Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Ομιλια της Ιφιγένεια Βαμβακίδου, επίκουρος καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Δυτ. Μακεδονίας

«Οι Γκαγκαβούζηδες για την ταυτότητά τους λένε: Εμείς είμαστε Θρακιώτες, χριστιανοί ορθόδοξοι που μιλούν την τουρκική γλώσσα»

Είμαι θρακιώτισσα από Άβδηρα, Χρυσούπολη, Ξάνθη, Αδριανούπολη και Μάλγαρα και αυτό το λέω κάθε φορά που έχουμε συνάντηση ιστορικού τύπου, για να δούμε πόσο μετακινούμενοι είμαστε όλοι και πόσο πολλαπλοί και ποικίλοι στις ταυτότητες.

Χαίρομαι που είμαι στην Ορεστιάδα ξανά, όπου έχω περάσει και περνώ καλά, αλλά κυρίως χαίρομαι που προλογίζω και γραπτά και προφορικά το έργο του Χρήστου Κοζαρίδη, με τον οποίο συνεργάζομαι εδώ και δέκα χρόνια. Ο Χρήστος Κοζαρίδης είναι ιστοριοδίφης, που σημαίνει ότι είναι ερασιτέχνης ιστορικός, καθότι γιατρός στο επάγγελμα, αλλά είναι τόσο βαθιά βουτηγμένος στην ιστορία, στα αρχεία και στη βιβλιογραφία, που μας αναγκάζει να τον αποδεχτούμε, να συνεργαστούμε μαζί του και να διορθώσουμε ο ένας τον άλλο, έτσι ώστε να παράγουμε υλικό για τη νεότερη και τη σύγχρονη ιστορία της Θράκης.

Το συγκεκριμένο ιστορικό πόνημα είναι το τρίτο έργο του Χρήστου Κοζαρίδη και είναι πολύ σημαντικό, προέκυψε δε από δουλειά πέντε χρόνων. Το υλικό, η έρευνα και η ωριμότητα του συγγραφέα έχουν σχέση όμως και με τα δύο προηγούμενα έργα του, που έχουν να κάνουν με την Ανατολική Θράκη και τους πρόσφυγες. Το θέμα του καταρχήν είναι οι πρόσφυγες, ένα δεύτερο θέμα του, γεωγραφικά και γεωπολιτικά είναι η Χερσόνησος του Αίμου, ή όπως την λέμε, τα Βαλκάνια. Ορίζει λοιπόν τον χρόνο, τον τόπο και τις κοινωνικές ομάδες που τον ενδιαφέρουν. Τον ενδιαφέρουν οι πρόσφυγες, τον ενδιαφέρει δηλαδή η ιστορία των «μειοψηφιών» μέσα σε πολλά εισαγωγικά, γιατί αυτούς θέλει να εντάξει σε μια εθνική και παγκόσμια, διεθνή ιστορική πραγματικότητα. Εφόσον λοιπόν ο συγγραφέας ελέγχει τον τόπο, τον χρόνο και τα υποκείμενα, και εφόσον ελέγχει τη ρωσική, την τουρκική, την ελληνική, τη βουλγαρική βιβλιογραφία μπορεί και δημοσιεύει ένα ιστορικό πόνημα.

Όταν παίρνουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο, κατ’ αρχήν λέμε ότι μας ενδιαφέρει το βιβλίο ως υλικό αντικείμενο, το βιβλίο είναι ένα υλικό αντικείμενο: έχει εμφάνιση, σκοπό, πληροφόρηση και αισθητική. Οι εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης», και η εκδότρια η οποία είναι εδώ μας κάνει περήφανους για αυτές τις εκδόσεις, πρόσφερε πάρα πολύ σημαντικό έργο στην αισθητική του πράγματος, στο εξώφυλλο, στο οπισθόφυλλο, στο χαρτί, στην ποιότητα. Όταν διαβάζουμε όμως ένα βιβλίο μας απασχολεί κυρίως να δούμε αν είναι επιστημονικό ή όχι, αν προπαγανδίζει, ιδεολογίζει ή παραπλανά, γι’ αυτό και ανατρέχουμε στα περιεχόμενα και τη βιβλιογραφία. Θα δείτε λοιπόν ότι στο βιβλίο υπάρχουν 20 σελίδες με ευρετήριο ονομάτων, το οποίο αμέσως μας δίνει στοιχεία για τα τεκμήρια του έργου αυτού, και υπάρχουν 15 σελίδες, αφιερωμένες στην βιβλιογραφία, η οποία είναι διεθνής. Αυτή η πολυγλωσσία του συγγραφέα μάς δίνει μεγάλη χαρά, γιατί αναδεικνύει πηγές από την επίσημη ρωσική, τουρκική και βουλγαρική ιστορική βιβλιογραφία, την οποία δεν μπορούμε να χειριστούμε όλοι.

