμα και να ακολουθήσετε τη συγκεκριμμένη έρευνα;
Απάντηση: Στο τρίτο μου βιβλίο «Εμεις οι Γκαγκαβούζηδες», ασχολήθηκα με ένα ποιο ειδικό θέμα για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό αλλά για μένα αποτελούσε ένα όνειρο που έπρεπε να πραγματοποιηθεί και να αποδοθεί στους ίδιους τους Γκαγκαβούζηδες ως φόρο τιμής στους προγόνους τους στην ιστορία τους που ήταν κρυμμένη καλά κάτω από το χαλί της επίσημης ιστοριογραφίας. Από μικρό παιδί ήμουν υπερήφανος για την καταγωγή μου. «Γκαγκαβούζηδες είμαστε», μου έλεγαν δικοί μου, χωρίς να ξέρουν να μου πουν, όμως, περισσότερα για την ιστορία τους παρά μόνο ότι ήταν Θρακιώτες, τουρκόφωνοι, ορθόδοξοι χριστιανοί, πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη.
Ο πατέρας μου είναι Γκαγκαβούζης, από το Κοτζά Χιντίρ, χωριό κοντά στο Χάσκιοϊ, της Ανατολικής Θράκης και από την πλευρά της μητέρα μου, Μαρίας Τουφάκη, από την Καράμτζα, του Ουζούν Κιοπρού. Με τον παππού και τη γιαγιά μπορούσα να επικοινωνήσω μόνο στην τουρκική γλώσσα, καθώς δεν μιλούσαν την ελληνική. Ήταν όμως πιστοί χριστιανοί και αγαπούσαν πολύ την Ελλάδα, όπως όλοι οι Γκαγκαβούζηδες στο διάβα των αιώνων.
Έτσι, από μικρός, «μπολιάστηκα» με τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μου, έμαθα τους χορούς και τα τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας μου. Αυτό ήταν και το αρχικό ερέθισμα, ώστε να ασχοληθώ συστηματικά, με την ιστορία και τη διαδρομή των προσφύγων της Ανατολικής Θράκης.
Για τη συγγραφή του βιβλίου, υπόθεση καθόλου εύκολη, χρειάστηκαν περισσότερο από επτά χρόνια για να συλλέξω εμπεριστατωμένα στοιχεία, ανάμεσα σε χιλιάδες σελίδες βιβλίων, όπου τις περισσότερες φορές υπήρχαν αναφορές λίγων γραμμών για τη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα.
Αναζήτησα πληροφορίες σε βιβλιοθήκες και Αρχεία, κρατικά και ιδιωτικά, στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία και την Τουρκία. Για τις ανάγκες της έρευνας έμαθα, σε λίγο χρόνο, να γράφω και να μιλώ τουρκικά και ρουμανικά. Κατέγραψα, σε συνεντεύξεις, διηγήσεις πολλών Γκαγκαβούζηδων προσφύγων, αναζήτησα και βρήκα απογόνους με ενδιαφέρον για την καταγωγή τους. Το βιβλίο μου πλαισιώνεται από πλούσιο αρχειακό φωτογραφικό υλικό.
ΕΡΩΤΗΣΗ 3) Ποιος είναι ο στόχος της καταγραφής της ιστορίας των Γκαγκαβούζηδων;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Θεωρώ την έκδοση αυτή ως φόρο τιμής σε όλους τους Γκαγκαβούζηδες, οι οποίοι αν και διώχτηκαν, χλευάστηκαν, υποτιμήθηκαν για την καταγωγή τους, παρέμειναν όρθιοι και επέμεναν να την τονίζουν με υπερηφάνεια. Στόχος μου ήταν να δώσω το ερέθισμα στους απογόνους των Γκαγκαβούζηδων να αναζητήσουν τις ρίζες τους και να νιώσουν οι ίδιοι την υπερηφάνεια των προγόνων τους. Να σας πω και κάτι που βγήκε μέσα από την έρευνά μου: Με ξάφνιασε ευχάριστα η επικοινωνία που είχε μαζί μου μια μετανάστρια από τη Γερμανία, η οποία συγκινημένη μου ανέφερε ότι αναγνώρισε τον παππού της στη φωτογραφία του εξώφυλλου του βιβλίου, που ήδη είχε διαβάσει. Τώρα ξέρω ποιοι είμαστε, μου είπε, και σας ευχαριστώ γι΄ αυτό».
ΕΡΩΤΗΣΗ 4) Ποιοί είναι οι Γκαγκαβούζηδες;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στο ερώτημα ποιοι είναι οι Γκαγκαβούζηδες (ή Γκαγκαούζοι) προσπάθησαν πολλοί ιστορικοί να απαντήσουν και να δώσουν μια λογική εξήγηση της καταγωγής και της διαδρομής τους. Περισσότερο ασχολήθηκαν ξένοι ιστορικοί, όπως Βούλγαροι, Τούρκοι, Ρώσοι και πολύ λιγότερο οι Έλληνες. Ίσως, λόγω αυτού του γεγονότος μέχρι σήμερα να κυριαρχούσε η άποψη ότι πρόκειται για τουρκικό φύλο, που εκχριστιανίσθηκε την εποχή του Βυζαντίου. Είναι όμως έτσι τα γεγονότα;
Δεν αναφέρεται από καμιά ιστορική πηγή ότι κάποιο τουρκικό φύλλο εκχριστιανίστηκε. Αντίθετα, αναφέρονται μαζικοί εξισλαμισμοί χριστιανικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και στα Βαλκάνια.
Οι Γκαγκαβούζηδες καταγράφονται στην ιστορία ως Θρακικό φύλλο. Απέναντι στους υπόλοιπους Θρακιώτες παρουσιάζουν μόνο μία ιδιαιτερότητα: είναι τουρκόφωνοι, αλλά φανατικοί χριστιανοί και Έλληνες, είναι περήφανοι για την καταγωγή τους, που προσδιορίζεται στο Βυζάντιο και στα βυζαντινά χρόνια. Είναι γνωστό πως σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους κυνηγήθηκαν και απειλήθηκαν με πλήρη αφανισμό, όμως κατάφεραν να αντισταθούν και να επιβιώσου. Οι Γκαγκαβούζηδες, εντοπίζονται για πρώτη φορά στα παράλια του δυτικού Ευξείνου Πόντου, στη Δοβρουτσά, μεταξύ της σημερινής πόλης Βάρνας (Βουλγαρία) και του Δούναβη. Η τύχη και η πορεία τους στο χρόνο ταυτίστηκε με την πορεία του Ελληνισμού των Βαλκανίων. Στην εποχή του Βυζαντίου αποτελούσαν τους ακρίτες των βορείων συνόρων της αυτοκρατορίας. Στα χρόνια της οθωμανικής επέλασης ήταν ο τελευταίος λαός που υποδουλώθηκε στην ενδοχώρα των Βαλκανίων, το 1394-1398. Σ' αυτά τα δύσκολα χρόνια θεωρώ πως έχασαν την ελληνική γλώσσα, όπως και η πλειοψηφία του υπόδουλου ελληνισμού. Σε όλους τους ρωσοτουρκικούς πολέμους, οι Γκαγκαβούζηδες βοηθούσαν, με όλα τα μέσα που διέθεταν, το ρωσικό στρατό. Είχε αποκρυσταλλωθεί στη συνείδησή τους, όπως και σε όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων, ότι το «Ξανθό Γένος», δηλαδή οι Ρώσοι, θα τους απελευθερώσουν από τον οθωμανικό ζυγό.
Αξίζει να αναφερθεί ότι οι Γκαγκαβούζηδες συμμετείχαν, με δικό τους στρατιωτικό σώμα, στην επανάσταση του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, με αρχηγό το Δημήτρη Βατικιώτη, ενώ καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν στην πολιορκία και κατάληψη της πόλης Σιλίστριας, στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1810-1816. Οι Γκαγκαβούζηδες συμμετείχαν και στον Ιερό Λόχο στη μάχη του Δραγατσανίου, όπως και στη βουλγαρική λεγεώνα, κατά τη διάρκεια των ρωσοτουρκικών πολέμων, με επαναστατικές ενέργειες στη βόρεια Βουλγαρία και στη σημερινή Ρουμανία. Οι Βούλγαροι τονίζουν σε όλα τα ιστορικά βιβλία τους την ανδρεία και το θάρρος, που επιδείκνυαν οι Γκαγκαβούζηδες στο πεδίο της μάχης.
Συμμετείχαν, επίσης, στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας, αντιμετωπίζοντας την οργή των οθωμανικών στρατευμάτων. Τα χωριά τους λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν, οπότε αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Οι περισσότεροι μετακινήθηκαν στη Βεσσαραβία, σημερινή Μολδαβία-Αυτόνομη Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας, όπου ζουν μέχρι σήμερα. Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι από πολιτικούς ηγέτες και ιστορικούς της Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας, γίνεται στις μέρες μας μία μεγάλη προσπάθεια να προσεγγίσουν τους Γκαγκαβούζηδες στην Ελλάδα, καθώς έχουν πειστεί πως αποτελούν ένα Θρακιώτικο φύλλο της βόρειας Βουλγαρίας και δεν έχουν σχέση με τα τουρανικά-τουρκικά φύλλα, όπως τους έχουν διδάξει μέχρι τώρα. Μεγάλος αριθμός Γκαγκαβούζηδων μετακινήθηκε, επίσης νότια, στη Βόρεια και Ανατολική Θράκη, στην επαρχία της Χάφσας, όπου άλλωστε εντοπίζεται ιστορικά η πρώτη καταγεγραμμένη παρουσία Γκαγκαβούζηδων την περίοδο 1510-1560, ως εργάτες γης στα Βακούφια της. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ταυτίστηκαν με τον Ελληνισμό της περιοχής, συμμετείχαν στην αυτοδιοίκηση και στα εκκλησιαστικά, ίδρυσαν σχολεία. Υπέφεραν, όπως και οι υπόλοιποι Θρακιώτες, κυρίως από τις διώξεις των Οθωμανών, όπως και στα χρόνια των Βαλκανικών Πολέμων. Είναι χαρακτηριστικό, αν και αποσιωπάται, η συμμετοχή μεγάλου αριθμού Γκαγκαβούζηδων στα ελληνικά ανταρτικά τμήματα της Ανατολικής Θράκης. Η μέρα της απελευθέρωσης της Ανατολικής Θράκης (Ιούλιο του 1920) και η υποδοχή του ελληνικού στρατού γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό από τους γκαγκαβούζικους πληθυσμούς, όπως και από τους υπόλοιπους Θρακιώτες. Το 1ο Σύνταγμα Στρατού από ντόπιους Θρακιώτες αποτελείται από 700 Γκαγκαβούζηδες της Χάφσας, όπως μαρτυρούν τα αρχεία του ελληνικού στρατού. Συμμετέχουν στην απελευθέρωση των Σαράντα Εκκλησιών και φτάνουν μέχρι τη Τσαλτάτζα, από όπου τους επιτρέπεται να γυρίσουν στα χωριά τους. Δυστυχώς για όλους η εγκατάλειψη των εστιών τους και των χωριών τους δεν άργησε να φανεί. Ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής, πήραν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η μεγαλύτερη πληθυσμιακή μάζα εγκαταστάθηκε στο βόρειο Έβρο. Ίσως, γιατί με το πέρασμα του ποταμού βρήκαν αμέσως εδάφη που έμοιαζαν με αυτά των χωριών τους, ή διότι πίστευαν ότι η προσφυγιά ήταν προσωρινή και θα επέστρεφαν πάλι πίσω. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ. Η εγκατάσταση τους, αυτή τη φορά, ήταν μόνιμη. Μέχρι και σήμερα οι Γκαγκαβούζηδες στην Ελλάδα προσπαθούν να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους. Μετέφεραν τραγούδια, παραμύθια και λαϊκές λατρείες, που αποτελούν ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο πολιτισμό, αυτόν του ελληνισμού της βόρειας Βουλγαρίας. Ένας πολιτισμός γνήσια θρακιώτικος, που, μέσα από το πέρασμα των αιώνων, αποτελούσε το φάρο του πολιτισμού για όλους τους υπόλοιπους λαούς των Βαλκανίων», επισημαίνει ο συγγραφέας. «Αν υπάρχει σήμερα μια συγγένεια μεταξύ των χορών, των τραγουδιών και των παραδόσεων, μεταξύ του βουλγαρικού και του ελληνικού πληθυσμού, αυτό οφείλεται στη μακρόχρονη συγκατοίκηση τους», τονίζει. Οι Γκαγκαβούζηδες κατοικούν σήμερα στο βόρειο Έβρο, σε χωριά της Ορεστιάδας (Αμμόβουνο, Οινόη, Σαγήνη, Θούριο, Λεπτή, Άρζος, Βάλτος, Δίλοφος, Καβύλη, Καναδάς, Κέραμος, Πύργος κ.ά.) και του Διδυμοτείχου (Ασβεστάδες, Ευγενικό, Κωστή, Πουλιά, Σαύρα).
Εγκαταστάσεις προσφύγων Γκαγκαβούζηδων έχουμε στα χωριά της Κομοτηνής, Άμφια και Ν. Καλίστη, στα Χρυσοχώραφα Σερρών, στο δήμο Λαγκαδά και στα χωριά Περιβολάκι και Ηρακλειό, στη Σύνδο και στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, καθώς και διασκορπισμένες οικογένειες στο νομό Κιλκίς και σε χωριά της Θεσσαλίας.
Γκαγκαβούζηδες υπάρχουν, επίσης, στη Νέα Ζίχνη Σερρών και στα χωριά Θολό, Γάζορο και Αγ. Χριστόφορο, όπου, όμως, θεωρούν τους εαυτούς τους ντόπιους. Μέσα από την έρευνά μου θεωρώ πως η ομάδα αυτή πιθανόν να μετακινήθηκε στην περιοχή το 1510-1560, όπως συνέβη και με την εγκατάσταση των πρώτων Γκαγκαβούζηδων στην Ανατολική Θράκη.
ΕΡΩΤΗΣΗ 5) ποια είναι η άποψή σας για την παράδοση; Για ποιο λόγο πιστεύετai ότι οι άνθρωποι οφείλουν να αναζητούν σε βάθος τις ρίζες τους την ταυτότητά τους;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η λέξη παράδοση σημαίνει πολλά. Προέρχεται από το παραδίνω , αλλά αυτό ταυτόχρονα σημαίνει και το παραλαμβάνω. Παράδοση είναι για μας ότι μας παρέδωσαν οι παλαιότεροι. Οι μπαμπάδες , οι παππούδες , οι προπάπποι…..!
Κάθε άνθρωπος , σε κάθε σημείο της γης έχει παραλάβει κάτι από τους προγόνους του. Ακολουθεί την παράδοση και οφείλει να την μεταφέρει τουλάχιστον στην επόμενη γενιά. Κάποιοι όμως καμιά φορά ξεχνούν να παραδώσουν ή πολλές φορές το κάνουν εν γνώση τους. Δεν τους αρέσει κάτι και το θάβουν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας . Έχουν το δικαίωμα αυτό ; Ναι το έχουν. Δεν έχουν το δικαίωμα όμως να επιβάλλουν στους υπόλοιπους να πράξουν το ίδιο.
Η μικρή αυτή εισαγωγή , έχει να κάνει με την παράδοση μας σαν Γκαγκαβούζηδες
Οι Γκαγκαβούζηδες είναι κατ’ αρχάς Χριστιανοί. Οι γονείς τους, τους “παρέδωσαν” την Χριστιανική πίστη με όλα τα ήθη και έθιμα που έχουν να κάνουν με την Εκκλησία. Τιμούν τους προστάτες Αγίους τους με μεγαλοπρέπεια. Έτσι έμαθαν οι ίδιοι και έτσι μαθαίνουν στα παιδιά τους να κάνουν και αυτά!
Δεύτερον είναι Έλληνες. Διώχθηκαν βίαια στη διάρκεια των διωγμών από τους Τούρκους , πολέμησαν για την πατρίδα μας και στην νεότερη Ελλάδα κάποιοι διαπρέπουν στις δουλειές και στις επιστήμες τους. Ορκίζονται στο στρατό να «φυλλάτουν» πίστη εις την πατρίδα τους την Ελλάδα.
Τρίτον…. είναι όμως δίγλωσσοι. Μιλούν εκτός από Ελληνικά και ένα ιδίωμα της Τουρκικής . Ιδίωμα που πριν από αρκετά χρόνια και μετά από εξαναγκασμό έκαναν κύριο μέσο επικοινωνίας. Με αυτό το ιδίωμα πορεύτηκαν μέσα στους αιώνες σκλαβιάς και υποδούλωσης από την τότε Οθωμανική αυτοκρατορία. Δεν το έκαναν για ευκολία, το έκαναν από εξαναγκασμό. Χρόνια τώρα οι μετανάστες μας , μέσα στα σπίτια τους μιλούν Ελληνικά. Κανείς δεν τους υποχρεώνει να μιλήσουν κάτι άλλο, παρά μόνο αν ίδιοι το επιλέξουν. Τότε όμως τα πράγματα ήταν αλλιώς. Δεν μπορούσες ούτε στο σπίτι να μιλήσεις τη γλώσσα σου , εκτός αν ήσουν σε μια κοινότητα προνομιακή , και κάπου την γλίτωνες. Οι Γκαγκαβούζηδες όμως δεν ήταν καλά παιδιά και έτσι έπεφτε μαχαίρι. Με αυτό το ιδίωμα οι προγονοί μας , παρέδιδαν τη γνώση στις επόμενες γενιές. Με αυτό το ιδίωμα γεννούσαν τα παιδιά τους, με αυτό το ιδίωμα τους έλεγαν για την ελληνική καταγωγή τους, με αυτό το ιδίωμα τους βάφτιζαν και τους έκαναν Χριστιανούς. Με αυτό το ιδίωμα τους πάντρευαν και σε αυτό το ιδίωμα έβρισκαν λέξεις τα παιδιά να τραγουδήσουν τα μοιρολόγια των γονιών τους.
Με αυτό το ιδίωμα τραγούδησαν τον έρωτα! Με αυτό το ιδίωμα εξύμνησαν τους ήρωές τους που έχυσαν το αίμα τους για την Ελλάδα που τόσο αγαπούν. Με τέτοια τραγούδια έκαναν τα νυχτέρια, τους γάμους , τα πανηγύρια. Με αυτά χόρευαν. Με το ιδίωμα αυτό ξεσπούσαν ενάντια στους Τούρκους , γι’ αυτό το λόγο ήταν και τόσο μισητοί ώστε κατά τον διωγμό διώχτηκαν ως «Φανατικοί Έλληνες». Η παράδοσή μας είναι αυτή. Τραγούδια και χοροί στο ιδίωμα αυτό. Σε άλλους αρέσουν, σε άλλους όχι. Όσοι είναι καχύποπτοι και είναι δυστυχώς για μας πολλοί, τότε ας μην τραγουδούν τα τραγούδια αυτά, μη χορεύουν τους χορούς μας , μην ακούν τον πόνο της ιστορίας και της προσφυγιάς. Έχουν κάθε επιλογή έστω κι αν έχουν «παραλάβει» όλα αυτά απ’ τους γονείς τους ,να μην «παραδώσουν ποτέ». Κάποιοι άλλοι , όπως εμείς, παραλάβαμε και θα παραδώσουμε, αφήνοντας την επόμενη γενιά να κρίνει αν με τη σειρά της «Θα παραδώσει» και αυτή. Θα σώσουμε τα όποια τραγούδια , θα διατηρήσουμε τα ρούχα τα παλιά, θα χορέψουμε τους χορούς μας και θα περισώσουμε ότι μπορούμε απ ‘ τα έθιμα εκείνα τα παλιά….Γιατί όλα αυτά είναι η ιστορία μας.
Τα χρόνια περνούν , οι συνθήκες αλλάζουν , ο κόσμος γίνεται πιο ξένος μεταξύ του. Σήμερα , κανένας δεν έχει να φοβηθεί το έθιμο του “Μπέη”, ούτε το θίασο που τον ακολουθεί που χρόνια πριν συμβόλιζε κάτι , ούτε κάποιος θα πιστέψει πως θα βρέξει , αν ξαφνικά δει μπροστά του ένα κοριτσάκι με πράσινα φύλλα που το λένε “Ντόντολα ή Πιρπιρούνα”. Κανένας δεν περιμένει τα Χριστούγεννα να φάει χοιρινό , αυτό που με πολύ αγάπη πρόσφεραν οι νοικοκυρές στον Ντεβετζή και την Καμήλα του κατά τους καλαντισμούς. Είναι όλα αυτά όμως τα έθιμά μας. Αυτά που κάποιοι πίστεψαν πως δεν ήταν ανάγκη να μας τα παραδώσουν και δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια. Δεν υπάρχει πια ανάγκη. Όταν πάψει τελείως το ενδιαφέρον, τότε θα σκονίζονται στα ράφια , οι φορεσιές , τα τραγούδια , οι χοροί μας. Όσο όμως υπάρχουν άνθρωποι που τα θέλουν, τόσο ο ρόλος μας είναι να τα διαφυλάξουμε και να τους τα δώσουμε!!

Δυστυχώς υπάρχουν και οι «προοδευτικοί» , αυτοί που ζουν με το φόβο μην στιγματιστούν και νιώθουν ντροπή!! Ντρέπονται για τη μάνα τους , τη φτώχια και την προσφυγιά που πέρασαν οι πρόγονοί τους!! Ντρέπονται για το ότι με αυτό το ιδίωμα μας έκαναν ανθρώπους με άποψη!! Που ενώ δεν ήξεραν ούτε μια λέξη στα ελληνικά μας βοήθησαν με τον τρόπο τους να προοδεύσουμε τόσο που να τους κατακρίνουμε που θέλουν να τραγουδούν ή να χορεύουν όπως ακριβώς έκαναν και οι δικές τους μανάδες!!
Δεν προσβάλλει η παράδοσή μας κανέναν. Αντιθέτως τιμά τους προγόνους μας . είναι κρίμα που προσπαθούν να μας κάνουν να ντρεπόμαστε και θεωρούν πως μπορούν να μας προσβάλουν!!
Αγαπώ αυτό που κάνω και θα συνεχίσω με το ίδιο πάθος και ζήλο!! Γιατί συνεχίζουμε να μιλάμε τα γκαγκαβούζικα; Μα αυτη ειναι η γλώσσα με την οποία μεγαλώσαμε στα σπίτια μας!! Θέλουμε και το επιδιώκουμε να προχωρήσουμε στη μετάφρασή των τραγουδιών, για να νιώσετε και σεις τα λόγια που με τόση σοφία , αγράμματοι άνθρωποι συνέθεσαν αυτές τις μελωδίες εκφράζοντας την χαρά και τον πόνο! Ποτέ όμως δεν θα αλλοιώσουμε αυτή καθ’ αυτή την Ιστορία των ανθρώπων αυτών!