Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Ομιλια του Ηλία Πετρόπουλου, λέκτορα του τμήματος Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Χωρών

«Η όποια πολιτισμική ετερότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ο πολιτισμικός πλούτος ενός κράτους, παρά ως κίνδυνος για την εθνική του συνοχή»

Το βιβλίο αποτελείται από έναν πρόλογο της συναδέλφου ιστορικού κ. Ιφιγένειας Βαμβακίδου, τον πρόλογο του συγγραφέως και από δέκα κεφάλαια, στα οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει το υλικό του. Για την κατανόηση των ιστορικών φαινομένων και των γεγονότων της ευρύτερης περιοχής της χερσονήσου του Αίμου ο συγγραφέας περιγράφει α) τον γεωγραφικό χώρο και τον χρόνο που αυτά έλαβαν χώρα, β) τους αυτόχθονες λαούς ή όσους εμφανίσθηκαν αρχικά ως επιδρομείς και στην συνέχεια ως μόνιμοι κάτοικοι έπαιξαν κάποιο ρόλο στις κοινωνικές ζυμώσεις του ευρύτερου αυτού χώρου, γ) τους λαούς που υπέστησαν αναγκαστικές μετατοπίσεις ως στρατιωτικές δυνάμεις για την φύλαξη των συνόρων, δ) τους λαούς που μετατοπίσθηκαν λόγω θρησκευτικών διαφορών με την επίσημη ορθόδοξη εκκλησία, και ε) τους λαούς που για λόγους οικονομικούς αναγκάσθηκαν να κατοικήσουν εδώ.

Στο πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο «Ιστορικο-γεωγραφική περιγραφή της Χερσονήσου του Αίμου», ο συγγραφέας διεξάγει μία αρκετά σύντομη περιγραφή λαών και επιλεγμένων γεγονότων της αρχαιότητας. Στο τέλος μας παρουσιάζει με συντομία ορισμένες από τις πιο σπουδαίες πόλεις του Δυτικού Ευξείνου Πόντου.

Στο δεύτερο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδος: Μεταναστεύσεις και εγκαταστάσεις λαών στα Βαλκάνια», συνεχίζεται η ιστορική περιήγηση στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην βαλκανική χερσόνησο την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αρχικά εξιστορείται η μετανάστευση των Γότθων, των Ούννων και των γερμανικών φύλων, ενώ στην συνέχεια ο συγγραφέας περιγράφει την μαζική κάθοδο των Σλάβων και την εμφάνιση των Βουλγάρων κατά τους μέσους χρόνους. Από το 1000 μ.Χ. περίπου κάνουν την εμφάνισή τους οι Πετζενέγκοι, οι Ούζοι, οι Κουμάνοι και οι Ούγγροι. Τον 13ο αι. μ.Χ. στην περιοχή της Βουλγαρίας εκκινεί μία περίοδος ταραχών με κατάληξη την δημιουργία του δεύτερου βουλγαρικού κράτους. Και ενώ στην χερσόνησο του Αίμου η πολιτική κατάσταση είχε προς το παρόν ομαλοποιηθεί, στην Μικρά Ασία άρχισε να εμφανίζεται μία νέα απειλή από τον 10ο αι. μ.Χ.: οι Σελτζούκοι. Τέλος, το δεύτερο κεφάλαιο ολοκληρώνεται με την κατάληψη της βαλκανικής χερσονήσου από τους Οθωμανούς Τούρκους, όταν οι τελευταίοι κατέλαβαν την Βάρνα το 1444. Βασικός σκοπός αυτής της ιστορικής περιδιάβασης του συγγραφέα ήταν α) η υπόμνηση των σημαντικών γεγονότων στην χερσόνησο του Αίμου, παραλείποντας μία συνεχή καταγραφή γεγονότων, πολεμικών συγκρούσεων και ημερομηνιών, β) η καταγραφή των λαών που πιθανολογείται ότι έχουν σχέση με τους Γκαγκαβούζηδες, και γ) η ανάδειξη του πολυφυλετικού χαρακτήρα της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της χερσονήσου του Αίμου.

Το τρίτο κεφάλαιο έχει τον τίτλο: «Γκαγκαβούζηδες: Ιστορικές πηγές - Ταυτότητες - Χρόνος εμφάνισής τους». Μέσα σ’ αυτό εξετάζονται το υπόστρωμα και η καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων. Ο συγγραφέας αναφέρει παρακάτω τις απόψεις των επιστημόνων για την καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων. Μέχρι σήμερα έχουν διατυπωθεί απόψεις όπως ότι αυτοί κατάγονται από σελτζουκικά τουρκικά φύλα ή έλληνες μικρασιατικής καταγωγής. Ο συγγραφέας τονίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι από τους ειδικούς δεν εξετάζεται το ενδεχόμενο οι Γκαγκαβούζηδες να είναι ένα αυτόχθονο θρακικό φύλο, το οποίο δέχθηκε πολιτισμικές και γλωσσικές επιρροές από γειτονικούς λαούς ή από κατακτητές τους, δίχως να αλλάξει ένα κύριο χαρακτηριστικό του: παρέμειναν χριστιανοί. Ο συγγραφέας αντικρούει την άποψη ότι οι Γκαγκαβούζηδες ήταν τουρκικό φύλο με το επιχείρημα ότι με την κατάκτηση της χερσονήσου του Αίμου από τους Οθωμανούς οι Γκαγκαβούζηδες δεν συνετάχθησαν με το μέρος των κατακτητών: ο μύθος ή η παράδοση για τις 40 γυναίκες που αυτοκτόνησαν για να μην πέσουν στα χέρια των Οθωμανών. Στην συνέχεια ο συγγραφέας παραθέτει κάποιες θεωρίες ιστορικών για την καταγωγή των Γκαγκαβούζηδων και προσπαθεί να ετυμολογήσει την ίδια την λέξη Γκαγκαβούζης. Για τον λόγο αυτό αναφέρει και την σχέση που θα μπορούσαν να έχουν με τον σουλτάνο Izzeddin Keykavus και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μάλλον πρόκειται για σύμπτωση. Στην συνέχεια ο συγγραφέας εξακολουθεί να αντικρούει την άποψη ότι οι Γκαγκαβούζηδες ουδεμίαν σχέση έχουν με τους καραμανλίδες της Μικράς Ασίας, ασχέτως ορισμένων κοινών χαρακτηριστικών των δύο λαών.

Το επόμενο -τέταρτο- κεφάλαιο «Οθωμανική περίοδος - Πληθυσμιακά και εθνολογικά στοιχεία της βόρειας Βουλγαρίας» ξεκινά με τα γεγονότα κατά την οθωμανική περίοδο από 1444 έως το 1860 και αναφέρεται στις αλλαγές της εθνολογικής ταυτότητας των πληθυσμών της χερσονήσου του Αίμου. Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την δράση των Γκαγκαβούζηδων αυτήν την περίοδο είναι η δράση τους στην «Φιλική Εταιρεία» και ο αγώνας για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό με κύρια εστία την βόρεια Βουλγαρία. Τέλος, το κεφάλαιο κλείνει με την αφύπνιση της βουλγαρικής εθνικιστικής διανόησης που κατέληξε στο εκκλησιαστικό σχίσμα και την βουλγαρική ηγεμονία.

Στο πέμπτο κεφάλαιο εξετάζονται οι «Πολιτικές εξελίξεις στην Βουλγαρία» δηλαδή η ίδρυση της ηγεμονίας και του βουλγαρικού κράτους. Όπως είναι γνωστόν, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-8 έπαιξε αρκετά σημαντικό ρόλο στην δημιουργία του βουλγαρικού κράτους. Ως εκ τούτου, η ίδρυση του κράτους της Βουλγαρίας κατά το έτος 1879 είχε επιπτώσεις - κυρίως αρνητικές - στην κοινωνία των Γκαγκαβούζηδων και των Ελλήνων της Βουλγαρίας. Στο τέλος του κεφαλαίου ο συγγραφέας αναφέρει και μερικά ονόματα Γκαγκαβούζηδων που προέκυψαν από μία πρόχειρη, όπως ο ίδιος λέει, έρευνα, οι οποίοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ζωή της Βουλγαρίας.