Μένουμε στα περιεχόμενα, όπου υπάρχει μια χρονολογική σειριακή αφήγηση, και αρχίζοντας από την αρχαιότητα, ο συγγραφέας προσπαθεί να προσδιορίσει την κοινωνική του ομάδα, τους Γκαγκαβούζηδες ή Γκαγκαούζηδες. Γκαγκαβούζηδες ή Γκαγκαούζηδες, κάθε φορά επιλέγουμε τη λέξη ανάλογα με τη βιβλιογραφία που ακολουθούμε, εγώ προτιμώ τη ρωσική βιβλιογραφία αλλά αυτό είναι ερμήνευμα δεν είναι αντικειμενικότητα. Ο συγγραφέας καταφέρνει και είναι αντικειμενικός, γιατί αναφέρει τι λένε όλοι οι άλλοι για τους Γκαγκαβούζηδες και στο τέλος, με πολύχρονη επιτόπια έρευνα και συνεντεύξεις, συγκεντρώνει πληροφορίες από την προφορική ιστορία των Γκαγκαούζηδων στον ελληνικό χώρο, στην Θράκη και στην Μακεδονία κυρίως, καταφέρνοντας έτσι να αναδείξει και τη γνώμη των ίδιων των υποκειμένων, των Γκαγκαβούζηδων, για την ιστορία τους.
Μπορεί να λένε οι ρώσοι, οι γάλλοι, οι άγγλοι, οι τούρκοι, οι έλληνες επιστήμονες ότι εσείς είστε αυτό αλλά τι λένε οι ίδιοι οι Γκαγκαβούζηδες; Ότι εμείς είμαστε Θρακιώτες, χριστιανοί ορθόδοξοι που μιλούν την τουρκική γλώσσα, όπως οι περισσότεροι Θρακιώτες, Μικρασιάτες, Πόντιοι και όλες οι άλλες οι ομάδες, οι οποίες, για να επιβιώσουν, έμαθαν την τουρκική γλώσσα και την χρησιμοποίησαν. Μετέχουν επιπλέον και μετείχαν στην θρακιώτικη εκπαίδευση και κυρίως στην καθημερινή βιωματική, όπως λέμε, κουλτούρα, η οποία έχει να κάνει με την ενδυμασία, τη διατροφή, το χορό, το τραγούδι, το γάμο, τη βάπτιση και το θάνατο. Αυτή είναι η ταυτότητά τους.

Στην νεότερη και σύγχρονη πολιτική ιστορία οι ταυτότητες προσδιορίζονται από τις ομάδες οι οποίες θέλουν να είναι αυτό και όχι κάτι άλλο. Έτσι στο πεδίο αυτό καταλαβαίνουμε ότι ο συγγραφέας καταφέρνει και παράγει ιστορική πληροφορία και ιστορική γνώση, έχει πάθος και εμμονή, γιατί εμπλέκεται και ο ίδιος οικογενειακά με την ταυτότητα των Γκαγκαούζηδων, και εκεί ήταν και ο δικός μου ο ρόλος. Διόρθωσα δηλαδή πολλές φορές το κείμενο και συνεργαστήκαμε πολλές φορές για να αποφύγουμε την υποκειμενικότητα, το ερμήνευμα και οποιαδήποτε ιδεοληψία προπαγανδιστικού τύπου. Γι’ αυτό ο συγγραφέας, παρότι έχει θέση και άποψη, - έχει συγκεκριμένη θέση και άποψη στις σελίδες 83, 115, 125, 320, όπου ορίζει την ομάδα αυτή ως θρακιώτικη και αντιτίθεται στην τούρκικη, ρώσικη και βουλγάρικη προπαγάνδα, καθεμία από τις οποίες θέλει να τους εντάξουν στο δικό της πλαίσιο, - παρόλα αυτά ο συγγραφέας στις παρατηρήσεις, στο τέλος του βιβλίου, όχι τυχαία, αφήνει ένα άνοιγμα και δίνει τον λόγο στην ίδια την ομάδα και λέει ας αποφασίσουν αυτοί ανάλογα με το πού μένουν, τι ακριβώς είναι.

Ωστόσο επειδή ακριβώς τα «μειονοτικά ζητήματα» διαμορφώνουν πολιτικά προβλήματα και πολλές ιδεοληψίες, θα πρέπει να ξεκαθαρίσω εδώ τη θέση μου, γιατί είμαι υπεύθυνη και απολογούμαι, καθώς προλογίζω ένα βιβλίο που μιλάει για μειοψηφίες, και, σε πολλά εισαγωγικά, για μειονότητες, ότι εδώ δεν στηρίζουμε ένα Κόσσοβο, δεν στηρίζουμε μειονότητες με έτερους σκοπούς, θεωρούμε ότι είμαστε πολίτες του ελληνικού κράτους, είτε τουρκόφωνοι, είτε μουσουλμάνοι. Είμαστε πολίτες και υπακούμε σ’ αυτό το κράτος, στην εκπαίδευσή του και στην κουλτούρα του, αλλά έχουμε δικαίωμα να αυτοπροσδιοριστούμε και να λειτουργήσουμε μέσα από μια διαφορετική γλώσσα, μέσα από μια διαφορετική θρησκεία, χωρίς ρατσισμούς.

Και επ’ αυτού, μπορούν βέβαια να γίνουν πάρα πολλές συζητήσεις. Βιβλιογραφικά βεβαίως τα ζητήματα αυτά εμείς στην επιστήμη, τα έχουμε λύσει, αλλά ξέρετε, όπως είπε και παλιά ο Λένιν, αλίμονο αν αφήσουμε την ιστορία στους ιστορικούς ή την πολιτική στους πολιτικούς. Ευτυχώς υπάρχουν και άλλοι και μας θυμίζουν ότι υπάρχει και η άλλη ιστορία και η άλλη πολιτική. Έτσι, λοιπόν, ο συγγραφέας συνειδητά δεν διαλέγει τον όρο μειονότητα, διαλέγει τον όρο κοινότητα, και τεκμηριώνει τι σημαίνει κοινότητα στην Χερσόνησο του Αίμου. Δεν διαλέγει τον όρο Βαλκάνια, Balkan από τον τουρκικό όρο, αλλά διαλέγει τον όρο Χερσόνησος του Αίμου, παραπέμποντας στη βυζαντινή βιβλιογραφία και ορολογία. Διευκρινίζει τους όρους του εξαρχής, παίρνει θέση, αποστάσεις αλλά δεν αποσιωπά τη βιβλιογραφία. Δεν αποσιωπά ότι υπάρχει μία ομάδα Γκαγκαούζων, οι οποίοι έμειναν στην Τουρκία, είναι μουσουλμάνοι και αυτοπροσδιορίζονται ως Τούρκοι, ενώ άλλοι που κατοικούν στη Ρουμανία και στη Μολβαδία είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και μιλούν τα γκαγκαούζικα, τα οποία ήταν μια προφορική διάλεκτος και τώρα είναι και γραπτή με σλάβικα στοιχεία. Ομιλούν επιπλέον και τη γλώσσα του κράτους όπου διαμένουν, ελληνικά εδώ, ρουμάνικα εκεί, ρώσικα στην Ουκρανία και ουκρανικά, και, φυσικά, οι νεότερες γενιές μιλούν και τα αγγλικά, τα οποία είναι η γλώσσα της Ευρώπης, η γλώσσα που ανοίγει τις ομάδες στην ευρωπαϊκή ένωση.
Έτσι στο πεδίο αυτό, ο συγγραφέας σε μία μελέτη ιστορικού τύπου, και είναι ιστορικού τύπου, γιατί ξεκινά από την αρχαιότητα και αναφέρεται σε Έλληνες, Ρωμαίους, Θράκες, Δάκες και Ιλλυριούς, μετακινείται στη ρωμαϊκή, βυζαντινή περίοδο όπου δεν αποσιωπά την κυριαρχία των Σλάβων και τις μετακινήσεις των Γότθων και των Ούννων και, τέλος, έρχεται στη νεότερη ελληνική ιστορία, μετά το 1922, και κάνει focus με επιχειρήματα, στοιχεία από πληροφορητές και ντοκουμέντα, στους Γκαγκαούζους που είναι στην περιοχή της ελληνικής επικράτειας. Μ’ αυτά λοιπόν, και με την οικογενειακή προφορική ιστορία την οποία αναδεικνύει, καταφέρνει να μας πείσει ότι πρόκειται για τους Κροβύζους, Κακαούζους, Γκαγκαούζους από την εποχή του Μεσαίωνα, οι οποίοι κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην περιοχή της Καβάρνας και της Βάρνας, έχουν άμεση σχέση με τους Θρακιώτες και σήμερα πια μπορούν, όχι όλοι απ’ αυτούς, αλλά αρκετοί μέσα στο Ευρωπαϊκό Διεθνές Δίκαιο να αυτοπροσδιοριστούν ως τουρκόφωνοι χριστιανοί, θρακιώτες, ευρωπαίοι.

Ξέρουμε ήδη ότι στη νεότερη σύγχρονη ιστορία, από το 1950 και μετά, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι ομάδες έχουν δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό όχι για να διαμελιστούν και διασπαστούν τα εθνικά κράτη - σύνολα αλλά, κυρίως, για να πλουτίσουν. Ο συγγραφέας πολύ φανερά ασκεί κριτική στην πολιτική του ελληνικού κράτους και καταγράφει ότι θα πρέπει να είμαστε ευτυχισμένοι που έχουμε πολλές διαφορετικές ομάδες στην Ελλάδα, όσες έχουμε, πολύ λιγότερες απ’ ό,τι έχουν οι άλλοι, όταν καταγράφεται ότι στην Τουρκία έχουμε τριάντα τέσσερις διαφορετικές γλώσσες, στην Ελλάδα έχουμε πολύ λιγότερες, αλλά έχουμε μια ποικιλία στην καθημερινή κουλτούρα, στα έθιμα και ήθη.

Τελικά, ο άξονας και το φωτογραφικό αρχείο στο οποίο ο συγγραφέας στηρίζεται στο βιβλίο είναι οικογενειακός. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον ότι όλοι οι σύλλογοι, και μάλιστα οι γυναικείοι σύλλογοι του Έβρου, στηρίζουν τη σύγχρονη ιστορία, γιατί η γυναίκα τον 19ο αιώνα ήταν εξαφανισμένη από την ιστορία. Τώρα ευτυχώς οι γυναικείοι σύλλογοι και τα αρχεία τους αναδεικνύουν τις γυναίκες και τη συμμετοχή τους. Βλέπουμε λοιπόν στο βιβλίο ενδυμασίες γυναικών και ανδρών, γάμους και έγγραφα, προικοσύμφωνα, όπου φαίνεται ότι υπάρχει μια υπαρκτή ομάδα - κοινότητα με συγκεκριμένη καθημερινή κουλτούρα και παρέμβαση.

Επίσης, ο συγγραφέας, όχι τυχαία, και γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο και ότι εγώ συνεργάζομαι μαζί του, δεν δίνει έμφαση σε εθνικά, ιδεολογικά, ρατσιστικά πρότυπα καταγωγής αλλά δίνει έμφαση στα οικονομικά και ταξικά μοντέλα ζωής, όπου καταγράφει ότι οι Γκαγκαούζηδες αγρότες, οι γεωργοί, είχαν διαφορετική στάση σε μια επαναστατική κινητοποίηση απέναντι στους φεουδάρχες, για να μπορέσουν να οργανωθούν και να αυτοπροσδιοριστούν, ενώ οι έμποροι δραστηριοποιήθηκαν διαφορετικά, και σίγουρα υπάρχει μία ελίτ, η οποία αφομοιώθηκε από το ελληνικό, βουλγαρικό, μολδαβικό, ρουμανικό ή τουρκικό εθνικό κράτος.
Η κοινωνική ιστορία είναι αυτή την οποία στηρίζει ο συγγραφέας, είναι αυτή που λέμε ιστορία από τα κάτω, την οποία θεμελίωσαν Γάλλοι ιστορικοί και συγγραφείς.

Επιλέγοντας, να αναφέρω ότι είμαι πάρα πολύ χαρούμενη γι’ αυτό το τρίτο ιστορικό πόνημα του συγγραφέα. Η εμπειρία του είναι πολύ σημαντική, η μεγάλη του ικανότητα να μπορεί να έχει επαφή με τα αρχεία των Υπουργείων των Εξωτερικών της Ελλάδας, της Ρουμανίας, της Τουρκίας, της Βουλγαρίας αλλά και με τις βιβλιοθήκες, η μεγάλη του ικανότητα ο ίδιος να διαβάζει κείμενα σε άλλες γλώσσες, κι όχι να του δίνουν μεταφράσεις –ξέρετε, όταν μεταφράζει κάποιος άλλος υπάρχουν ερμηνεύματα και παραλλαγές - αλλά, κυρίως, η μεγάλη επαφή και η κοινωνικότητα που έχει με τους συλλόγους και με τις ομάδες των ανθρώπων αυτών, των Θρακιωτών στα πανηγύρια, στα γλέντια και στην καθημερινή τους ζωή δίνουν ένα πλούσιο υλικό, αρχειακό, οικογενειακό, προφορικό, που διαμορφώνει τη σύγχρονη και νεότερη πολιτική ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: