Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010

ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣΕΤΕ

ΑΥΤΗ Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΘΟΥΡΙΟ!! ΣΥΓΚΡΟΥΟΝΤΑΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΠΟΥ ΕΝΩ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΡΑΤΣΑ ΜΑΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑ ΣΥΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΜΙΧΛΩΔΕΣ ΤΟΠΙΟ ΠΟΥ ΒΟΛΕΥΕΙ ΟΡΙΣΜΕΝΟΥΣ!!

afieromeno se aytous pou theloun na milame toyrkika
Ετοιμάζουν τον επαναστατικό στρατό για την τούρκικη δημοκρατία της Δυτικής Θράκης. ΦΩΤΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ!

(Κυκλοφορούν φορώντας στο στήθος τους την πρασινόμαυρη σημαία της τούρκικης Δυτικής Θράκης και πίσω στην πλάτη το μπλουζάκι γράφει "τούρκικη δημοκρατία της Δυτικής Θράκης")

Νομίζουμε ότι οι φωτογραφίες είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας της καταστάσεως που βιώνουμε ως χώρα στα χωριά της Θράκης στην ελληνική επικράτεια. Οι άνθρωποι που βλέπετε στις φωτογραφίες, είναι Έλληνες πολίτες που ζούνε στην Ελλάδα κι έχουν μουσουλμανικό θρήσκευμα. Τουλάχιστον έτσι θέλουμε να πιστεύουμε εμείς! Εκείνοι φοράνε τα μπλουζάκια με τη σημαία της ανεξάρτητης τούρκικης δημοκρατίας της Δυτικής Θράκης και κυκλοφορούν ανέμελα στα χωριά των μουσουλμάνων της Θράκης. Σύμφωνα με πληροφορίες του Sarotikou, με αφορμές εθνικές και τοπικές γιορτές, οι ομάδες των "Ελευθερωτών της Θράκης" μοιράζουν αυτές τις μπλούζες που βλέπετε στα παιδάκια των χωριών, προσπαθώντας να τα προσηλυτίσουν και να τα μπολιάσουν με...
ΔΕΙΤΕ ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΦΩΤΟ

...την ιδεολογία της τούρκικης δυτικής θράκης. Με βάση το τούρκικο προξενείο της Κομοτηνής, ομάδες Τούρκων εθνικιστών δημιουργούν αργά αλλά σταθερά τέτοιες συμμορίες με σκοπό τον εκφοβισμό των Ελλήνων αλλά και των μουσουλμάνων κατοίκων της Θράκης. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν ιδιωτικό στρατό με σήμα την πρασινόμαυρη σημαία-λάβαρο των Τούρκων της Δυτικής Θράκης που σκοπό έχει, τι άλλο, την απελευθέρωση του μουσουλμανικού στοιχείου της ελληνικής Θράκης και τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, όπως ακριβώς συνέβη και με το ψευδοκράτος του Ντενκτάς στην αιματοβαμμένη Κύπρο. Το σημερινό ρεπορτάζ του Sarotikou αφιερώνεται στην επέτειο της εισβολής του Αττίλα στην πολύπαθη Κύπρο. Η ιστορία πρέπει να μας καθοδηγεί για τα μελλοντικά βήματά μας. "Δεν ξεχνώ"!

Αναρτήθηκε από Sarotiko στις 12:18 μ.μ.
Τρίτη 3 Αυγούστου 2010 - Ωρα Ελλάδας:17:05:36

Thrakiotis
O Ellinas mexri tora perpatouse me paropides,
Efxome na aniksi kapia stigmi ta matia tou kai na ksipnisi to mialo tou,paramenoume sto ti periousia mas afisane i progoni mas alla kanenas den theli na dimiourgisi pano se afto,den kanoume pedia,kowoume tin istoria apo ta sxolia,kai oti poume enantion ksenon imaste rasistes. Afto pou xaraktirise ton Elina ,Iperifania,Sewasmos,Filoxenia exoun xathi.efxaristoume gia tin pliroforia.
Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010 - Ωρα Ελλάδας:10:11:54

ΔΗΜΟΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΗΣ
Συμφωνω με τα παραπανω σχολια αλλα να μου επιτρεψετε να διαφωνησω μονο με τον τιτλο του πρωτου σχολιου.η γλωσσα των λαων δεν χαρακτηριζει απολυτα την εθνικη συνειδηση τους.οι Ελβετοι, οι Αυστριακοι μιλουν γερμανικα αλλα δεν ειναι Γερμανοι.Οι γαλλοφωνοι του Βελγιου δεν ειναι γαλλοι.Ο νεαρος που εκαψε στο πολυτεχνειο την ελληνικη σημαια και γνωριζει απταιστα ελληνικα ,ειναι Ελληνας ???αυτα τα παραθετω για να σας υπενθυμιζω οτι η συνειδηση των γκαγκαβουζηδων που αναγκαστηκαν να μιλουν την τουρκικη γλωσσα ποτε δεν συνταχτηκαν με τους Τ ουρκους.Οιταφοπλακες τους ειχαν παντα επιγραφες ελληνικες.Θελω να πω οτι αν γινεται χρηση της τουρκικης ειναι κομματι της ιστοριας μας οπως το ιδιο ειναι για τους συγχρονους ελληνες η χρηση της γερμανικης,της αγγλικης η της ολλανδικης.Το παραπανω προβλημα πραγματι προεκυψε γιατι κυριως το ελληνικο κρατος δεν ενεσκυψε οπως νομιζω οτι επρεπε στο προβλημα αυτο και γιατι η τουρκικη προπαγανδα δεν βρηκε αντιπαλο.Τελος θεωρω οτι ειναι απαραδεκτο να υπαρχουν σημερα ελληνες πολιτες που να αρνουνται την ελληνικη τους συνειδηση και να γινονται πιονια πολιτικων παιχνιδιων εισ βαρος της Ελλαδας.Για τον λογο αυτο απαιτειται και αφυπνιση ολων μας.
Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010 - Ωρα Ελλάδας:12:49:19 - ΦΙΛΩΤΑΣ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

ΜΑΡΙΝΟΣ καφέ ψητοπωλείο
το ότι ΑΝΑΓΚΑΣΑΝ ΝΑ ΜΙΛΑΝΕ οι ΠΡΟΓΟΝΙ ΜΑΣ την τουρκική ΓΛΩΣΣΑ ΠΡΕΠΕΙ να το ΤΟΝΙΖΟΥΜΕ ΠΑΝΤΑ μεγαλόφωνα και όχι να λέμε ότι μιλούσαν τούρκικα γιατί πολύ το έχουν παρεξηγήσει δήμο να περνάς καλά εκεί που ίσε
Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010 - Ωρα Ελλάδας:15:51:41

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΖΑΡΙΔΗΣ | Το email μου είναι: | Η ιστοσελίδα μου είναι:
Καλησπερα και απο εμενα!! Διαβασα ολο το κειμενο του Σαροτικου οπως και των αλλων φιλων που εγραψαν!! μερικες παρατηρησεις μονο! να μην δεχομαστε ακριτα οσα μας λενε!! τι θελω να πω!! απο που εως που βγαινει το συμπερασμα πως ετοιμαζουν επαναστατικο στρατο οι Τουρκοι της Δυτικης Θρακης; απο τις φωτο δεν βγαινει αυτο το συμπερασμα!! απο το κειμενο ναι γιατι εκφραζει τις μυχιες σκεψεις του συντακτη!! η σημαια αυτη για οσους δεν ξερουν ειναι παρομοια με αυτη της αυτονομης Θρακης που ειχε εγκρινει η ελληνικη κυβερνηση πριν 80 χρονια!!για να ψαχτουμε λιγο!!
Τωρα για αυτους που επιμενουν να μιλουν τουρκικα!!! πραγματι δεν καταλαβα γιατι η ομιλια μια γλωσσας αποτελει οπως λεει και ο Δημος δειγμα εθνικης ταυτοτητας!! δεν θα παραθεσω τα ιδια επιχειρηματα αλλα να προσθεσω πως σε λιγα χρονια τα παιδια μας δεν θα γνωριζουν καλα τα ελληνικα!!θα τα εχουν ξεχασει και θα μιλουν πιο καλα τα αγγλικα ή μια αλλη ξενη γλωσσα!!τι σημαινει αυτο πως αυριο μεθαυριο δεν θα ειναι Ελληνες. Παμε τωρα για τους Γκαγκαβουζηδες!! να το βροντοφωναξω μαζι σου Μαρινο πως μας αναγκασαν να μιλουμε την τουρκικη γλωσσα!! ποτε ομως εγινε αυτο; το γνωριζεις; μπορεις να το αποδειξεις; γιατι ετσι χωρις αποδειξη οι φωνες μας θα ειναι κραυγες μονο και τιποτα παραπανω!! και επειδη εκανα μια κουβεντα το πρωι περι μητρικης γλωσσας κλπ και με καποιες ευθυνες που ριχνουν στο προσωπο μου και επειδη το συζητησα με φιλους που ηταν εκει, μαλλον αυτοι που μου ριχνουν μομφη ή δεν ηταν εκει και δεν ακουσαν την ομιλια μου ή επειδη η ομιλια μου ηταν ξεκαθαρη σε αυτο το θεμα θελαν να σπειρουν ζιζανια!! ισως να τα καταφερουν, δικο τους θεμα!! το θεμα ειναι να διευκρινησουμε την καταγωγη μας και τους λογους που μας οδηγησαν να μιλαμε τουρκικα!!! Και κατι τελευταιο: γνωριζετε πως σε οσες πραξεις συναλλαγης με το δημοσιο οι παπουδες μας που δεν ηξεραν γρι ελληνικα για να κανουν μια συμβολαιογραφικη πραξη ή οταν πηγαιναν στο δικαστηριο καλουσαν και εναν που ηξερε καλα ελληνικα και ορκιζονταν πως θα πει ολα επακριβως ολα οσα θα του ελεγε ο γκαγκαβουζης στη γλωσσα του. Οι παπουδες μας τι ηταν Τουρκοι; Και γιατι τοτε δεν υπηρχε προβλημα και τωρα ξαφνικα υπαρχει; Μην προλαβεις να πεις πως ειναι ψεμματα γιατι εχω αποδειξεις και ειδικα απο το χωριο σου Μαρινο!! Σημερα ναι ολοι μιλαμε ελληνικα και αισθανομαστε Ελληνες!! ποιος το αμφισβητει αυτο!! εγω την ομιλια μου την εκλεισα λεγονατς πως ειμαι υπερηφανος που ειμαι Ελληανς και Γκαγκαβουζης. και αυτο πειραζει; Τι να κανω να ξεχασω την καταγωγη μου; Γιατι εχει το δικαιωμα ο Ποντιος και μαλιστα ο τουρκοφωνος απο την Γεωργια ή την Μπαφρα να λεει ειμαι Ελληνας τουρκοφωνος και δεν εχω εγω!! Γιατι εχει δικαιωμα ο Καραμανλης να λεει πως ειναι Ελληνας και μαλιστα τουρκοφωνος και δεν εχω εγω!! Γιατι να εχει δικαιωμα ο σλαβοφωνος να λεει πως ειναι Μακεδονας και να μη το εχω εγω!! Γιατι να εχει το δικαιωμα ο Αρβανιτης να λεει πως ειναι Ελληνας και αρβανιτοφωνος και να μην το εχω εγω!! τωρα για την μητρικη γλωσσα,οι ιστορικοι λενε, οι επιστημονες εννοω και οχι οτι του κατεβει του καθενος πως εννοουμε ως μητρικη γλωσσα οταν ενας μιλαει, σκεφτεται και στα ήθη και εθιμα, τις παραδοσεις του χρησιμοποιει μια συγκεκκριμενη γλωσσα!! Οι παπουδες και οι γιαγιαδες μας ολα αυτα μας τα μετεφεραν στα τουρκικα χωρις ποτε να μας πουν γιατι τα μιλησαν και ποτε!!! και σε αυτους τα μετεφεραν ετσι οι δικοι τους παπουδες και γιαγιαδες. να το ψαξουμε; Εγω προσωπικα οχι!! Δεν τους κακιζω και ισα ισα νιωθω υπερηφανος για αυτους!!χαιρομαι οταν μιλω με τους παππουδες και τις γιαγιαδες και τραγουδω τα τραγουδια και χορευω τους χορους μας!! αν δεν το κανω προσβαλλω τους ιδιους τους γονεις μου και τους προγονους μου γιατι ετσι τους απορριπτω και δεν θελω να τους ξερω!! Μα αυτοι με εφεραν στη ζωη αυτοι με διδαξαν τα πρωτα μου βηματα στη ζωη και οχι οι κατωελλαδιτες που μας τα λενε πολλα και πως ντεμεκ αυτοι ειναι οι γνησιοι Ελληναραδες. Κλεινω θελοντας να πω τουτο: Λαος χωρις μνημη και ιστορια ειναι ενας λαος χωρις μελλον!!
Υ.Γ. Εδω ακομη δεν ξερουμε καλα καλα απο που κρατα η σκουφια μας και κολλησαμε στη γλωσσα!! δηλαδη οι Καραμανληδες που μιλουν, τραγουδουν και χορευουν στην τουρκικη τι ειναι Τουρκοι!! Οσοι μαθαινουν τουρκικα ειναι Τουρκοι!! δεν καταλαβαινω το συλλογισμο!! χρειαζομαι βοηθεια!!
Σας ευχαριστω για την φιλοξενια και ζητω συγγνωμη για το μακροσκελες σχολιο!! καιρος ειναι ομως να ανοιξει μια συζητηση για να μας φυγουν τα κομπλεξ που εχουμε!!
Πέμπτη 5 Αυγούστου 2010 - Ωρα Ελλάδας:19:32:15 - ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΗ ΚΑΒΑΛΑΣ

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

Ομιλια-Παρουσιαση του βιβλιου Εμεις οι Γκαγκαβουζηδες απο τον Χαραλαμπου Μαυριδη Σχολικο Συμβουλο Π.Ε. και Διδακτορα του Π.Τ.Δ.Ε. του Α.Π.Θ

Η ΟΜΙΛΙΑ ΑΥΤΗ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΛΑΓΚΑΔΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΤΙΣ 11 ΙΟΥΛΙΟΥ
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Θα πρέπει από την αρχή να διευκρινίσω ορισμένα ζητήματα, γιατί οφείλω να είμαι ειλικρινής απέναντι σας, ώστε να μην υπάρξουν πιθανές παρερμηνείες.
Πρώτα-πρώτα δεν είμαι ιστορικός και συνεπώς δεν μπορώ να κρίνω με τη γνώση του ειδικού το βιβλίο του φίλου Χρήστου Κοζαρίδη. Με άλλα λόγια αυτό σημαίνει ότι κατ' αρχάς δεν μπορώ να εκφράσω άποψη επί της επιστημονικότητάς του. Μπορώ, βέβαια, με τα εργαλεία που μου παρέχει η ακαδημαϊκή μου κατάρτιση, να διαπιστώσω ότι αυτό διαθέτει όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που η τυπική ακαδημαϊκή έρευνα απαιτεί, ώστε ένα έργο να γίνεται αποδεκτό και να προσμετράτε σε εκείνα που συμβάλλουν σοβαρά στην οικοδόμηση της γνώσης.
Το δεύτερο που δεν μπορώ να κάνω, και που έχει άμεση συνάρτηση με την προηγούμενη παραδοχή, είναι ότι δεν μπορώ να το κρίνω επί της ουσίας. Επί της ουσίας θα πει, αν πράγματι αυτά που υποστηρίζει είναι έτσι όπως τα υποστηρίζει, δηλαδή δεν μπορώ να πάρω θέση απέναντι στις απόψεις που εκφράζονται και αυτό όχι γιατί δε συμφωνώ με αυτές, αλλά γιατί δεν είμαι γνώστης της πλούσιας βιβλιογραφίας με την οποία τεκμηριώνει τις απόψεις και τα συμπεράσματα του, ώστε να μπορώ να κρίνω αν αυτή η τεκμηρίωση είναι ουσιαστική και επαρκής ή όχι.
Μία τρίτη παράμετρος, που από μόνη της θα δημιουργούσε δισταγμούς και ενδεχομένως αμηχανία στον κάθε εισηγητή, είναι το ίδιο το αντικείμενο της απόπειρας του συγγραφέα. Θέλω να πω ότι ο Χρήστος Κοζαρίδης, προφανώς εν γνώσει του, αλλά φαντάζομαι και από προσωπική ανάγκη ή ίσως και από μια αίσθηση χρέους απέναντι στην ιδιαίτερη ιστορία των Γκαγκαβούζηδων, επιχειρεί μια ριψοκίνδυνη καταβύθιση με όλες τις πιθανές παρερμηνείες, επιφυλάξεις ή και ενστάσεις που αυτή συνεπάγεται.
Η καταβύθιση συνίσταται στο εξής: Είναι μια βουτιά στον ιστορικό χρόνο με στόχο τον εντοπισμό μιας καταγωγής. Τίποτε πιο σίγουρο για να σε καταπιεί ο βυθός από το να επιχειρήσεις να διερευνήσεις την καταγωγή μιας φυλετικής ομάδας, ενός φύλου, μιας εθνότητας ή μιας ιδιαίτερης πολιτισμικής συλλογικότητας. Προσέξτε ότι ήδη ανέφερα τέσσερις όρους, τέσσερις λέξεις ή περιφράσεις για να προσδιορίσω μια πληθυσμιακή ομάδα γιατί δεν ξέρω ποιος όρος είναι ο σωστός ή ο αποδεκτός.
Αποδεκτός από ποιον; Από την επιστημονική κοινότητα στην οποία όλα τα μέτωπα, σε σχέση με τέτοιου είδους ορολογίες, είναι ανοιχτά; Από τις πολιτικές ιδεολογίες που κάθε μία τις χρησιμοποιεί ανάλογα με τους δικούς της στόχους; Από την επίσημη κρατική ιδεολογία και πολιτική, η οποία, ενδεχομένως, από την χρήση και μόνο ορισμένων όρων μπορεί να αισθανθεί τον πραγματικό ή φανταστικό κίνδυνο
διάσπασης μιας αρραγώς οικοδομημένης εθνικής ταυτότητας; Ή από τους ίδιους τους ανθρώπους αυτής της ομάδας οι οποίοι μπορεί καθόλου να μη θέλουν να τα σκαλίζουν όλα αυτά, αφού ήδη, ως μέλη μιας συνολικής εθνότητας, αυτής των Ελλήνων, είναι αρμονικά συνταιριαγμένοι με τον εαυτό τους και καλύπτονται πλήρως από αυτόν τον ασφαλή και σίγουρο εθνικό αυτοπροσδιορισμό;
Παρόλα αυτά όταν ψάχνεις τις ρίζες σου και κυρίως όταν δημοσιοποιείς τα αποτελέσματα των ερευνών σου, είσαι αναγκασμένος να αναφερθείς στα ευρήματα σου με συγκεκριμένες λέξεις και ορολογίες.
Μεταφορικά μιλώντας, περπατάς πάνω σε ένα ναρκοπέδιο. Έννοιες όπως έθνος, συλλογική ταυτότητα, εθνική ταυτότητα, εθνότητα, εθνισμός, φύλο, φυλή, εθνοτική ομάδα, κοινωνικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί, μυθοποιητικοί μηχανισμοί, γλώσσα, θρησκεία, αλληλεγγύη, κοινωνικές τάξεις, πολιτειότητα, πολιτισμικές συλλογικότητες και πολλές άλλες είναι αυτές που πρέπει να χρησιμοποιήσεις και δυστυχώς, από πρόθεση, σκοπιμότητα ή στείρο ακαδημαϊσμό δεν είναι αθώες.
Ο Χρήστος Κοζαρίδης τα ξέρει όλα αυτά. Και όχι μόνο μπήκε στη διαδικασία της αναζήτησης, όχι μόνο αφιέρωσε και αφιερώνει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του σε αυτό το στόχο, αλλά δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα της έρευνάς του. Χρειάζεται δύναμη και κουράγιο γι' αυτό και ό ίδιος θα μας πει τι τον σπρώχνει σε αυτή τη δύσκολη προσπάθεια.
Τώρα, αφού σας εξήγησα τι δεν μπορώ να σας πω και για ποιους λόγους δεν μπορώ, θα κάνω αυτό που νομίζω ότι είναι το πιο εύκολο. Θα σας μιλήσω για το ίδιο το βιβλίο και για τα πράγματα που προσπαθεί να πει, έτσι τουλάχιστον όπως εγώ τα κατάλαβα. Αν κάτι παρανόησα, αν κάπου κάνω λάθος, θα παρακαλούσα το συγγραφέα να το διορθώσει στη δική του εισήγηση.
2. Παρουσίαση
Όπως, φαντάζομαι, έγινε ήδη φανερό το βιβλίο του Χρήστου Κοζαρίδη « Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες- Ταυτότητες- Ιστορικές πηγές και η πορεία μας μέσα στο χρόνο » , είναι μια μελέτη. Και όπως κάθε μελέτη έχει ένα κεντρικό στόχο.
Κεντρικός στόχος της συγκεκριμένης μελέτης είναι να επιχειρήσει να διερευνήσει τις απαρχές της παρουσίας των Γκαγκαβούζηδων σε ένα συγκεκριμένο χώρο, στη συνέχεια, δια μέσου αυτής της παρουσίας, να πιθανολογήσει την καταγωγή τους και τέλος να εντοπίσει και να προσδιορίσει την ιστορική τους πορεία από την πρώτη εμφάνιση τους μέχρι και σήμερα.
Στην πραγματικότητα, δηλαδή, υπάρχουν τρεις επιμέρους στόχοι οι οποίοι, όπως γίνεται αντιληπτό από τον αναγνώστη, αποβλέπουν σε ένα τελικό σκοπό: στην αποκατάσταση της αξίας τους.
Αυτός ο σκοπός, όπως φαίνεται από το βιβλίο, δεν τέθηκε στη βάση της απόδοσης μιας υπεραξίας σε μια ήδη επαρκώς αναγνωρισμένη φυλετική οντότητα, η οποία κατ' αρχάς κατανοούσε τον εαυτό της ως αναπόσπαστο κομμάτι του βυζαντινού ελληνισμού και στη συνέχεια και για μεγάλο διάστημα ως τμήμα του περιφερειακού ελληνισμού, αλλά επιδιώχθηκε ακριβώς για τον αντίθετο λόγο: για την απαξιωτική και εν πολλοίς υποτιμητική αντιμετώπιση του.
Εδώ οφείλω μια διευκρίνιση. Είχα την ευκαιρία να συζητήσω με το Χρήστο και να του θέσω μια σειρά από ερωτήσεις και προβληματισμούς, όπως και να του εκφράσω την άποψη μου σχετικά με αυτό το ζήτημα. Του είπα, δηλαδή, ότι δεν είχε υποπέσει στη δική μου αντίληψη μια τέτοια υποτιμητική άποψη για τους Γκαγκαβούζηδες, τουλάχιστον εδώ, στο Λαγκαδά. Εκείνο που εγώ αντιλήφθηκα ήταν η απόδοση ορισμένων χαρακτηριστικών χαρακτηρολογικού τύπου, όπως συνηθίζεται, μέσα από απλουστευμένες γενικεύσεις, να αποδίδονται από ορισμένες ομάδες σε κάποιες άλλες, πράγμα που δε συνιστούσε επαρκή λόγο να καταπιαστεί κάποιος με όλο αυτό το θέμα, ώστε να αποκαταστήσει τα πράγματα.
Είναι προφανές ότι η δική μου εμπειρία είναι περιορισμένη και πιθανόν να αγνοώ πράγματα που συνέβαιναν παλιότερα. Το σημαντικό, όμως, που κατάλαβα από τη συζήτηση ήταν ότι τα δεδομένα εδώ ήταν διαφορετικά από αυτά της Θράκης. Εκεί η εμπειρία, πιθανότατα εξαιτίας του γεγονότος ότι ο κύριος όγκος των γκαγκαβούζικων πληθυσμών που ήρθαν στη Ελλάδα, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, εγκαταστάθηκε στη Θράκη, μου εξήγησε ότι ήταν διαφορετική και τραυματική.
Άρα για τον ίδιο τον συγγραφέα η ενασχόληση όχι μόνο έχει νόημα, αλλά κατανοείται και ως επιτακτική ανάγκη.
Εδώ κλείνω την παρένθεση και συνεχίζω.
Για την επίτευξη του τριπλού στόχου η μελέτη ακολουθεί όλα τα βασικά στάδια που επιβάλλονται από μια επιστημονική προσέγγιση, μ$ βάση την τυπική μεθοδολογία.
Πρώτον, υπάρχει ένα θεωρητικό πλαίσιο, το οποίο αν και δεν καταγράφεται ρητά, εν τούτοις γίνεται εύκολα αντιληπτό κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Το σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στο περιεχόμενο αυτού του πλαισίου, το οποίο αποφεύγει με ευγένεια έναν ιστορικό θετικισμό, ουσιαστικά δηλαδή έναν επιστημονισμό της ουδετερότητας, χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο την αξία του έργου, επειδή από τη μια κινείται σε μια αυστηρή αντικειμενικότητα και από την άλλη αποφεύγει τους εγκλωβισμούς σε εθνικιστικές προπαγάνδες. Το τελευταίο το πετυχαίνει στο μέτρο που αποδέχεται και τις σκοπιμότητες των κρατικών ιδεολογιών και πολιτικών αλλά και την ελευθερία του
εθνικού αυτοπροσδιορισμού, έστω και υπό το βάρος επιτακτικών συνθηκών επιβίωσης συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων μέσα σε αντίξοες ιστορικές συγκυρίες.
Δεύτερον, υπάρχει μία δομική σπονδύλωση της έρευνας, κοινώς ένα σχέδιο, που σε βοηθάει να καταλαβαίνεις από πού ξεκινάει και πού θέλει να φτάσει. Αυτό το καταλαβαίνει κανείς καλύτερα αν δει τα κεφάλαια και τη νοητή γραμμή που τα ενώνει, συμπλέκοντας έτσι στέρεα τους τρεις επιμέρους στόχους. Σ' αυτά θα αναφερθώ αναλυτικά παρακάτω.
Τρίτον, υπάρχει μια πλήρης ερμηνεία των αποτελεσμάτων της έρευνας, καθοδηγούμενη με συνέπεια από το θεωρητικό πλαίσιο, η οποία δείχνει τη δυνατότητα του συγγραφέα να μπορεί να τιθασεύει ακόμη και τα συναισθήματα του, εντάσσοντας τα στην εξυπηρέτηση της αλήθειας, έστω και αν αυτή φαίνεται να τον πληγώνει. Αναφέρομαι, κυρίως, στις ματαιωμένες προσδοκίες των Γκαγκαβούζηδων της Μολδαβίας σε σχέση με τις αναποτελεσματικές ή αναντιστοιχίες, με τις αναμονές τους, πρακτικές της ελληνικής πολιτείας, η οποία φαίνεται να μην τους αγνοεί αλλά η γραφειοκρατία της να βρίσκεται πολύ μακριά από τις ψυχές αυτών των ανθρώπων.
Τέταρτο και τελευταίο, υπάρχει μια πλούσια και σημαντική βιβλιογραφική έρευνα. Η βιβλιογραφία εκτείνεται σε πηγές ιστορικές, κοινωνιολογικές, πολιτικές και εκκλησιαστικές, τόσο ελληνικές όσο και ξενόγλωσσες. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην αναδίφηση σε αρχεία και έγγραφα και, βεβαίως, πρέπει να τονιστεί η έρευνα πεδίου, δηλαδή οι επαφές, οι συζητήσεις, οι συνεντεύξεις και οι μαρτυρίες που κατάφερε να πάρει ο συγγραφέας από ηλικιωμένους Γκαγκαβούζηδες στους τόπους που ζούνε σήμερα.
Εκείνο που μας ενδιαφέρει, κυρίως, εδώ είναι να δούμε με τι ακριβώς ασχολείται ο συγγραφέας στη μελέτη του, ποια είναι δηλαδή η νοητή γραμμή που ακολουθεί για να πετύχει τους στόχους του.
Αυτό μας οδηγεί να δούμε πιο αναλυτικά τα ιδιαίτερα σημεία στα οποία επικεντρώνεται και με τα οποία ασχολείται σε κάθε κεφάλαιο.
Έτσι στην εισαγωγή του βιβλίου επιχειρείται να διερευνηθεί αν και κατά πόσο οι Γκαγκαβούζηδες αποτελούν γλωσσική ή φυλετική μειονότητα ή μια ξεχωριστή κοινότητα. Με βάση διεθνείς συνθήκες και αποφάσεις οργανισμών, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους οι ίδιοι και με την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου ιστορικού-θεωρητικού σχήματος, η απάντηση είναι ότι αποτελούν μια ξεχωριστή ομάδα η οποία δεν είχε ποτέ μια ιδιαίτερη εθνοτική συνείδηση ικανή να απαιτήσει τη μετεξέλιξη της σε εθνικό κράτος. Οι εγγενείς κοινωνικές και οικονομικές ενδοκοινοτικές διαφοροποιήσεις αλλά και οι ιστορικές συγκυρίες τους οδήγησαν σε διαφορετικές εθνικές ενσωματώσεις.
Στο πρώτο κεφάλαιο βρίσκει κανείς μια αναλυτική περιγραφή του γεωγραφικού χώρου στον οποίο αυτή η ξεχωριστή κοινότητα βρέθηκε, έζησε και δραστηριοποιήθηκε. Πρόκειται για την ανατολική περιοχή της χερσονήσου του Αίμου. Καταγράφονται, επίσης οι λαοί και οι φυλές που έζησαν στην ίδια ή στην ευρύτερη περιοχή, η εξέλιξη τους, η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη τους και οι αλληλεπιδράσεις τους μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή.
Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στις αποικίες και πόλεις του δυτικού Εύξεινου Πόντου, άλλες αρχαίες ελληνικές και άλλες ρωμαϊκές. Δεν επιχειρείται μια ευθεία και γραμμική σύνδεση με τους νεότερους πληθυσμούς. Η αναφορά γίνεται για λόγους ιστορικού προσδιορισμού μιας γεωγραφικής περιοχής στην οποία οι αλλαγές και οι ανακατατάξεις πληθυσμών και εθνοτήτων ήταν συχνό φαινόμενο.
Στο δεύτερο κεφάλαιο καταγράφονται οι μεταναστεύσεις και οι εγκαταστάσεις διαφόρων λαών στα Βαλκάνια τόσο κατά τη ρωμαϊκή όσο και κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Πιο αναλυτικά η καταγραφή ξεκινάει από τη ρωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή περίοδο, συνεχίζει με τους μέσους χρόνους, στους οποίους έχουμε την εμφάνιση των Σλάβων και των Βουλγάρων με την ίδρυση του Α' Βουλγαρικού κράτους, εκτείνεται στην παρουσία των Πετσενέγκων, των Ούζων και των Κουμάνων, περίοδο κατά την οποία ιδρύεται το Β' Βουλγαρικό κράτος και καταλήγει με την εμφάνιση των Σελτζούκων Τούρκων, την υστεροβυζαντινή περίοδο και την κατάληψη του Βυζαντίου από τους Οθωμανούς.
Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για δύο κεφάλαια με ευρεία αναφορά σε ιστορικά γεγονότα και αρκετά λεπτομερή περιγραφή εμφανίσεων, εγκαταστάσεων, κατακτήσεων διαφόρων λαών από άλλους, πράγμα που ίσως δημιουργήσει μια πρώτη εντύπωση υπερβολικής ιστοριογραφίας. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι παρά το αναγκαίο γνωστικό και ιστορικό υπόβαθρο για να μπορέσει κανείς να κατανοήσει τις μελλοντικές εξελίξεις και να ερμηνεύσει τη σύνδεση των μετέπειτα γεγονότων αλλά και πολιτικών και κοινωνικών συμπεριφορών. Η σαφήνεια με την οποία περιγράφεται από τη μία μεριά η ρευστότητα της περιοχής και από την άλλη οι σταθερές γύρω από τις οποίες πληθυσμιακές ομάδες εύρισκαν σημεία αναφοράς για τον θρησκευτικό ή εθνοτικό προσδιορισμό τους, είναι ιδιαίτερα βοηθητική.
Στο τρίτο κεφάλαιο επιχειρείται ένα δύσκολο εγχείρημα, ίσως το δυσκολότερο όλου του βιβλίου. Ο συγγραφέας ακουμπάει το ζήτημα της καταγωγής των Γκαγκαβούζηδων. Το κάνει με πολύ προσεκτικό τρόπο. Πρώτα αναφέρει τις απόψεις της επιστημονικής κοινότητας για το ζήτημα και στη συνέχεια μέσω στοιχείων, αναφορών και υποθέσεων, συνδιαλέγεται μαζί της, αντικρούοντας θέσεις, συμφωνώντας με γνώμες ή διορθώνοντας όσα θεωρεί ότι είναι λαθεμένα ή παραπλανητικά.
Υπάρχει μια ισχυρή επιχειρηματολογία και οι θέσεις του βασίζονται μερικές φορές και σε εξαντλητικές λεπτομέρειες, που μπορεί κατά μία έννοια να θεωρούνται και κουραστικές, αλλά είναι εντελώς απαραίτητες για να τεκμηριωθεί με τον πιο στέρεο τρόπο άποψη του.
Στο τέταρτο κεφάλαιο αρχίζει η παρακολούθηση της ιστορικής πορείας των Γκαγκαβούζηδων, εγχείρημα δύσκολο γιατί αυτή η πορεία χάνεται πολλές φορές μέσα στη σκοτεινή περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας ή στις δύσκολες ατραπούς πολέμων, αντιπαλοτήτων, εθνικισμών και βίαιων προσηλυτισμών στους οποίους οι κάτοικοι των πολύπαθων γκαγκαβούζικων χωριών δεν είχαν πάντα τη δύναμη, τη διάθεση ή το συμφέρον να εναντιωθούν.
Στο κεφάλαιο αυτό περιγράφεται η Οθωμανική περίοδος από το 1444 μέχρι το 1860, ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1806-1812, η αφύπνιση των Βουλγάρων, το Εκκλησιαστικό σχίσμα και η Βουλγαρική ηγεμονία και τέλος δίνονται πληθυσμιακά στοιχεία της περιοχής των Γκαγκαβούζηδων.
Το ενδιαφέρον στοιχείο στο πέμπτο κεφάλαιο βρίσκεται στις επιπτώσεις που είχε η ίδρυση του Βουλγαρικού κράτους στη ζωή των Γκαγκαβούζηδων αλλά και γενικότερα των Ελλήνων που ζούσαν σε βουλγαρικά εδάφη. Η καταγραφή άρθρων και ανταποκρίσεων της εποχής δίνει έναν άμεσο και ζωντανό τόνο τόσο για τις πρακτικές και τις επιδιώξεις του βουλγαρικού κράτους όσο και για τις προσπάθειες αντίδρασης του ελληνισμού της Βουλγαρίας.
Στο έκτο κεφάλαιο μπορεί κανείς να δει πιο συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους προσπάθησαν να αντιδράσουν οι Έλληνες της Βουλγαρίας κατά την εν λόγω περίοδο, ιδρύοντας σωματεία και φιλεκπαιδευτικούς συλλόγους. Αναλύεται και περιγράφεται η κατάσταση της ελληνικής εκπαίδευσης στη Βάρνα και στα γκαγκαβούζικα χωριά της Δοβρουτσάς, όπως και η εκπαίδευση άλλων εθνοτήτων και επισημαίνεται η δράση των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων στην ίδια περιοχή.
Στο έβδομο κεφάλαιο και με βάση περιηγητικές, ιστορικές και εκκλησιαστικές πηγές ο συγγραφέας ακολουθεί το δρόμο των Γκαγκαβούζηδων στην ανατολική Θράκη. Η κατεύθυνση αυτού του δρόμου είναι συνυφασμένη με τις αντιπαραθέσεις Ελλήνων, Βουλγάρων και Νεότουρκων.
Οι επιπτώσεις στη ζωή των διαφόρων εθνοτήτων που βρέθηκαν να ζουν σε τόπο εχθρικό σε σχέση με τον εθνικό τους προσδιορισμό, περιγράφονται στο όγδοο κεφάλαιο, ως απότοκες των Βαλκανικών αλλά και του Α' παγκόσμιου πολέμου. Σ' αυτό το κεφάλαιο καταγράφονται, επίσης, οι διωγμοί των Γκαγκαβούζηδων από τους Βουλγάρους και τους Τούρκους, εξαιτίας της επιμονής τους να ταυτίζονται με τον ελληνισμό της ανατολικής Θράκης.
Η ιστορία αλλάζει και η ανατολική Θράκη ανακαταλαμβάνεται από τις ελληνικές δυνάμεις. Στο ένατο κεφάλαιο περιγράφονται οι προσπάθειες του ελληνικού κράτους για την παλιννόστηση των προσφύγων και οι απόπειρες του να στηρίξει υλικά και ηθικά τους εκδιωχθέντες που επέστρεφαν. Η οριστική απώλεια της ανατολικής Θράκης είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων, και τον οριστικό ξεριζωμό των ελληνικών πληθυσμών και μαζί με αυτούς και των Γκαγκαβούζηδων, οι οποίοι εγκαθίστανται σε διάφορα ελληνικά εδάφη.
Το βιβλίο κλείνει με την ερμηνεία των αποτελεσμάτων της έρευνας, τα τελικά συμπεράσματα και την αναφορά της παρουσίας των Γκαγκαβούζηδων σήμερα, στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία.
Στο τέλος υπάρχει ένα παράρτημα με φωτογραφικό υλικό το οποίο ο συγγραφέας συγκέντρωσε από τα γκαγκαβούζικα χωριά του βόρειου Έβρου. Από αυτό το υλικό μπορεί κανείς να αντλήσει πρωτογενείς και αδιαμεσολάβητες πληροφορίες ιστορικής και λαογραφικής σημασίας.
3. Συμπεράσματα - Παρατηρήσεις
Θα ήθελα, τελειώνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση, να κλείσω με μερικά συμπεράσματα και γενικές παρατηρήσεις.
Επισημαίνω, λοιπόν, κατ' αρχάς ότι το βιβλίο έχει αξία καθ' εαυτό, επειδή αποτελεί μια προσπάθεια να φωτιστεί ένα θέμα, δηλαδή η καταγωγή και η πορεία μιας ξεχωριστής κοινότητας, ουσιαστικά κατά το συγγραφέα η ιστορία ενός θρακιώτικου φύλου, με το οποίο ελάχιστοι μέχρι τώρα ασχολήθηκαν.
Αν η ενασχόληση με την ιστορία των Γκαγκαβούζηδων, η διακρίβωση της συνέχειας τους στο χώρο και το χρόνο, η αναφορά σε κοινωνικές συμπεριφορές, επιλογές ή αναγκαστικές προσαρμογές σε ευρύτερες εθνικές συσσωματώσεις και η καταγραφή χαρακτηριστικών ανθρωπολογικού τύπου, τα οποία στοιχειοθετούν την απαίτηση μιας, τουλάχιστον ισάξιας αντιμετώπισης, παρόμοιας με αυτή άλλων φυλετικών ομάδων ενταγμένων στον ελληνισμό, σημαίνει την αποκατάσταση τους, τότε ο συγγραφέας επιτέλεσε το σκοπό του.
Ακολούθησε ένα δύσβατο δρόμο, που απαιτούσε υπομονή, χρόνο, και κόπο, ένα δρόμο στον οποίο το γνήσιο και άδολο ενδιαφέρον σε μερικές περιπτώσεις αντιμετωπίστηκε με καχυποψία ή και αντίδραση, ένα δρόμο στον οποίο πολλές φορές είχε να αντιπαλέψει με την παθητική νοοτροπία «του άστα, μην τα σκαλίζεις, έτσι τα βρήκαμε έτσι τα πάμε» και παρόλα αυτά έφτασε μέχρι το τέλος.
Το τέλος είναι η έκδοση αυτού του βιβλίου. Αναγκαίο όχι μόνο για τους Γκαγκαβούζηδες αλλά και για τον καθένα μας, που αντιλαμβάνεται ότι η γνώση της ιστορίας τον καθιστά συνετότερο και ανεκτικότερο.
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

31o ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΑΥΤΗ ΗΤΑΝ Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ-ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΜΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΤΗΚΕ ΜΕ ΦΩΤΟ-ΧΑΡΤΕΣ ΚΛΠ. ΗΤΑΝ Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΕ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ

Οι Γκαγκαβούζηδες και η πορεία τους μέσα στο χρόνο

Χρ. Κοζαρίδης- ιστοριοδίφης ερευνητής

Ανατρέχοντας σε βιβλία, εγκυκλοπαίδειες και λεξικά για την ετυμολογία της λέξης «Γκαγκαβούζηδες», εντοπίσαμε την εξής φράση: Τουρκόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί της Θράκης. Συνεπώς θεωρείται ότι αποτελούν μία τουρκόφωνη «μειονότητα», η οποία κατοικεί σε ελληνικό έδαφος και πιστεύει στον χριστιανισμό. Έχοντας ως βάση αυτήν την φράση, επιχειρείται με την παρούσα εργασία η τεκμηρίωση των ιδιαίτερων εκείνων ιστορικών στοιχείων που διασαφηνίζουν την φυλετική καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων.
Ειδικότερα γίνεται μια προσπάθεια παρουσίασης αφενός της πορείας των Γκαγκαβούζηδων μέσα στον χρόνο μέχρι την σημερινή τους μόνιμη εγκατάσταση σε διάφορες περιοχές των Βαλκανίων, κι αφετέρου, να αναδειχθούν μέσω της ανάλυσης των ιστορικών στοιχείων οι ιδιαιτερότητες αυτού του άγνωστου, μέχρι πρότινος, πληθυσμιακού φύλου. Για την συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η εθνογραφική μέθοδος , η οποία περιλαμβάνει τη χρήση πρωτογενών και δευτερογενών πηγών. Οι πρωτογενείς πηγές αφορούν δεδομένα που προέρχονται από την επιτόπια έρευνα με ημι-δομημένες καθώς και ανοικτού τύπου συνεντεύξεις. Το δείγμα επιλέχτηκε με βάση την εντοπιότητα και το αποτέλεσαν ντόπιοι κάτοικοι που διαμένουν μόνιμα στις διάφορες περιοχές, ηλικίας 20-100 ετών. Η μέθοδος έρευνας είναι αυτή της προφορικής ιστορίας, μέσω της οποίας προβάλλεται η μνήμη της καθημερινότητας των ανθρώπων ως ένα ερευνητικό πεδίο της κοινωνικής ιστορίας.
Το παρελθόν των Γκαγκαβούζηδων είναι αποσπασματικά καταγραμμένο, κυρίως, στην ελληνική ιστοριογραφία. Η διαδρομή και η παρουσία τους γενικά αγνοείται, προβάλλονται διαφορετικές απόψεις οι οποίες πηγάζουν κυρίως από την ερμηνεία που δίνει η κυρίαρχη εθνολογική και ιστορική άποψη. Η αναζήτηση και η καταγραφή των πηγών πρέπει να παρακολουθεί την ιστορική διαδρομή των βαλκανικών λαών. Είναι κοινώς διαπιστωμένο πως η ιστορία των λαών της Χερσονήσου του Αίμου δεν ανταποκρίνεται στο σημερινό status των βαλκανικών κρατών, τα οποία διαμορφώθηκαν από τα μέσα του 19ου αιώνα, τα σύνορα τους καθορίσθηκαν μετά από αιματηρούς πολέμους και κάτω από την επίδραση εθνικών ιδεολογιών.
Στηριζόμενοι στην σχετική βιβλιογραφία, διαπιστώνει κανείς ότι οι περισσότερες αναφορές για τους Γκαγκαβούζηδες γίνεται κυρίως από την τουρκική σχολή ιστορίας, σύμφωνα με την οποία και στα πλαίσια της παντουρκιστικής ιδεολογίας προέρχονται από σελτζουκικά τουρκικά φύλα, τα οποία έφτασαν στην περιοχή της Δοβρουτσάς μετά το 1260, ακολουθώντας τον σουλτάνο Izzeddin Keykvus Β΄ , , . Η άποψη αυτή αντικρούεται από τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα, όπως καταγράφονται μέσα από τις πηγές. Ο Καϊ-Καούζ, εγκαταστάθηκε στην Κριμαία το 1265 , μετά από ολιγόμηνη εγκατάσταση στην Κωνσταντινούπολη και κατ’ άλλους στο κάστρο της Αίνου, όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατο του το 1275-76 και όχι στη Δοβρουτσά, ούτε επέστρεψε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη. Άρα, δεν θα μπορούσε μετά από 7 με 8 αιώνες να διατηρείται ως ανάμνηση στους πληθυσμούς της Δοβρουτσάς, το επώνυμο κάποιου που ποτέ δεν ήταν ηγέτης τους.
Επιπρόσθετα επιχειρούν να συνδέσουν ακόμη περισσότερο την σελτζούκικη καταγωγή τους με την εμφάνιση των πρώτων τουρκικών φύλων στα Βαλκάνια υιοθετώντας την θέση πώς ο Σαρί-Σαλτίκ ήταν συγγενής του Σουλτάνου Καϊ-Καούζ, πως προετοίμασε το έδαφος για την εγκατάσταση των υπηκόων του στις κοινότητες Μπεκτασίδων που είχε ήδη ιδρύσει στη Δοβρουτσά. Μέσα από τις πηγές δεν διαπιστώθηκε καμία συγγένεια, αντιθέτως καταγράφεται πως ήταν ένας Τουρκομάνος νομάς στο όρος Αραράτ, ο οποίος γνωρίστηκε με τον Χατζή Μπεκτάς έγινε ιεραπόστολός του, με δράση στη Γεωργία και τη Δοβρουτσά. Αποσιωπούν το γεγονός πως οι Σελτζούκοι-μουσουλμάνοι-Μπεκτασίδες της Δοβρουτσάς το 1309, με επικεφαλής τον Χαλίλ-Ετζέ,λίγο μετά το θάνατο του Σαλτίκ έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στο εμιράτο Καρεσί της Μικράς Ασίας και έτσι η μπεκτασίδικη κοινότητα της Δοβρουτσάς, η οποία ιδρύθηκε το 1263/4 καταργήθηκε το 1309/10 .
Η σύνδεση του Καϊ-Καούζ με το πριγκιπάτο της Καβάρνας που επιχειρείται καταρρίπτεται μέσα από τις ίδιες τις πηγές διότι αυτό εμφανίζεται περίπου το 1320 και αναφέρεται ως «Χώρα του Δομπροτικίου », και ώε Χώρα των Καρβούνων. Ακόμη δε περισσότερο που μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς, ονομάσθηκε Ντομπρουτσά, τοπωνύμιο με απευθείας παραπομπή στο όνομα του Ντομπροντίτσα. Ίσως να συνέβαλαν σ’ αυτό και οι αυτόχθονοι πληθυσμοί, διατηρώντας στη μνήμη τους έναν από τους πιο αξιόλογους ηγεμόνες που ανέδειξε η περιοχή.
Η έρευνα ανέδειξε και τα εξής στοιχεία από την πολιτική τους ζωή: Με την κατάκτηση της περιοχής τους τους Οθωμανούς, δεν τους υποδέχτηκαν ως ελευθερωτές αλλά απεναντίας αντιστάθηκαν σθεναρά και κατέληξαν ραγιάδες μαζί με τους υπόλοιπους χριστιανικούς πληθυσμούς. Στην παράδοση τους αναφέρεται πως γυναίκες Γκαγκαβούζες της Καβάρνας και της Καλιάκρας προτίμησαν να πέσουν στο γκρεμό και να πεθάνουν παρά να πέσουν στα χέρια των Οθωμανών. Αν όντως ήταν τουρκικό φύλο, για ποιο λόγο να αντισταθούν στην προέλαση των Οθωμανών και να μην αυτομολήσουν όπως έκαναν τα «αδελφά φύλα» οι Ούζοι και οι Πατζινάκες στην μάχη του Μαντζικέρτ.
Και εν τέλει, ενώ παρατηρήθηκε σε όλα τα τουρκογενή φύλα της περιοχής μαζικός εξισλαμισμός αντιθέτως, οι Γκαγκαβούζηδες της νότιας Δοβρουτσάς παρέμειναν χριστιανοί. Σε όλα αυτά τα ερωτήματα η τουρκική σχολή ιστορίας δεν απαντά και εσκεμμένως τα αποσιωπά.
Στα πλαίσια της παντουρκιστικής θεωρίας, αποσιωπείται πως στην πόλη της Βάρνας και τη γύρω περιοχή από τα αρχαία χρόνια και μέχρι τα πρωτοβυζαντινά κατοικούσαν οι Κροβύζοι ή Κροβούζοι, έθνος θρακικό ή γετικό. Στη ρωμαϊκή περίοδο, οι Κροβύζοι είναι γνωστοί ως Καττούζοι ή Κατταούζοι και χαρακτηρίζονται ως λαός Πυγμαίων. Παραβλέπεται η κοινή ρίζα και ετυμολογία μεταξύ των δύο ονομάτων, Κροβύζων και Κατταούζων με των Γκαγκαούζων του μεσαίωνα και επιμένουν αυθαίρετα συσχετίζοντας το όνομα Καϊ-Καούζ με το εθνωνύμιο τους. Επιμένουν πως ο εκχριστιανισμός τους συντελέστηκε από το 1009 και μετά, παραβλέποντας την εκκλησιαστική ιστορία της περιοχής. Η εκκλησιαστική παράδοση αναφέρει ως πρώτο ιεραπόστολο τον Απόστολο Ανδρέα και ως πρώτο επίσκοπο Βάρνας τον Αμπλία, έναν από τους 70 αποστόλους.
Μία άλλη άποψη διατυπώθηκε, κυρίως από Έλληνες ιστορικούς η θεωρία περί κοινής καταγωγής με τους Καραμανλήδες της Μικράς Ασίας. Αν και η γλώσσα τους είναι κοινή, αντιμετωπίζονται από τους ίδιους τους Γκαγκαούζους με δυσπιστία. Την ίδια στάση τηρούν και με τους Βούλγαρους. Όταν θέλουν να βεβαιωθούν αν ο συνομιλητής τους είναι Γκαγκαούζης ρωτούν: «σεν μιλέτ μι σιν;- εσύ από το δικό μας έθνος είσαι;» .
Για να αποδείξουν την κοινή καταγωγή Καραμανλήδων και τους Γκαγκαβούζηδων καταγράφουν κοινά χαρακτηριστικά όπως: Είναι τουρκόφωνοι, διαβάζουν και γράφουν τα τουρκικά, χρησιμοποιώντας ελληνικό αλφάβητο (καραμανλίδικη διάλεκτος). Τα ονόματά τους είναι ελληνικά, ενώ τα επίθετά τους συνήθως τουρκικά και τελειώνουν σε -ογλου. Στην εκκλησία, το Ευαγγέλιο, ο Απόστολος και άλλες προσευχές διαβάζονταν στα καραμανλίδικα. Διακρίνονται για την έντονη θρησκευτική τους συνείδηση. Εκκλησιαστικά υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το ενδιαφέρον είναι ότι μέχρι την εμφάνιση των καραμανλίδικων βιβλίων η λειτουργία στις εκκλησίες γίνονταν αποκλειστικά στα ελληνικά. Αντίθετα είναι πολύ αναπτυγμένη η δημώδης προφορική λογοτεχνία.
Αναλύοντας τα χαρακτηριστικά διαπιστώσαμε πως αυτά ισχύουν για όλους τους τουρκόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ορισμένα από αυτά για όλους τους χριστιανικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του Πατριαρχείου. Άρα δεν αποτελούν στοιχεία κοινής καταγωγής παρά μόνο κοινής θρησκευτικής πίστης.
Όσοι επιμένουν για την καραμανλίδικη καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων, γράφουν πως πρόκειται για μετανάστες Καραμανλήδες. Ο J. Eckmann αναφέρει ότι μεμονωμένοι οικισμοί Καραμανλήδων υπήρχαν στη βαλκανική χερσόνησο, στη Βεσσαραβία, στην Κριμαία και στη Συρία. Ο Σ. Α. Χουδαβέρογλου-Θεόδοτος στηριζόμενος σε προφορικές καταγραφές υπογραμμίζει: «Οι τουρκόφωνοι Έλληνες της Καππαδοκίας διεκπεραιώθηκαν εις τα ευρωπαϊκά παράλια του Ευξείνου, εγκατασταθέντες εν Βάρνη, Πύργω, Βαλτσικίω και Παζαρτζικίω».
Είναι κοινά αποδεκτή η μετανάστευση ή η μεταφορά πληθυσμών από τη Μικρά Ασία στα Βαλκάνια. Έχουν εντοπιστεί μεμονωμένοι οικισμοί ή παροικίες, όχι όμως συμπαγείς πληθυσμοί Καραμανλήδων στον βαλκανικό χώρο.
Γίνονται αναφορές από ιστορικούς και εθνολόγους κυρίως της Βουλγαρίας πως είναι απόγονοι Ουζικών ή Κουμανικών ή Πρωτοβουλγαρικών φύλων. Ένας από αυτούς ο Αθ. Μάνωφ, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ερμηνεία της λέξης Γκαγκαβούζοι δεν αποτελεί χαρακτηριστικό φυλής, αλλά δηλώνει τον χριστιανό ορθόδοξο.
Παρακολουθώντας μέσα από τις πηγές την πορεία των χριστιανικών πληθυσμών της Δοβρουτσάς, όπου εντοπίζονται και καταγράφονται οι Γκαγκαβούζηδες παρατηρούμε πως από τα έτη 1750-1769, 1787-1791, 1800-1812, 1828-30-50 και 1878-80 αναγκάζονται συχνά να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω των συχνών επιδρομών από τις συμμορίες των Dali Kircali-άτακτων μουσουλμανικών ομάδων και επειδή η περιοχή τους ήταν το θέρετρο των ρωσοτουρκικών πολέμων. Έτσι μεγάλες ομάδες πέρασαν τον Δούναβη και εγκαταστάθηκαν στις νότιες περιοχές της Μολδαβίας και της Ουκρανίας (πρώην Βεσσαραβία)ενώ ένας μικρός αριθμός κατευθύνθηκε προς τη Νοτια Βουλγαρία και Ανατολική Θράκη. Ολιγάριθμοι παρέμειναν στη Νότια Δοβρουτσά, σε χωριά της παραλιακής ζώνης από τη Βάρνα μέχρι τα Μαγκάλια της σημερινής Ρουμανίας.
Είναι δε χαρακτηριστική η αναφορά στα κατάστιχα της δημογεροντίας της Βάρνας όπου καταγράφεται η ημερομηνία εισόδου των Ρώσων «1828 Ιουλίου πρότι μ.μ. κιριακί αφού ίλθεν ο ρούσος εις τιν Βάρναν κε πολέμισε εος σεπτεμβρίου 29, μπικεν μέρα σάβατο» και στη συνέχεια η πρώτη μαζική αναγκαστική μετανάστευση«Πάλε ίλθεν ο ρούσος εις τιν Βάρναν κε πολέμισε τρις μινες κε πιρεν τιν Βάρνα, και εκάθισε μέσα εις τιν Βάρναν 18 μήνας, έκανεν αγάπι με τον Τούρκο και έδοσε πίσου (εννοεί τη Βάρνα) και η χριστιανι έφιγαν άλλη εις τιν ρουσίαν, άλι εις τιν μολτόβα και λίγι έμειναν μέσα εις τιν βάρνα και άλι εις τιν κωνσταντινούπολιν». .
Στην ιστορία των βαλκανικών λαών ξεχωριστή θέση έχει ο 19ος αιώνας. Είναι η περίοδος των απελευθερωτικών αγώνων των λαών της βαλκανικής χερσονήσου. Η πρώτη σοβαρή απόπειρα ενεργού συμμετοχής τους γίνεται από τον Δ. Βατικιώτη, τον οποίο ακολουθούν, λόγω της ηγετικής του φυσιογνωμίας και του σεβασμού προς το πρόσωπό του. Όντας αξιωματικός του ρωσικού στρατού, μυήθηκε στη «Φιλική Εταιρεία» στις 2 Αυγούστου 1818, στο Τομάροβο της Βεσσαραβίας, έχαιρε εξαιρετικής εκτίμησης μεταξύ των Βουλγάρων και των Γκαγκαβούζηδων της Βεσσαραβίας και των παραδουνάβιων ηγεμονιών .
Για την «καθ΄ ημάς Ανατολή», ο 19ος αιώνας θεωρείται επίσης ως περίοδος μετασχηματισμού της θρησκευτικής κοινότητας σε εθνική. Στα Βαλκάνια ομόδοξοι εθνικισμοί συγκρούστηκαν, διεκδικώντας τους ίδιους πληθυσμούς. Αμφότεροι στα επιχειρήματά τους χρησιμοποίησαν τη θρησκεία και τη γλώσσα ως βασικά στοιχεία του έθνους, της φυλής και του Γένους . Τελικά το 1878 αναγνωρίζετε ως ανεξάρτητη η βουλγαρική εκκλησία. Στα διοικητικά της όρια δεν συμπεριλαμβάνονται 24 Πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά της μητρόπολης Βάρνας, τα οποία αναγνωρίζουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Η έρευνα απέδειξε πως κατοικούνταν από ελληνικούς και γκαγκαβούζικους πληθυσμούς.
Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-78 , Η ανακήρυξη της βουλγαρικής ηγεμονίας και η ανεξαρτησία της βουλγαρικής Εκκλησίας ήταν γεγονότα που σημάδεψαν την ως τότε ειρηνική συμβίωση των δύο λαών. Οι βουλγαρικές αρχές, για να αντιμετωπίσουν την οργανωμένη αντίδραση των ελληνικών κοινοτήτων έλαβαν διάφορα μέτρα. Σε όσους αντιστάθηκαν, έδωσαν διορία λίγων ημερών να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Η υποχρεωτική μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών από τη Βουλγαρία προς την Ελλάδα ξεκίνησε από την εποχή της σύστασης του βουλγαρικού κράτους.
Με την αρωγή των Ρώσων οι Βούλγαροι επεδίωκαν να εξαλείψουν κάθε οργανωμένη μειονότητα. Στους γκαγκαβούζικους πληθυσμούς χρησιμοποίησαν το επιχείρημα της φυλετικής συγγένειας, της μακρόχρονης συμβίωσης και κοινής παράδοσης για να τους πείσουν να ενταχθούν στην Εξαρχία.
Όσοι αντιστάθηκαν στις πιέσεις υποχρεώθηκαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Αυτή την περίοδο παρατηρούνται, λόγω των έντονων πιέσεων, οι πρώτες ομαδικές προσχωρήσεις στη βουλγαρική Εκκλησία ελληνικών και γκαγαβούζικων πληθυσμών στο Προβαντί, στο Σούμεν και στο Χατζηογλού-Παζαρτζίκ, σημερινό Ντόμπριτς.
Η Δοβρουτσά αποτελούσε πάντοτε πεδίο αντιπαλότητας μεταξύ Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Άλλαζε συνεχώς διοικήσεις και κρατικά σύνορα, με αποτέλεσμα να προκαλούνται συνεχείς μεταναστεύσεις πληθυσμών, για να αποφύγουν τα αντίποινα των νέων κατακτητών.
Ο ακριβής αριθμός των Ελλήνων και Γκαγκαβούζηδων της Βουλγαρίας είναι δύσκολο να υπολογιστεί. Στη βουλγαρική απογραφή του 1900 αναφέρονται 7.800 τουρκόφωνοι Γκαγκαούζοι με ελληνική συνείδηση, ενώ την ίδια χρονιά ο Th. Ivancov τους υπολόγιζε σε 8.251 και το 1910 σε 9.313, συμπεριλαμβάνοντας και όσους κατοικούσαν στους νομούς Μπουργκάς, Βάρνας και Πλόβντιφ.
Μετά από λίγα χρόνια και μέχρι το 1925 η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων και Γκαγκαβούζηδων αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ανατολική Θράκη και σε ελληνικά εδάφη κυρίως στην Κεντρική Ελλάδα.

Πρώτες εγκαταστάσεις Γκαγκαβούζικων πληθυσμών στην ανατολική Θράκη
Οι πρώτες εγκαταστάσεις Γκαγκαβούζηδων στην ανατολική Θράκη με βάση τις μαρτυρίες, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του 1512 και 1566, την εποχή του Σελίμ Α’ Γιαβούζ ή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή . Το 1578 ο περιηγητής Gerlach αναφέρει πως η Χάφσα είναι ένα μικρό τιμάριο ιδιοκτησία του Μεχμέτ πασά και οι λιγοστοί χριστιανοί κάτοικοι εκκλησιάζονται σε διπλανό χωριό, πιθανόν στο Χάσκιοϊ. Την ίδια περίοδο θα πρέπει να έγινε και η εγκατάσταση των Γκαγκαβούζηδων από τη Δοβρουτσά στην Ζίχνη Σερρών.
Μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα οι πληροφορίες μας στηρίζονται στις αφηγήσεις των περιηγητών. Οι επόμενες εγκαταστάσεις έγιναν μετά τους διωγμούς το 1820-1878 και ξεκίνησαν λόγω της συμμετοχής τους στο πλευρό των Ρώσων κατά την διάρκεια των ρωσοτουρκικών πολέμων.
Στην πορεία τους αυτή προς τα νότια κάποιοι παρέμειναν στην Γιάμπολ και στα γύρω χωριά. Στην Ανατολική Θράκη Γκαγκαβούζηδες εντοπίσαμε 14 χωριά στην Υποδιοίκηση Νίκης-Χάφσας , 1 χωριό στην υποδιοίκηση Μακράς Γέφυρας (Ουζούν-Κιοπρού, Ένα στην υποδιοίκηση Αδριανούπολης, ένα στην υποδιοίκηση Σαράντα Εκκλησιών και 5 χωριά στην Υποδιοίκηση Αρτίσκου-Μπαμπά-Εσκί.
Στην Ανατολική Θράκη θα ταυτιστούν πλήρως με τον υπόλοιπο ελληνορθόδοξο πληθυσμό. Θα ενταχθούν στην εκπαίδευση, στους εκκλησιαστικούς θεσμούς και στην πολιτική διοίκηση και θα υποστούν τους διωγμούς που σε ορισμένες περιπτώσεις θα είναι πιο σκληρές. Με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων θα αναγκαστούν να διαφύγουν άλλοι στην Ελλάδα και οι περισσότεροι προς τη Βουλγαρία για να γλυτώσουν από την εκδικητική μανία των Τούρκων.
Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, γράφεται ο επίλογος της παρουσίας του ελληνισμού στην Ανατολή. Οι Γκαγκαβούζηδες της ανατολικής Θράκης εγκαταστάθηκαν σε 26 χωριά του βόρειου Έβρου-1.222 οικογένειες-6.095 άτομα. Στον νομό Ροδόπης, σε 3 χωριά, στο νομό Ξάνθης σε ένα χωριό, στο νομό Σερρών σε 4 χωριά, στο νομό Θεσσαλονίκης σε 6 χωριά και σε χωριά της Κατερίνης και την Πτολεμαΐδα. Τέλος οικογένειες από το Αζατλί, αντί να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους στην Ελλάδα, έφυγαν προς τη Βουλγαρία και εγκαταστάθηκαν στο Κρούμοβο της Γιάμπολ.

Οι Γκαγκαβούζηδες των Βαλκανίων
Για τους Γκαγκαβούζηδες της Ρουμανίας δεν έχουμε πολλά στοιχεία, για τα χωριά και τον ακριβή πληθυσμό τους. Οι Ρουμάνοι τους δέχονται ως μία κοινωνία ανθρώπων κατωτέρου επιπέδου. Ο Kaprat , ο οποίος κατάγεται από τη Δοβρουτσά, γράφει πως οι Τούρκοι της περιοχής αδιαφορούσαν για τους Γκαγκαβούζηδες, λόγω της διαφορετικής θρησκείας. Εντοπίσαμε Γκαγκαβούζηδες με συνείδηση της καταγωγής τους σε 7 χωριά.
Στη δεκαετία του ’30 έγιναν συστηματικές προσπάθειες από την πλευρά της Τουρκίας με σκοπό να πειστούν οι Γκαγκαβούζηδες της Δοβρουτσάς για την τουρκική προέλευσή τους, με πρωτοστάτη τον πρεσβευτή της Τουρκίας στο Βουκουρέστι, Hamdullah S. Tanriver. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1943, με απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών της Τουρκίας υποχρεώθηκαν να γραφτεί σε ξεχωριστή στήλη στις ταυτότητές τους, η φράση Turk Ortodoks (Τούρκος Ορθόδοξος). Σκοπός του Υπουργείου ήταν να ενισχύσει το τουρκοορθόδοξο Πατριαρχείο του Εφραίμ, σε βάρος του ελληνορθόδοξου στην Κωνσταντινούπολη.
Σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια Ethnologue: Language of the world, στο χώρο της σημερινής Τουρκίας μιλιούνται 34(!) γλώσσες, εκτός από τα τουρκικά της Ανατολίας. Ανάμεσα σε αυτές διακρίναμε και την γκαγκαβούζικη γλώσσα, ομιλούμενη, σύμφωνα με τους συντάκτες του άρθρου, από 330.000 άτομα. Εντυπωσιακός αριθμός αλλά λίγο πιο κάτω και στην ομάδα Gagauz, σημειώνεται: «Γλώσσα των Τούρκων των Βαλκανίων, γλωσσολογικά ανήκουν στην τουρκική γλώσσα όμως με διαφορετική γραμματική, σύνταξη και φωνητική. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών που ξεκίνησε από τους Βαλκανικούς πολέμους μέχρι τη συνθήκη της Λοζάνης, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Μητέρα Πατρίδα» .
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι οι πληθυσμοί στους οποίους αναφέρεται το άρθρο ήταν και είναι μουσουλμάνοι και όχι χριστιανοί ορθόδοξοι. Τελευταία ανακάλυψαν τους τουρκόφωνους χριστιανούς της Γκαγκαουζίας στη Μολδαβία και προσπαθούν να τους εντάξουν ως γλωσσική υποομάδα στα τουρκικά φύλα. Με την ανακήρυξη της αυτόνομης επαρχίας της Γκαγκαουζίας, έστρεψαν την προσοχή τους στην περιοχή αυτή σε μια προσπάθεια να πείσουν τους Γκαγκαβούζηδες της Μολδαβίας, για την τουρκική καταγωγή τους, και την διεθνή επιστημονική κοινότητα για την ορθότητα των απόψεών τους.
Στα ίδια πλαίσια κινούνται και ορισμένοι Βούλγαροι ιστορικοί, οι οποίοι επιμένουν για τη βουλγαρική καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων. Στη Βουλγαρία οι Γκαγκαβούζηδες ζουν σε μικρές πληθυσμιακές ομάδες στη Βάρνα και σε χωριά της επαρχίας της, στο Προβαδί, στη Σούμλα, στο Ραζγράντ, στο Τουτράκ και στη Σιλίστρια. Οι Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν τους Γκαγκαβούζηδες βουλγαρικό φύλο. Στην απογραφή του 2001, για πρώτη φορά καταγράφονται 1.471 άτομα, τα οποία δηλώνουν ως μητρική γλώσσα τα γκαγκαούζικα ή ως ομιλούμενη από τους ίδιους. δέχονται εν μέρει τη θέση των ιστορικών της χώρας τους για βουλγαρική καταγωγή, ορισμένοι όμως αμφιβάλλουν για την ορθότητά της. Αμφισβητούν έντονα τις κινήσεις εκπροσώπων της τουρκικής μειονότητας, που σε συνεργασία με Βούλγαρους ιστορικούς και λαογράφους, προσπαθούν να τους πείσουν και να τους εντάξουν στα τουρκικά φύλα των Βαλκανίων. Στην απογραφή τού 2006, δηλώθηκαν 12.000 Γκαγκαβούζηδες, αριθμός εντυπωσιακά αυξημένος σε σχέση με την απογραφή του 2001.
Οι Γκαγκαβούζηδες της Μολδαβίας αποτελούν τη μεγαλύτερη και πιο συμπαγή ομάδα (175.000) ζουν στην περιοχή του Budjak (Μπουτσιάκ), από τον 19ο αιώνα. Μετά το 1917 αναγνωρίσθηκαν ως σοβιετική εθνότητα και η γλώσσα τους το 1956 εντάχθηκε ως ξεχωριστή διάλεκτος των τουρανικών λαών της κεντρικής Ασίας, Σιβηρίας και Καυκάσου. Βασικός στόχος της σοβιετικής ιστορικής σχολής ήταν να αποδυναμώσουν στη μνήμη και την ταυτότητα των Γκαγκαβούζηδων τις ιστορικές τους καταβολές και τις σχέσεις τους με την Ορθοδοξία και τα Βαλκάνια.
Σήμερα η περιοχή τους είναι αυτόνομη με ειδικό καθεστώς, μέσα στο μολδαβικό κράτος. Στην αυτόνομη περιοχή, υπάρχουν τρεις πόλεις, το Comrat (πρωτεύουσα), το Ceadr-Lunga (Τσαντίρ-Λούνγκα) και το Vulcnetii (Βουλκανέστι), και 26 γκαγκαβούζικα χωριά.
Στη Γκαγκαουζία της Μολδαβίας έχουν παρατηρηθεί και μελετηθεί δύο διάλεκτοι, η κεντρική διάλεκτος με ομιλητές της στο Comrat και το Hadr και η νότια διάλεκτος με ομιλητές στο Vulkaneti, οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως Ρουμ-Γκαγκαούζ.
Συμπεράσματα
Έγινε μια προσπάθεια παρουσίασης όλων εκείνων των στοιχείων που χαρακτηρίζουν τη γλωσσική και κοινοτική ομάδα των Γκαγκαβούζηδων, δίχως να γίνει αναλυτική αναφορά σε όσους ζουν σήμερα στη Γκαγκαουζία της Μολδαβίας, στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία και στο επίπεδο αυτοσυνειδησίας τους. Αναδείχτηκε αυτό που αποσιωπάται από τις επίσημες ιστορικές σχολές πως πρόκειται για ένα αυτόχθονο θρακικό φύλο που έδειξε μία αξιοθαύμαστη προσαρμοστικότητα στους κάθε λογής κατακτητές.
Στο ερώτημα, εάν μπορούμε να μιλάμε για μια «γκαγκαβούζικη κουλτούρα» ή για μια «γκαγκαβούζικη παράδοση», υποθέτοντας ότι αν δεχόμασταν πως υπάρχει ένας γκαγκαβούζικος πολιτισμός, θα έπρεπε να αναιρέσουμε και το θεωρητικό μας πλαίσιο, που δεν δέχεται τον πολιτισμό σαν ένα ομοιογενές και συνεκτικό σύνολο, αλλά και την ίδια την έννοια της ιστορικότητας, που συνεπάγεται μια δυναμική προσέγγιση στο χώρο και στο χρόνο. Συνεπώς θα πρέπει να μιλήσουμε συμβατικά για την γκαγκαβούζικη κουλτούρα ή καλύτερα για τις γκαγκαβούζικες πολιτισμικές πραγματικότητες στον ελλαδικό χώρο, από την περίοδο της οριστικής εγκατάστασης ενός σημαντικού πληθυσμού τους εντός των ελληνικών συνόρων.
Ο μετασχηματισμός μιας εθνοτικής ταυτότητας με έντονα τα τοπικά χαρακτηριστικά σε εθνική σήμανε για τους Γκαγκαβούζηδες ουσιαστικά την ένταξή τους στο νέο ελληνικό έθνος. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν για παράδειγμα μία πλειάδα ελληνόφωνων εμπόρων, δασκάλων, λογίων και κληρικών, οι οποίοι ανέπτυξαν μια έντονη δραστηριότητα σε ό,τι αφορά τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας, δραστηριότητα που όχι σπάνια ταυτίζεται και με μια αρνητική τοποθέτηση απέναντι στη μητρική τους γλώσσα που είναι τα γκαγκαβούζικα. Σήμερα αποδεικνύεται πως ήταν καθοριστικός ως προς τη συγκρότηση μιας ελληνικής εθνικής συνείδησης στα πιο πλατειά στρώματα των γκαγκαβούζικων κοινωνιών.
Η σταδιακή υποβάθμιση, με τελικό κίνδυνο την πλήρη εξαφάνισή της, οδήγησε τη γκαγκαβούζικη γλώσσα να παραμένει προφορική και να χρησιμοποιείται μόνο στην μεταξύ τους επικοινωνία, στους χώρους των κοινοτήτων και σε οικογενειακά πλαίσια, με μια ολοένα αυξανόμενη τάση εγκατάλειψής της.
Ο «δυϊσμός» του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού με άξονα τη διχοτομία αστικό κέντρο-περιφέρεια, στάθηκαν κατά έναν ειρωνικό τρόπο ευεργετικά, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ως προς την επιβίωση «παραδοσιακών» μορφών κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικής έκφρασης. Από τη μια, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του εθνικού κράτους και από την άλλη, η διαδικασία εκσυγχρονισμού και αστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας συνετέλεσαν σε μια ραγδαία περιθωριοποίηση των περιφερειακών και εθνοτικών ετεροτήτων και σε μια αντίστοιχη ενίσχυση των κεντρικών προτύπων και των μηχανισμών πολιτισμικής ομογενοποίησης. Η μεγάλη αγροτική έξοδος και η ερήμωση της υπαίθρου, μαζί με την επικράτηση των αστικών προτύπων και την αστυφιλία, δεν οδήγησαν μόνο σε μια δημογραφική αφαίμαξη των γκαγκαβούζικων κοινοτήτων, αλλά και σε μια διασπορά που θα σημάνει την αρχή του τέλους μιας μακράς διάρκειας. Όσοι μένουν πίσω έχουν να αντιμετωπίσουν μαζί με τα οικονομικά προβλήματα και την κοινωνική περιθωριοποίηση, ενώ αυτοί που φεύγουν κάνουν αγωνιώδη προσπάθεια να προσαρμοστούν στα αστικά κέντρα, γεγονός που έχει μεγάλες συνέπειες σε ό,τι αφορά την ίδια την πολιτισμική τους ταυτότητα.
Ως αποτέλεσμα πρέπει να θεωρηθεί, η σταδιακή αφομοίωσή τους στα κεντρικά πολιτισμικά πρότυπα, τα οποία μάλιστα αρχίζουν να ξεφεύγουν σιγά-σιγά και από τον ίδιο τον έλεγχο του εθνικού κράτους, μέσω των ευρωπαϊκών θεσμών αλλά και των μηχανισμών της παγκοσμιοποίησης, στις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
Στην σημερινή εποχή, η όποια πολιτισμική ετερότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ο πολιτισμικός πλούτος ενός κράτους, παρά ως κίνδυνος για την εθνική συνοχή του. Ειδικά όσον αφορά στην ελληνική πολιτεία καλό θα ήταν να αντιμετωπίζεται ως ευλογία και όχι ως κακοτυχία.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

Παρουσίαση του βιβλίου του Χρήστου Κοζαρίδη " Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες"

Ο Πολιτιστικός & Αθλητικός Σύλλογος «Καπετάν Μητρούσης»,
σας προσκαλεί
στην παρουσίαση του βιβλίου
« Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες» του κ. Χρήστου Κοζαρίδη.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο ξενοδοχείο
Φίλιππος Ξενία των Σερρών, στις 28 Απριλίου 2010 στις 8:00 μ.μ.
Το βιβλίο θα προλογίσουν οι :
κ. Ακτσόγλου Ιάκωβος
Επίκουρος καθηγητής στο τμήμα
Γλώσσας-Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων χωρών
του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
&
ο κ. Μπακιρτζής Ιωάννης
Λέκτορας του τμήματος Γλώσσας-Φιλολογίας και Πολιτισμού
Παρευξείνιων χωρών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Η παρουσία σας θα μας τιμήσει ιδιαίτερα

Εκτός από την παρουσίαση του βιβλίου, θα εμφανιστούν και χορευτές των τριών από τα επτά τμήματα του συλλόγου, σε Γκαγκαβούζκους χορούς .
Στο τέλος δωρεάν προσφορά εδεσμάτων.

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Hristos dirlidi mezardayi uliulere ve dirilere umiur baasladi!!
"Χριστός ντιρλιντί μεζαρνταΐ, ουλιούλερε βε ντιριλερέ, ουμιούρ μπαασλαντί!!
"Χριστός ανέστη εκ νεκρών, στους πεθαμένους και στους ζωντανούς χάρισε ζωή!!""ΑΥΤΟ ΜΟΥ ΤΟ ΕΙΠΕ ΕΝΑΣ ΠΑΠΠΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΕΡΑΜΟ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ!!!
Hristos dirildi ölülerden,ölümü ölümlen bastı hem mezarda da olannara ömür baaşladı!!
ΑΥΤΟ ΜΟΥ ΤΟ ΕΣΤΕΙΛΕ ΜΙΑ ΦΙΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΚΑΓΚΑΟΥΖΙΑ!!ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ ΘΑΝΑΤΟ ΘΑΝΑΤΟΝ ΠΑΤΗΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΜΝΗΜΑΣΙ ΖΩΗ ΧΑΡΙΣΑΜΕΝΟΣ!! ΑΥΤΑ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΜΑΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΝ ΑΚΟΜΗ!!!

Παρασκευή 19 Μαρτίου 2010

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Σε ορισμένους από εσάς που βρίσκεστε σε αυτή την αίθουσα όταν λάβατε την πρόσκληση για την εκδήλωση- παρουσίαση του βιβλίου μου θα γεννήθηκε η απορία: Γκαγκαβουζηδες-ποιοι είναι αυτοί πάλι όπως και σε άλλους γιατί τώρα αυτή η εκδήλωση;
Αντίστοιχα σε ανύποπτο χρόνο ένας καταξιωμένος καθηγητής ιστορίας ο Κ. Φωτιάδης σε μια ομιλία του πριν από 7-8 χρόνια είχε πει απευθυνόμενος σε ανάλογο ακροατήριο πως τα επόμενα 20 χρόνια στην εξωτερική πολιτική αυτής της χώρας θα κυριαρχεί ή θα αποτελεί μια από τις προτεραιότητες της το θέμα των Γκαγκαβουζηδων.
Όταν αυτό το γεγονός μου το μετέφεραν φίλοι που έτυχε να είναι στην εκδήλωση και ήξεραν πως ήδη είχα ξεκινήσει την ερευνά μου για το θέμα της καταγωγής των Γκαγκαβούζηδων αισθάνθηκα πως βρισκόμουν ανάμεσα στις συμπληγάδες, διότι θα έπρεπε η έρευνα και η καταγραφή που είχα ήδη ξεκινήσει να είχε όλα εκείνα τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά μιας πραγματικής ιστορικής έρευνας δίχως να κυριαρχούν τα συναισθήματα μου λόγω της καταγωγής, βιώματα της ζωής μου αλλά και των προγονών, της απόρριψης του χλευασμού της υποτίμησης, των διώξεων και των απαγορεύσεων. Και όταν θα ολοκληρώνονταν αυτή η έρευνα θα μπορούσε ο καθένας από μας με υπερηφάνεια να υψώσει το ανάστημα του και να πει ΝΑΙ ΕΙΜΑΙ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΣ.
Αυτό το τελευταίο το έζησα και στις δυο εκφάνσεις του και είμαι υπερήφανος που πρώτος έβαλα αυτό το λιθαράκι της αναγνώρισης και της αποδοχής ενός ταλαίπωρου θρακιώτικου φύλου.
Άρα τα πρώτα εμπόδια είχαν υψωθεί μπροστά μου και έμοιαζαν ανυπέρβλητα. Αυτά δεν είχαν να κάνουν και δεν έμπαιναν μόνο από εξωτερικούς παράγοντες αλλά και μέσα από ανθρώπους της ίδιας μας της ράτσας οι οποίοι κάθε φορά ακόμη και σήμερα τόνιζαν και τονίζουν πως περπατάμε σε ένα τεντωμένο σχοινί και υπάρχει ο κίνδυνος μειονοτικών θέσεων και συνολικής απόρριψης της ομάδας μας. Πολιτειακοί παράγοντες όταν ζήτησα να τους συναντήσω για να συνεισφέρουν στην έκδοση με προέτρεψαν αν το κάνω τελικά να τονίζω σε όλους τους τόνους και τους χρόνους πως είμαστε Έλληνες και να προσέχω μήπως κάνω την Ορεστιάδα Κόσσοβο!! Έτσι προχώρησα μόνος μου στην χρηματοδότηση αυτής της έκδοσης διότι δεν ήθελα να υποκύψω σε κανέναν από όλους αυτούς που αν και επίσημα πρόσωπα και γνώστες της περιοχής επέμεναν να μας χαρακτηρίζουν Τούρκους μόνο και μόνο επειδή μιλούσαμε μια παραλλαγή της τουρκικής γλώσσας, της γλώσσας του πιο μισητού εχθρού της πατρίδας μας. Το μυαλό μου πήγαινε και πηγαίνει πάντα σε μια αυτοβιογραφική επιστολή του Περικλή Πελτέκη πρόσφυγα από τις Σαράντα Εκκλησιές που στα 95 του χρόνια με πλήρη διαύγεια μυαλού ανάμεσα στα άλλα γράφει….. Η αλήθεια είναι ότι όταν ήρθαμε πρόσφυγες το 1922 όπου και να είμεθα Θράκη Μακεδονία Ήπειρο, Πελοπόννησο, δεν μας χώνευαν σε μερικά μέρη κάτι κακότροποι μας έλεγαν Τουρκόσπορους. Πάντως 57 χρόνια που πέρασαν από την προσφυγιά μας συμπεθέριασαν Μικρασιάτικες, Θράκες, Πόντιοι Παλαιοελλαδιτες και σμίχτηκε το αίμα με το αίμα και έτσι ήρθε η ομόνοια και η αγάπη εις όλους τους Έλληνες και ζούμε ωσάν φίλοι στη ωραία και δοξασμένη Ελλάδα μας…….
Μία δεύτερη απάντηση σε όλους αυτούς θα έπρεπε να είναι το γεγονός πως στην σημερινή εποχή η όποια πολιτισμική ετερότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολιτισμικός πλούτος ενός κράτους παρά ως κίνδυνος για την εθνική συνοχή του. Ειδικά όσο αφορά στην ελληνική πολιτεία πιστεύω πως θα έπρεπε να αντιμετωπίζετε ως ευλογία και να πάψει να αποτελεί κατάρα.
Πριν από 4 χρόνια όταν για πρώτη φορά το συγκεντρωμένο υλικό μου περίπου 150 σελίδες το έδωσα στην επίκουρο καθηγήτρια ιστορίας στο τμήμα Νηπιαγωγών Φλώρινας κ. Βαμβακίδου Ιφιγένεια να εκτιμήσει αν θα μπορούσε να εκδοθεί ένα βιβλίο με θέμα την καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων μου απάντησε μετά από λίγο καιρό με δύο παρατηρήσεις:
Α) αν θες να κάνεις ένα ιστορικό βιβλίο θα πρέπει να βγάλεις από έξω όλες εκείνες τις φράσεις που υποκρύπτουν και εκφράζουν έντονα τη συναισθηματική και προσωπική σου σχέση με τους Γκαγκαβούζηδες και
Β) προχώρα διότι όσο και να έψαξα στην ελληνική βιβλιογραφία δεν βρήκα πουθενά ένα ολοκληρωμένο βιβλίο σχετικά με εσάς.
Ως προς την πρώτη παρατήρηση είναι γεγονός πως αγωνίστηκα παρά πολύ πάνω στα γραπτά μου για να φτάσω όπως θα είδατε ή θα δείτε να μην εκφράζω καθόλου τον συναισθηματικό μου κόσμο και να κρίνω αντικειμενικά τις διάφορες θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς γύρω από την καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων. Ίσως κάποιοι από εσάς να σκέφτονται πως ο τίτλος του βιβλίου και ειδικά το «Εμείς» αποτελεί έναν επιθετικό προσδιορισμό με τον οποίο θέλεις να τονίσεις την διαφορετικότητα σας ανεξάρτητα αν δεν θέλεις έτσι να τον προσδιορίζεις. Δεν θα διαφωνούσα πλήρως με αυτήν την παρατήρηση διότι οι περισσότεροι από εσάς δεν γνωρίζετε και δεν μπορείτε να φανταστείτε τι έχουν περάσει στο διάβα των χρονών οι Γκαγκαβούζηδες λόγω της ετερογλωσσίας τους όπως και οι υπόλοιποι αλλόγλωσσοι πληθυσμοί και ομάδες στην πατρίδα μας. Η γκετοποίηση στα πρώτα χρόνια δεν επιβλήθηκε μόνο από τους έχοντες εξουσία-το κράτος- αλλά και από τους ίδιους τους εαυτούς τους ως άμυνα στην χλεύη στην υποτίμηση και στους διωγμούς. Έτσι ως κλειστή κοινωνία πορεύτηκαν και κατάφεραν να επιβιώσουν. Με τα χρόνια η αστυφιλία και η αστικοποίηση της ίδιας της αγροτικής κοινωνίας τους ανάγκασε να ανοίξουν τα σύνορα της κοινότητας τους. Αρχικά δέχτηκαν στους κόλπους της αλλόγλωσσους και μετά σιγά-σιγά τα σύνορα άνοιξαν και όλοι συγγένεψαν. Στην μακροχρόνια έρευνά μου έβλεπα και βλέπω ακόμη στις κοινότητες των Γκαγκαβούζηδων να αντιμετωπίζονται σε μικρότερο βαθμό οι νύφες και οι γαμπροί από άλλη ράτσα ως «ξένοι».
Στη δεύτερη παρατήρηση της κ. Βαμβακίδου πράγματι το είχα διαπιστώσει και εγώ πως δεν υπήρχαν εκτεταμένες αναφορές πάνω στο θέμα της καταγωγής μας. Μια αναφορά από τον αξιοσέβαστο δάσκαλο καθηγητή Αλέξη Σαββίδη ο οποίος στο βιβλίο του ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ μας εντάσσει στα πρωτοτουρκικά φύλα και μια του επίσης αξιοσέβαστου δάσκαλου και καθηγητή κ. Οργανογόνου που μας ενέταξε στους Καραμανλήδες. Όλη η άλλη βιβλιογραφία δυστυχώς είναι ξενόγλωσση και προέρχεται από την τουρκική και σοβιετική σχολή ιστορίας. Πάνω σε αυτή διάφοροι ερευνητές μέσα από εργασίες, ομιλίες άρθρα και βιβλία τους αναμασούν την προπαγάνδα των Τούρκων και Ρώσων ιστορικών δίχως να ρωτήσουν τους ιδίους τους Γκαγκαβούζηδες. Και εγώ που μεγάλωσα ως Ρουμ Γκαγκαούζ έπρεπε να αποδείξω πως δεν έχουμε σχέση ιστορικά με οποιοδήποτε τουρκικό φύλο που εμφανίστηκε στα βυζαντινά χρόνια.
Ήταν πιστέψτε με πολύ δύσκολο να περπατάς συνεχώς πάνω σ ένα τεντωμένο σκοινί να ακροβατείς συνεχώς για να μην κατηγορηθείς ως εθνικιστής ούτε από την μια πλευρά ούτε από την άλλη. Ακόμη δε περισσότερο να κατηγορηθείς πως επίτηδες λόγω της καταγωγής μου άπλωσα ένα πέπλο αγνότητας πάνω από τους Γκαγκαβούζηδες.
Έτσι αναγκαστικά η έρευνα μου επεκτάθηκε σε γειτονικές χώρες που από τα αρχεία τους έβρισκα σημαντικές πληροφορίες για το θέμα της καταγωγής των Γκαγκαβούζηδων. Στην έρευνά μου αυτή με βοήθησε παρά πολύ η καλή γνώση της τουρκικής και ρουμάνικης γλώσσας και η πολύ καλή σχέση μου με το διαδίκτυο. Τα αρχεία που έβρισκα στα ρώσικα και βουλγάρικα αναγκαστικά πήγαιναν για μετάφραση με κόστος οικονομικό για μένα αλλά πάντα με αγωνία το τι καινούργιο θα συναντούσα μπροστά μου.
Όταν ολοκλήρωσα αυτή την πρώτη και σημαντική καταγραφή ιστορικών πηγών είδα έκπληκτος πως η πρώτη κοιτίδα των Γκαγκαβούζηδων ήταν η Δοβρουτσά της βόρεια Βουλγαρίας. Έκπληκτος διότι πάντα άκουγα τον συγχωρεμένο πατέρα μου να μου λέει πως αν θέλουμε να μάθουμε για εμάς θα πρέπει να ψάξουμε τις ρίζες μας και προς την Βουλγαρία και όχι μόνο στην Ανατολική Θράκη.
Ακολούθησε και δεύτερη συνεχόμενη έκπληξη!! Επιβεβαιώνονταν μια ακόμη σκέψη μου πως όλοι οι ιστορικοί έκρυβαν επιμελώς κάτω από το χαλί της ιστορίας τα φύλα που κατοικούσαν και προϋπήρχαν των Γκαγκαβούζηδων στη περιοχή αυτή. Είχα προσέξει πως οι αναφορές όλων σταματούσαν στον 18ο αιώνα και κανείς δεν έβλεπε ή δεν ήθελε να δει τι υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια. Έτσι εντόπισα πως στην ίδια περιοχή από τη αρχαιότητα και μέχρι τα πρώτα βυζαντινά χρόνια κατοικούσε στην περιοχή ένα θρακικός λαός οι Κροβούζοι ή Κατταούζοι στα ρωμαϊκά χρόνια. Ο Οβίδιος γράφει πως μιλούσαν τα ελληνικά με γετική βαρβαρίζουσα προφορά. Στάθηκα σε αυτές τις αναφορές διότι για πρώτη φορά καταρρίπτονταν μέσα μου ο μύθος που είχε πλάσει μέχρι τότε η τουρκική σχολή πως είμαστε απόγονοι των Ούζων του 11ου αιώνα. Η σχολή αυτή επιμένει πως το όνομα μας προέρχεται από το όνομα ενός από τα 22 φύλα των Ούζων που ονομάζοντας Γκαγκ!! Τέτοιο φύλο όσο και να έψαξα ποτέ δεν ήρθε στα Βαλκάνια, αντίθετα έφτασε μέχρι την Κασπία Θάλασσα όπου και αφομοιώθηκε από τα άλλα τουρκογενή φύλα. Έτσι για πρώτη φορά μπορεί να γίνει ο συσχετισμός των Κατταούζων με τους Γκαγκαβούζηδες με βάση το όνομά τους. Επίσης αξίζει να αναφερθεί η παρατήρηση του πατέρα της ρουμάνικης ιστορίας Ν. ΓΙΟΡΚΑ ο οποίος όταν καταγράφει τους λαούς τα έθνη και τα φύλα του ποταμού Δούναβη σημειώνει πως ανάμεσα τους ζούσαν και οι Γκαγκαούτσοι και δεν μπορεί αυτός ο λαός να εξαφανίστηκε έτσι ξαφνικά από το πρόσωπο της ιστορίας.
Έτσι άρχισα και επιβάλλονταν να χαλάσω όλο το πάζλ της καταγωγής των Γκαγκαβούζηδων που είχα σχηματίσει στο μυαλό μου αλλά και στα γραπτά μου κείμενα. Έπρεπε να προσθέσω ψηφίδες στο πάζλ προσθέτοντας κείμενα αρχαίων Ελλήνων, Ρωμαίων και Βυζαντινών ιστορικών και χρονικογράφων. Ο Ηρόδοτος ο Στράβωνας, ο Πτολεμαίος ο γεωγράφος οι Ρωμαίοι Πλίνιος και Οβίδιος αναφέρονται στους Κροβούζους και Κατταούζους. Αργότερα ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του γράφει: ασπάζεστε επίσκοπον Αμπλίαν ως εαυτό μου!! Ο Απόστολος Ανδρέας προσηλυτίζει με υπομονή και επιμονή όλους τους λαούς ειδικά των παραθαλάσσιων περιοχών τους έχοντας ελληνικήν παιδείαν όπως βρέθηκε σε κείμενα εποχής. Ο Άγιος Γότθος κατάγεται από την ίδια περιοχή όπως και ο επίσκοπος Λουφλιλας αιρετικός αργότερα αλλά υπεύθυνος για τον εκχριστιανισμό των λαών του Δούναβη κατάγεται από την ίδια περιοχή και στα χρονικά των βυζαντινών καταγράφεται ως ομιλών ελληνικά με βαρβαρίζουσα προφορά. Ο Ηρόδοτος δε τους χαρακτηρίζει ως λαό ανδριώτατο, γαλακτοφόρο και πολεμικό το γένος. Όλες αυτές οι αναφορές αποκρύπτονται εντέχνως και συστηματικά από τους σύγχρονους ιστορικούς.
Εδώ μπορεί και πρέπει να μπει ένα βασικό ερώτημα που θα μπορούσε να μου απευθύνει ο οποιοσδήποτε από εσάς: μα είναι τόσο καθαροί οι Γκαγκαβούζηδες και δεν ήρθαν σε επαφή με άλλους λαούς;
Δεν το αρνούμαι και ίσα-ίσα δέχομαι πως δεν είναι δυνατόν να μην υπήρξαν επιμιξίες μεταξύ διαφορετικών φύλων και λαών ανεξάρτητα της γλώσσας και της καταγωγής. Ένα φαινόμενο άλλωστε που παρατηρήθηκε σε όλα τα Βαλκάνια. Πώς όμως και κάτω από ποιες συνθήκες είναι το δεύτερο ερώτημα. Είμαι σίγουρος και πεισμένος πως όλες αυτές έγιναν διότι σε όλα τα Βαλκάνια είχε επικρατήσει ο χριστιανισμός ως η κοινή θρησκεία όλων των λαών που είχαν ενταχθεί οικιοθελώς η με την βία στο κρατικό σύστημα της νέας αναδυόμενης και ανερχόμενης παγκόσμιας δύναμης του βυζαντινού κράτους. Ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις του καθενός μας θα πρέπει να δεχτούμε πως ο χριστιανισμός σαν κρατική ιδεολογία από τα πρώτα χρόνια του Βυζάντιου αποτέλεσε σε ένα μεγάλο βαθμό το χωνευτήρι των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, καταγωγής, φύλου παραδόσεων, εθίμων, πολιτιστικής κληρονομίας και ένας νέος τύπος πολίτη κάνει την εμφάνιση του αυτός του Βυζαντινού πολίτη, ο οποίος για να αναρριχηθεί στα ανώτερα αξιώματα στρατιωτικά και πολιτικά θα έπρεπε να γίνει υποχρεωτικά χριστιανός στο θρήσκευμα. Επίσης η μεγαλοπρέπεια και η αίγλη που προσέδιδε σε όλους τους λαούς η Κωνσταντινούπολη, ανάγκαζε όλους να στρέφουν το βλέμμα τους προς αυτή είτε για να την κατακτήσουν είτε για να ενταχθούν πλήρως στο πολιτικό-οικονομικό-κοινωνικό σύστημα της.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες γαλουχήθηκαν και οι πρόγονοι των Γκαγκαβούζηδων οι Κατταούζοι. Οι πηγές από τους βυζαντινούς χρονικογράφους δεν αναφέρονται σε ένα ξεχωριστό έθνος που έπειτα από μια επιδρομή νικηθήκαν από το βυζαντινό στρατό και ως ηττημένοι να εγκαταστάθηκαν σε εδάφη που τους παραχώρησε το Βυζάντιο. Απεναντίας μιλούν για ελληνόγλωσσους πληθυσμούς τουλάχιστον στο επίπεδο των πόλεων και των διοικήσεων. Άρα θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως έχουμε να κάνουμε τουλάχιστον με ελληνοχριστιανικούς πληθυσμούς που εντάχθηκαν από νωρίς στο βυζαντινό σύστημα διοίκησης.
100 χρόνια πριν την επέλαση των Οθωμανών στα Βαλκάνια στην ίδια περιοχή καταγράφεται το Δεσποτάτο της Καβάρνας ως ανεξάρτητο από το βουλγαρικό κράτος και φόρου υποτελής στο Βυζάντιο. Με την επέλαση των Οθωμανών είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στην υποταγή ή στην αντίσταση. Επέλεξαν την αντίσταση και νικήθηκαν στη μάχη της Βάρνας το 1396-98 διότι δεν δέχτηκε ο Δεσπότης τους Ιβαγκός να διαθέσει το στρατό του εναντίον του βασιλιά της Σερβίας Λαζάρου. Η σθεναρή τους αντίσταση και η ανάγκη των σουλτάνων να συντηρήσουν πάνω από ένα εκατομμύριο στρατιώτες στην περιοχή θα πρέπει να είναι το γεγονός που δεν προχώρησαν στην εξολόθρευση του πληθυσμού της περιοχής. Φαινόμενα βίαιων εξισλαμισμών παρατηρήθηκαν αλλα σε μεμονωμένα πεδία. Στην παράδοση των Γκαγκαβούζηδων της Δοβρουτσάς υπάρχει καταγραμμένο το γεγονός της μαζικής αυτοκτονίας Γκαγκαούζων γυναικών στο φρούριο της Καλιάκρας ως άλλες γυναίκες του Ζαλλόγγου. Στη θέση που έπεσαν οι απόγονοι τους έστησαν ένα άγαλμα για να τις τιμήσουν. Σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσαν με τις μαζικές μεταναστεύσεις τουρκογενών πληθυσμών αυτοί ως μειοψηφία αναγκάζονται να αλλάξουν την γλώσσα τους για να επιβιώσουν. Ακούγεται ως απλοϊκό επιχείρημα; Και όμως δεν είναι.
Ένας σημαντικός παράγοντας που κράτησε τους Γκαγκαβούζηδες στη αγκαλιά του ελληνισμού ήταν η φανατική προσκόλληση τους στο Χριστιανισμό και στα βυζαντινά πρότυπα διοίκησης και αυτοδιοίκησης των κοινοτήτων τους. Σημαντικό παράγοντα αποτέλεσε επίσης το ειδικό καθεστώς εκκλησιαστικής διοίκησης της περιοχής με την μορφή της Εξαρχίας μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα. Η άμεση σχέση τους με τον εκάστοτε Έξαρχο, ο όποιος ήταν και Μέγας Λογοθέτης του Πατριαρχείου ίσως να συνετέλεσε στο να λένε οι γέροντες Γκαγκαβούζηδες όταν τους ρωτούσα από πού καταγόμαστε να μου απαντούν: « μπιζ ολουμ εβλιατ οτζιακ γκελντιμ». Έτσι σε ένα αγροτοκτηνοτροφικό πληθυσμό αγράμματο συνεχίζει τα επόμενα χρόνια να περνά στο υποσυνείδητο τους πως είναι κάτι ξεχωριστό και πάντα σε σχέση με το Πατριαρχείο.
Μπορεί όλα αυτά να θεωρούνται απλοϊκές προσεγγίσεις σε ένα σημαντικό θέμα όπως είναι η καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων και να προκαλούν θυμηδία σε ιστορικούς κύκλους. Αν ήταν όντως τουρκικό φύλο γιατί δεν εντάχθηκαν αμέσως ή και μετά από λίγα χρόνια στο οθωμανικό σύστημα με τον πλήρη εξισλαμισμό τους για να αποφύγουν τα βίαια και συχνά ξεσπάσματα της οθωμανικής διοίκησης επάνω τους, όπως έκαναν άλλα τουρκογενή φύλα; Απεναντίας παρέμειναν χριστιανοί προσκολλημένοι στο αδύναμο αρχικά Πατριαρχείο και μετέπειτα στο ισχυρό ελληνορθόδοξο αυτοδιοίκητο σύστημα των κοινοτήτων.
Σε όλους τους ρωσοτουρκικούς πολέμους συμμετείχαν στο πλευρό των Ρώσων προσβλέποντας στην απελευθέρωση τους από το Ξανθό γένος. Ποιος τους οργανώνει και ποιου το όνομα έχουν αποδώσει σε χωριά τους στην Βεσσαραβία και στην Ανατολική Θράκη. Του Δημήτρη Βατικιώτη, έμπορο από τα Βατικα της Λακωνίας, Απόστολος της Φιλικής Εταιρείας και εμψυχωτής και οργανωτής της περίφημης Βουλγάρικης Λεγεώνας. Κατακτητής της Σίλιστρας με τους Γκαγκαβούζηδες στρατιώτες τους. Ως νέος Οδυσσέας σκέφτηκε ένα τέχνασμα ανάλογο του Δούρειου Ίππου για να κατακτήσει την επί 6 μήνες πολιορκούμενη και αντιστεκόμενη πόλη στα ρωσικά πυρά. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του διότι πέθανε πολύ μικρός Αλλά έμεινε στην μνήμη των Γκαγκαβούζηδων που τον τιμούν ακόμη και σήμερα.
Η συμμέτοχή τους στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας είναι αδιαμφισβήτητη ανεξάρτητα αν προσπαθούν να την αποσιωπήσουν οι Βούλγαροι ιδίως ιστορικοί.
Οι μεγάλες αναγκαστικές μεταναστεύσεις τους ξεκίνησαν μετά το 1840 και ολοκληρώθηκαν το 1880 για να αποφύγουν τα αντίποινα των οθωμανικών στρατευμάτων που μετά από κάθε τους ήττα στα πολεμικά θέρετρα της περιοχής ξεσπούσαν σε λεηλασίες και σφαγές των ντόπιων χριστιανικών πληθυσμών. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στη Βεσσαραβία υπολογίζεται πως περίπου 100.000 εγκαταστάθηκαν στις στέπες της. 15-20.000 κατευθύνθηκαν νότια προς την Ανατολική Θράκη σε χωριά γύρω από την Αδριανούπολη όπου με βάση τις πληροφορίες τους ήρθαν να βρουν τους ήδη εγκατεστημένους από το 1540-60 Γκαγκαβούζηδες από την γυναίκα του σουλτάνου Σελίμ Α' την Ρωξελάνη, Ουκρανή στην καταγωγή. Όσοι παρέμειναν βιώσαν νέους διωγμούς από το νεοϊδρυόμενο βουλγαρικό κράτος και αφού υπέφεραν μαζί με τον υπόλοιπο ελληνισμό της Βουλγαρίας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις προγονικές τους εστίες και να διασκορπιστούν στην Ανατολική Θράκη και Μακεδονία. Στην Ανατολική Θράκη εντάχθηκαν στο ελληνορθόδοξο σύστημα διοίκησης και μαζί με τον υπόλοιπο ελληνισμό υπέφεραν αλλά και μεγαλούργησαν κάτω από αντίξοες συνθήκες. Ίδρυσαν σχολεία εκκλησιές, συμμετείχαν στους αγώνες του θρακιώτικου ελληνισμού για ελευθερία όπως μαρτυρούν τα προξενικά έγγραφα της Αδριανούπολης και οι αφηγήσεις των: Γονατά, Ιων Δραγούμη και άλλων προξένων.
Τελικά το 1922-24 εγκαταλείπουν οριστικά τις εστίες τους και εγκαθίστανται η μεγάλη τους πλειοψηφία σε 22 χωριά του Έβρου και σε χωριά της Κομοτηνής Ξάνθης των Σερρών και του Λαγκάδα Θεσσαλονίκης. Ένας νέος Γολγοθάς ξεκίνησε όπως και για όλους τους πρόσφυγες της Ανατολής. Πάλεψαν παρά τις αντιξοότητες και τα εμπόδια που τους επέβαλε το επίσημο ελληνικό κράτος λόγω της γλώσσας τους. Παρέμειναν πιστοί στην Εκκλησία και στον ελληνισμό δίχως να χάνουν ποτέ την πιστή τους πως κάποτε θα δικαιωθούν.
Λίγα λόγια για την Μολδαβία. Σήμερα αποτελούν την αυτόνομη δημοκρατία της Γκαγκαουζίας, με πληθυσμό 170.000 Γκαγκαούζους. Η ανακήρυξη της δημοκρατίας το 1990 δεν έγινε αποδεκτή από κανένα διεθνή οργανισμό παρά μόνο από την Τουρκία και την Ρωσία. Από τα πρώτα χρόνια μέχρι και σήμερα επικρατεί μια σύγχυση για την ιστορία τους. Η άμεση προσέγγιση τους από τους Τούρκους, η χρηματοδότηση αναπτυξιακών προγραμμάτων τους εγκλώβισε στην αγκαλιά της τουρκικής εξωτερικής πολίτικης. Από την άλλη η ελληνική πλευρά δεν ενδιαφέρθηκε ουσιαστικά ποτέ να τους προσεγγίσει με βάση τους ιστορικούς δεσμούς. Η Ρωσία τα πρώτα μετασοβιετικά χρόνια δεν είχε τις οικονομικές δυνατότητες να τους βοηθήσει. Με αποτέλεσμα να δοθεί η καλύτερη ευκαιρία στην τουρκική πλευρά να εκμεταλλευτεί και να επενδύσει στο αυτόνομο αυτό κρατίδιο. Παρεμβάσεις μέσω εκκλησιαστικών οργανώσεων από την Ελλάδα ενώ ξεκίνησαν με ενθουσιασμό γρήγορα απογοητεύθηκαν η σταμάτησαν για διαφόρους λόγους. Βασικά πιστεύω πως κανείς από τους υπευθύνους αυτών των αποστολών δεν είχε προσεγγίσει η δεν ήξερε να τους προσεγγίσει στη βάση της κοινής καταγωγής. Ένας δεύτερος λόγος είναι η φτώχεια και η δυστυχία που κυριαρχούν και αναγκάζουν τους Γκαγκαούζους να μεταναστεύσουν ή και να αποδέχονται το λόγο του Θεού από χίλιες δυο χριστιανικές αιρέσεις που κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος. Η παρέμβαση της επίσημης πολιτείας περιορίστηκε στην χρηματοδότηση μιας έδρας ελληνικής γλώσσας στο πανεπιστήμιο του Κομρατ και στην ίδρυση τμημάτων ελληνικής γλώσσας σε ορισμένα σχολεία που γρήγορα όμως έπαψαν να λειτουργούν. Γιατί όλα αυτά; Διότι ποτέ μέχρι και σήμερα δεν ρώτησαν εμάς τους ίδιους τους Γκαγκαβούζηδες για τρόπους συνεργασίας και αποτελεσματικής πολιτικής απέναντι στους αδελφούς μας της Γκαγκαουζίας. Αλλά πώς να μας ρωτήσουν όταν ακόμη και μέχρι πέρσι από επίσημα χείλη της πολιτείας ακούγαμε πως είμαστε Τούρκοι και δεν αξίζει να ασχοληθούν μαζί μας διότι θα είχαν ακόμη ένα πρόβλημα εθνικό στα ήδη υπάρχοντα της Θράκης.
Και όμως εμείς μια ομάδα παθιασμένων Γκαγκαβούζηδων με δική μας πρωτοβουλία και με δικά μας έξοδα πραγματοποιήσαμε επισκέψεις εδώ και τρία χρόνια παρεμβαίνοντας ουσιαστικά στα πολιτιστικά πολιτικά δρώμενα και στους ιστορικούς κύκλους αναγκάζοντας ορισμένους τουρκόφιλους ηγέτες να παραδέχονται πως τελικά το βλέμμα τους πρέπει να το στρέψουν προς τα Βαλκάνια και την Ελλάδα. Έκλεισε ο κύκλος; Όχι τώρα έχει ανοίξει και μας περιμένει να δώσουμε ακόμη περισσότερα για την υπόθεση των Γκαγκαβούζηδων
Κάναμε την αρχή!! Ναι!! Ζητάμε την υποστήριξη της πολιτείας της εκκλησιάς, του τύπου και των διαφόρων οργανώσεων. Για να μπορούν να δικαιωθούν ως το τέλος όλες οι ψυχές των Γκαγκαβούζηδων. Η έκδοση αυτού του βιβλίου είναι μια ουσιαστική παρέμβαση στο να κατανοήσουν όλοι, εμάς τους Γκαγκαβούζηδες. Παράλληλα φίλοι όπως ο Αλέξης Παρτινούδης ο καλύτερος λυράρης της Θράκης και των Γκαγκαβούζηδων καταγράφει συστηματικά τις μουσικές και τα τραγούδια μας. Κυκλοφόρησαν τα πρώτα τραγούδια μας σε CD ευελπιστούμε πως το επόμενο βήμα θα είναι η έκδοση ενός CD μόνο με γκαγκαβούζικα τραγούδια. Οι σύλλογοι με πρωτεργάτη τον Άγγελο Νικολαίδη μαθαίνουν και διδάσκουν σε όλη την Ελλάδα χορούς Γκαγκαβούζικους. Εδώ στην Αθήνα είχαμε την ευτυχή συγκύρια μια φίλη Μπουζνοχωρίτισσα μεν αλλά πολύ καλή φίλη των Γκαγκαβουζηδων να εντάξει τους χορούς μας στα ΤΕΦΦΑ μέσω μιας έρευνας της που μπορεί να γίνει και διδακτορικό. Έτσι όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά προσπαθούμε να δώσουμε να εκλαϊκεύουμε αυτό το τόσο πολυσύνθετο για τους ιστορικούς αλλά τόσο απλό για μας τους ιδίους θέμα της καταγωγής μας: Πως είμαστε ένα θρακιώτικο φύλο με ελληνική παιδεία και πολιτισμό.

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ!!!!

ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΟΛΟΥΣ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΜ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ!!ΑΚΟΜΗ ΜΙΑ ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΚΑΓΚΑΒΟΥΖΗΔΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ!!ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ!! ΝΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ!!!