Στο επόμενο, έκτο κατά σειράν, κεφάλαιο εξειδικεύονται οι επιπτώσεις από την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους στους Έλληνες και τους Γκαγκαβούζηδες της Βόρειας Βουλγαρίας. Από τα τέλη του 19ου αι. οι Έλληνες της περιοχής αυτής είχαν αναπτύξει ένα αξιόλογο δίκτυο συλλόγων και σωματείων, τα οποία κατά τα επόμενα χρόνια θα αποτελέσουν το μέσο αντίστασης στον ανερχόμενο βουλγαρικό εθνικισμό, κυρίως στην επίμονη και συχνά βίαιη αφομοιωτική πολιτική του βουλγαρικού κράτους. Μόλις ιδρύεται το κράτος της Βουλγαρίας το έτος 1879 δημιουργείται στην κοινωνία μία νέα πραγματικότητα: η κυρίαρχη εθνική ομάδα, οι Βούλγαροι, δεν ανέχονταν την παρουσία αλλοεθνών κοινοτήτων, με αυτόνομη διοικητική και πολιτική υπόσταση. Από το 1870 και κυρίως από την λήξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-78, η κατάσταση για τους Έλληνες της Βουλγαρίας άρχισε σταδιακά να επιδεινώνεται, με αποτέλεσμα την αναγκαστική φυγή προς την μητροπολιτική Ελλάδα μέχρι το 1914. Ειδικότερα προβλήματα αντιμετωπίσθηκαν στην εκπαίδευση των Ελλήνων της Βουλγαρίας και μάλιστα το 1906 διακόπηκε βίαια με την ουσιαστική κατάργηση της αυτόνομης ελληνικής εκπαιδευτικής λειτουργίας. Στόχος του βουλγαρικού κράτους ήταν ο νόμος «περί δημοσίας εκπαιδεύσεως», γεγονός που ανάγκαζε τους Έλληνες γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους σε βουλγαρικό σχολεία. Το ανθελληνικό κίνημα του 1906 είχε ως αποτέλεσμα την μαζική έξοδο χιλιάδων Ελλήνων προς την Ελλάδα και σε περιοχές του οθωμανικού κράτους, κυρίως στην επαρχία Αδριανουπόλεως.

Το έβδομο κεφάλαιο έχει τον τίτλο «Οι Γκαγκαβούζηδες της Ανατολικής θράκης» και ξεκινά με την κατάκτηση της Ανατολικής Θράκης από τους Οθωμανούς. Στην συνέχεια αναφέρεται στις πρώτες εγκαταστάσεις των γκαγκαβούζικων πληθυσμών στην ίδια περιοχή. Σύμφωνα με μαρτυρίες οι εγκαταστάσεις αυτές χρονολογούνται στην εποχή του Σελίμ του Α΄ ή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, μεταξύ 1512 και 1566. Για λόγους ερευνητικούς ο συγγραφέας κάνει ευρεία χρήση εκκλησιαστικών αρχείων, κάτι που είναι απολύτως θεμιτόν και αποδεκτόν για τους λόγους της μελέτης. Από τα εν λόγω αρχεία αντλούνται στοιχεία για τα χωριά, τους πληθυσμούς και τα σχολεία. Στην συνέχεια περνούμε στην Μητρόπολη του Διδυμοτείχου. Η περίοδος 1903-1910 είναι πολύ σημαντική για την εξέλιξη των Ελλήνων και των ορθοδόξων πληθυσμών της ευρύτερης Ανατολικής Θράκης. Ο συγγραφέας, μέσα από την ελληνική διπλωματική αλληλογραφία, καταφέρνει να μας εντάξει στο κλίμα και τις αγωνίες της περιόδου αυτής. Ξεχωριστή για τον ελληνισμό όχι μόνο της Θράκης, αλλά και ολόκληρης της Μικράς Ασίας, είναι η περίοδος που εγκαινιάζεται με την έναρξη του κινήματος των Νεοτούρκων. Κύριος στόχος του ανθελληνικού αυτού κινήματος ήταν η αφομοίωση ή σε αντίθετη περίπτωση η εξόντωση των ελληνικών κοινοτήτων της αυτοκρατορίας. Ο τουρκικός εθνικισμός είχε μόλις γεννηθεί. Με την εμφάνιση του τελευταίου ο όρος Τούρκος απέκτησε θετική σημασία. Οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των Νεοτούρκων και των εθνοτήτων ήταν αναπόφευκτη με καταστροφικά αποτελέσματα.

Με το επόμενο κεφάλαιο περνούμε σε μία νέα εποχή, στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 και στα γεγονότα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου 1914-1918. Κατά την διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου η πλειοψηφία των Γκαγκαβούζηδων της Δοβρουτσάς τάχθηκαν υπέρ των σοσιαλιστικών ιδεών. Τα ιδανικά για απελευθέρωση, δικαιοσύνη και μοίρασμα της γης γίνονταν ευρέως αποδεκτά. Το Οκτώβριο του 1912 η Βουλγαρία καταλαμβάνει ολόκληρη την Ανατολική Θράκη. Παρόλο τον εκφοβισμό από μέρους των Βουλγάρων και την προσπάθεια των Βουλγάρων να διασπάσουν την κοινωνία των Γκαγκαβούζηδων, η συντριπτική πλειοψηφία των τελευταίων δεν αλλαξοπίστησε. Με τα γεγονότα του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, η Ανατολική Θράκη ανακαταλαμβάνεται από τους Τούρκους με άμεση επίπτωση νέους διωγμούς. Η μαζική έξοδος των ελληνικών πληθυσμών πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 1914 σ’ ένα παραλήρημα από πλευράς των Νεοτούρκων που είχαν ως σύνθημα «η Τουρκία στους Τούρκους». Οι Νεότουρκοι επεδίωκαν να απαλλαγούν με κάθε τρόπο από τον ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης και της Δυτικής Μικράς Ασίας. Η μαζική αυτή φυγή του ελληνικού στοιχείου από την Ανατολική Θράκη δημιούργησε ένα μεγάλο κενό σε όλες τις πτυχές της ζωής και κυρίως στην οικονομική, γεγονός που ανάγκασε τους Νεοτούρκους να μετριάσουν τους διωγμούς από το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου. Κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων οι Γκαγκαβούζηδες της Δοβρουτσάς, όπως είπαμε στην αρχή, ήταν ένθερμοι υποστηρικτές των σοσιαλδημοκρατικών ιδεών με κύριο χαρακτηριστικό τους την αντίσταση στους βογιάρους της Ρουμανίας και τους Οθωμανούς. Η απόπειρα των Βουλγάρων και των Ρουμάνων να εξαφανίσουν κάθε δημογραφικό στοιχείο σχετικό με τους Γκαγκαβούζηδες της Δοβρουτσάς ήταν μάταιη. Αυτοί υπήρχαν, ζούσαν και συμμετείχαν στις εξελίξεις, με διάθεση να αντισταθούν σε οποιαδήποτε προσπάθεια αλλοίωσης των φυλετικών τους χαρακτηριστικών. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου στις 10 Αυγούστου 1913 έβαλε τέλος στους Βαλκανικούς Πολέμους. Στην πληθυσμιακή σύσταση των Βουλγάρων υπήρχε ένα κενό των 100000 ατόμων περίπου, οι οποίοι δεν δέχθηκαν να πολιτογραφηθούν Βούλγαροι. Ανάμεσά τους και Γκαγκαβούζηδες. Το κεφάλαιο κλείνει με μία σύντομη αναφορά στον ελληνισμό της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Θράκης κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το ένατο κεφάλαιο αναφέρεται στην παλιννόστηση των ελληνικών πληθυσμών στην Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Στην εδραίωση της ελληνικής παρουσίας και στην παλιννόστηση των προσφύγων συνέβαλε σημαντικά η Εκκλησία με την οργάνωση των ιερέων, καθώς και η Κεντρική Πατριαρχική Επιτροπή. Την λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου, στις 30 Οκτωβρίου 1918, ακολούθησε το αυτονομιστικό κίνημα του Τζαφέρ Ταγιάρ, διοικητού του πρώτου τάγματος στρατού Αδριανουπόλεως. Στόχος του ήταν να φανατίσουν τους μουσουλμάνους της Θράκης με την πρόκληση ανθελληνικών ενεργειών. Οι Νεότουρκοι άρχισαν να εμποδίζουν την απρόσκοπτη επιστροφή των εκτοπισμένων Ελλήνων ενώ φορολογούσαν με υπέρογκα ποσά τις ελληνικές κοινότητες. Ο ελληνικός στρατός ελαύνει ως απελευθερωτής της Θράκης μέχρι τον Ιούλιο του 1920, ενώ στα τέλη του ιδίου μηνός συλλαμβάνεται ο Ταγιάρ. Η περίοδος που ακολουθεί μέχρι το 1924 είναι ταραγμένη από γεγονότα που αποδιοργάνωσαν πλήρως το ελληνικό κράτος και τον κοινωνικό ιστό. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, ολόκληρη γενιά χάθηκε κάτω από το σύνθημα μίας αναγέννησης ξένης προς τις δικές τους προσδοκίες, που ικανοποιούσε μόνο τις ξενόφερτες πολιτικές των βασιλέων και των αστικών κομμάτων. Με την συνθήκη των Μουδανιών το 1922, γράφεται ο επίλογος της παρουσίας του ελληνισμού στην Ανατολή. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών οι Γκαγκαβούζηδες της Ανατολικής Θράκης εγκαταστάθηκαν κυρίως σε χωριά του Βορείου Έβρου. Συνολικά στον Έβρο εγκαταστάθηκαν 1222 οικκογένειες. Στο τέλος του κεφαλαίου υπάρχει πλήρης κατάλογος των γκαγκαβούζικων χωριών του Έβρου.

Το δέκατο και καταληκτικό κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Οι Γκαγκαβούζηδες σήμερα – Η παρουσία τους στα Βαλκάνια», αποτελεί ουσιαστικά τον συμπερασματικό επίλογο των όσων προανεφέρθησαν μέχρι εδώ από τον συγγραφέα. Γίνεται ιδιαίτερη υπόμνηση του γεγονότος ότι με την ενσωμάτωση των Γκαγκαβούζων στο ελληνικό έθνος-κράτος πραγματοποιήθηκε ένας μετασχηματισμός των τοπικών-εθνοτικών ταυτοτήτων σε μία ενιαία εθνική ταυτότητα, που σήμανε και την υποβάθμιση των ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών της ομάδας προς όφελος της εθνικής ομοιογένειας. Επίσης, όπως παρατηρείται σήμερα σε όλες τις ελληνικές διαλέκτους που δεν έχουν γραφή –βλ. για παράδειγμα την ποντιακή- η γκαγκαβούζικη γλώσσα απειλείται με εξαφάνιση λόγω της ολοένα αυξανομένης τάσης εγκατάλειψής της. Για την εγκατάλειψη αυτή ευθύνονται σήμερα και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, καθώς και οι μηχανισμοί της παγκοσμιοποίησης. Δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κάποιος με τον συγγραφέα στην άποψη ότι η όποια πολιτισμική ετερότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ο πολιτισμικός πλούτος ενός κράτους, παρά ως κίνδυνος για την εθνική του συνοχή. Στην συνέχεια ο συγγραφέας με ιδιαίτερη προσοχή εστιάζει στο πρόβλημα της τουρκικής και βουλγαρικής προπαγάνδας, με στόχο τον προσεταιρισμό των Γκαγκαβούζων. Τέλος, θα κλείσω με την ορθή παρατήρηση του συγγραφέως: η συνεχής οικονομική βοήθεια, αν και ευνοεί τα σχέδια της Τουρκίας, έχει επιταχύνει τις διεργασίες μέσα στην επιστημονική κοινότητα των Γκαγκαβούζων, με αποτέλεσμα να υπάρχουν ολοένα και πιο ισχυρές φωνές, που έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν έχουν καμία φυλετική σχέση με τους Τούρκους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: